Ενας αιωνας αγωνα και πολεμου

Ένας αιώνας ζωής. Ένας αιώνας αγώνα για επιβίωση. Με πολέμους, προσφυγιές και γενικώς πόλεμο. Πόλεμο καθημερινό με χιλιάδες αντιξοότητες. Και μπορεί το σώμα να μη κρατά, η μνήμη όμως ανθίσταται στα χρόνια και θυμάται. Θυμάται το χωριό στην πατρίδα, τους ανθρώπους του, τον πρώτο παγκόσμιο και τα αποτελέσματά του, την προσφυγιά, την εγκατάσταση στην πατρίδα, τις εδώ αντιξοότητες για ρίζωμα.

Εκατό χρονών γίνεται φέτος η κ. Πολυξένη Παπαδοπούλου. Γεννημένη σε ένα χωριό της Κερασούντας πριν εκατό χρόνια, ζει στη Συκορράχη. Όπως η ίδια υποστηρίζει «περάσαμε πολλά, σήμερα δόξα τω θεώ όλα πάνε καλά. Υπάρχουν ευκολίες. Εμείς εκείνα τα χρόνια τυραννιστήκαμε. Περάσαμε πολλά, πολέμους, προσφυγές».

Η κ. Πολυξένη, (γνωστή σε μας τους Συκορραχιώτες Πόντιους ως Νέτση), έκανε εφτά παιδιά. Σήμερα ζουν πέντε, απέκτησε δεκαεφτά εγγόνια, δεκατέσσερα δισέγγονα και ένα τρισέγγονο.

Πριν λίγες ημέρες έχοντας γύρω της τα παιδιά της, κάποια εγγόνια της και δισέγγονα γιόρτασε τα εκατό χρόνια της. Περιστοιχισμένη με αγάπη, ζει και εύχεται να είναι τα παιδιά της καλά. Γιορτάζοντας τα γενέθλιά της, ο γιος της Λευθέρης της υποσχέθηκε ένα ταξίδι του χρόνου το καλοκαίρι στην πατρίδα στο Βατσούκ της περιοχής Κερασούντας. Με την εμπειρία των χρόνων που της χάρισε η ζωή εκείνη λέει: «Ο γιος μου θέλει του χρόνου να με πάει στην πατρίδα μου. Τα χρόνια όμως πέρασαν και δεν μπορώ. Εσείς μπορείτε να πάτε. Γερά να είναι τα παιδιά μου και καλοφωτισμένα. Εγώ φθάνει πια την έζησα τη ζωή μου».

Επισκεφθήκαμε την κ. Πολυξένη Παπαδοπούλου ένα βραδάκι στο σπίτι της στη Συκορράχη. Η πρώτη της κίνηση να μας κεράσει. Έτσι όπως αυτές οι γυναίκες της ηλικίας της ξέρουν να φιλοξενούν. Αρχόντισσες παρά το μεγάλο της ηλικίας τους.

Μας μίλησε για όλους και για όλα με μια μνήμη που μας γοήτευσε. Θυμόταν λεπτομέρειες για όλους και για όλα τα συμβάντα. Τα κυριότερα σημεία της αφήγησής της σας τα παραθέτουμε, γιατί πιστεύουμε ότι είναι πολύ σημαντικό να ζεις την ιστορία μέσα από τα μάτια ανθρώπων που την έζησαν. Και η κ. Πολυξένη Παπαδοπούλου την έζησε…

Η ζωή στο Βατσούκ

«Γεννήθηκα στο Βατσούκ της περιοχής Κερασούντας, όπου έζησα μέχρι τα δεκαπέντε μου χρόνια. Στο χωριό μου ζούσαν μόνο Έλληνες, όμως υπήρχαν γύρω χωριά που ζούσαν Έλληνες και Τούρκοι. Γύρω –γύρω στα χωριά είχαμε Τούρκους γειτόνους με τους οποίους είχαμε καλές σχέσεις. Ήμασταν αγαπημένοι. Όταν φεύγαμε, έκλαιγαν και έλεγαν «οι τσιγγάνοι έρχονται, οι Έλληνες φεύγουν». Καλά περνούσαμε.

Στον πρώτο Ευρωπαϊκό πόλεμο κόσμος δεν έμεινε. Οι νέοι άνδρες πήγαν στον στρατό και στο χωριό μας δεν έμεινε ψυχή ανδρός. Πέθαναν πολλοί από ψείρες και στον πόλεμο. Αμέσως μετά πάτησε μια πείνα, πείνα να δεις. Πέθαινε πολύ κόσμος. Στο χωριό μας για παράδειγμα από πενήντα οικογένειες έμειναν οι μισές και εκείνες αποτελούνταν μόνο από γυναίκες και μωρά. Οι άνδρες, όσοι έζησαν, έφυγαν σε άλλες πόλεις, όπως στην Καβάλα, στην Κωνσταντινούπολη και δούλευαν. Όλοι ήταν στην ξενιτιά.

Δεν έμεινε κόσμος. Θυμάμαι οι γυναίκες φορτώνονταν τα σακιά και τα μετέφεραν σε μία απόσταση όσο είναι από τη Συκορράχη στη Μέστη και τα άφηναν εκεί. Δεν υπήρχαν ζώα και όλα τα κουβαλούσαν οι γυναίκες στον πρώτο Ευρωπαϊκό πόλεμο. Μία γυναίκα, γειτόνισσα της μητέρας μου, είχε ένα κοριτσάκι μόνο. Είπε, λοιπόν, της μάνας μου. «Σοφία θα πάω να παντρέψω την κόρη μου με Τούρκο για να ζήσω». Η γυναίκα έφυγε δεν ξέρουμε αν πέθανε ή αν έζησε…

Ο παππούς μου είχε πολλά πρόβατα. Το καλοκαίρι, όταν ερχόταν, ανέβαινε στο γιαιλέν, έτσι το έλεγαν. Εκεί πήγαιναν όσοι είχαν πρόβατα και έφτιαχναν τα βούτυρα και τα γιαούρτια. Εμείς βέβαια δεν τα γνωρίσαμε όλα αυτά, γιατί είχαμε πόλεμο.

Όταν ησυχάσαμε λίγο, διοργανώναμε πανηγύρια και μαζεύονταν ο κόσμος και γλεντούσε. Οι γυναίκες χόρευαν με τους άνδρες. Τότε κάναμε πανηγύρια της Αναλήψεως στο δικό μας το χωριό, της Παναγιάς στο χωριό Γαράτιπι, έτσι το έλεγαν από τη Γαρέσαρι, (εννοεί τη Νικόπολη), λίγο πιο πέρα. Σε ένα βουνό ήταν μια τρύπα και όταν έμπαινες μέσα, έβλεπες μία εκκλησία και σπίτια. Κάναμε και τότε πανηγύρια και γλεντούσε ο κόσμος, δεν υπήρχε φόβος, αλλά καταστράφηκε ο κόσμος. Το χωριό μας ίσως όπως σε είπα έμεινε ο μισός ο κόσμος.

Σχολεία είχαμε στον τόπο μας. Η μάνα μου πήγε σχολείο εγώ όχι, γιατί ήταν δύσκολη η κατάσταση. Άνθρωποι δεν υπήρχαν, θα υπήρχε σχολείο; Ετοιμάζονταν με το καταστάλαγμα του πολέμου να χτίσουν σχολείο, αλλά τελικά τα πράγματα δυσκόλεψαν…»

Ο δρόμος της προσφυγιάς

«Μόλις λίγο ησύχασαν τα πράγματα και ο κόσμος μπήκε σε μια σειρά, έφθασε στην Κερασούντα ένα πλοίο. Οι κάτοικοι της Κερασούντας ήταν πλούσιοι και μορφωμένοι, γιατροί και δικηγόροι. Φώναζαν όλοι «Ζήτω η Ελλάς». Γινόταν ένας πανικός. Το πλοίο έφυγε. Τι ήθελε και ήρθε; Μόλις έφυγε, οι Τούρκοι πήραν αυτούς τους ανθρώπους από την Κερασούντα… και χάθηκαν πολλοί… Τώρα πώς κατάφερε ο Βενιζέλος τον Κεμάλ είναι άλλο θέμα… Υπήρχε και ένα τραγούδι τότε που έλεγαν για τον Κεμάλ…

Πέρασαν όλα και έγινε η ανταλλαγή. Ξεκινήσαμε με τα πόδια… Είχαμε και ζώα, αλλά από αυτά δεν έμεινε τίποτα. Οι Τούρκοι είχαν μουλάρια. Φορτώσαμε τα πράγματά μας στα μουλάρια των Τούρκων και μετά από τρεις ημέρες φθάσαμε στην Κερασούντα. Πήραμε μαζί μας την καμπάνα της εκκλησίας την οποία φέραμε και κρεμάσαμε στην εκκλησία της Συκορράχης. Δεν ξέρω αν σήμερα είναι η ίδια, αλλά όταν χτυπούσε, ακούγονταν σε μια απόσταση δέκα περίπου χιλιομέτρων. Πήραμε και τις εικόνες μας, αλλά στο δρόμο οι κάτοικοι του χωριού διαχωρίσαμε τα πράγματα. Φέραμε μαζί μας πάρα πολλά εικονίσματα. Θυμάμαι ότι ένα βράδυ κοιμήθηκα πάνω τους και μάλιστα ψιλόβρεχε.

Δεν πιστεύαμε ότι θα γυρίσουμε πίσω. Ξέραμε ότι έγινε ανταλλαγή. Στο δρόμο ανταμώναμε τους Τούρκους που έρχονταν. Εμείς ερχόμασταν και αυτοί πήγαιναν. Συναντούσαμε μόνο άνδρες. Δεν είχαν γυναίκες. Πώς πήγαιναν οι γυναίκες τους δεν ξέρω. Ήρθε ένας Τούρκος στο χωριό μας και είπε θυμάμαι με λύπη για την πατρίδα που άφησε πίσω, τη Βέροια.

Ήμουν τότε παντρεμένη. Μας πάντρευαν μικρές τότε. Φθάσαμε στην Κερασούντα, και καθίσαμε ένα μήνα σε άδεια σπίτια. Όλη η Κερασούντα ήταν γεμάτη από Τούρκους. Έλληνες δεν υπήρχαν. Είχε πολύ ωραία σπίτια η Κερασούντα. Στα άδεια σπίτια που υπήρχαν καθίσαμε εμείς, δύο και τρεις οικογένειες σε κάθε σπίτι. Ύστερα ήρθε το πλοίο και μας πήρε και ήρθαμε στο Καράμπουρνακ, έτσι το έλεγαν τότε. Ήταν ένα τεράστιο καράβι πάνω στο οποίο φορτώσαμε ό,τι είχαμε πάρει μαζί μας. Στρώματα, παπλώματα, το νοικοκυριό μας. Ξεκινήσαμε από το χωριό μας τον Απρίλη και το Σεπτέμβρη φθάσαμε στην Καβάλα, όπου όπως είπα οι μισοί κάτοικοι του χωριού έμειναν εκεί, από τους οποίους οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν από τους Βούλγαρους.

Στο Καραμπουρνάκ δεν μείναμε, γιατί ήθελαν οι άνδρες βουνό. Φοβόντουσαν την ελονοσία. Τόσα χωρία είχε η Θεσσαλονίκη ούτε νερό όμως ούτε χωράφια. Τα χωράφια ήταν πολύ μικρά. Ήρθαν και μας βρήκαν οι Καλετζιτεριώτοι, (εννοεί τους κατοίκους των Κασσιτερών οι οποίοι ήδη είχαν εγκατασταθεί στα Κασσιτερά), και μας είπαν ότι δεν υπάρχει φόβος Βουλγάρων και ότι έφυγαν από εδώ. Έτσι αποφασίσαμε να εγκατασταθούμε στη Συκορράχη.»

Η εγκατάσταση στη Συκορράχη

«Το κράτος μας φρόντισε. Μας έδινε αλεύρι, αλάτι, ζάχαρη. Μας έδωσαν πρόβατα, αλλά εμείς δεν ξέραμε από αυτά. Δεν γνωρίζαμε από κτηνοτροφία, ενώ από γεωργία ξέραμε. Οι άνθρωποι έσπερναν και θέριζαν, όπως και στην πατρίδα.

Στη Συκορράχη ήρθαμε δεκαπέντε οικογένειες, γιατί υπήρχε ο φόβος των Βουλγάρων. Στο χωριό ήταν ήδη εγκατεστημένοι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Μόλις ήρθαμε, άρχισαν να λέγονται διάφορα. «Οι πόντιοι ήρθαν να φάνε τα παιδιά μας και τι θα κάνουμε». Φοβόντουσαν. Ήρθε ένας να γράψει τις οικογένειες και όλοι υπέγραψαν. Αυτός λοιπόν όταν άκουσε να μας αποκαλούν οι Θρακιώτες άγριους, τους είπε: «Αν αυτούς λέτε άγριους, εσείς είστε περισσότερο άγριοι». Οι περισσότεροι ήταν κτηνοτρόφοι και δεν ήξεραν γράμματα.

Όταν φθάσαμε στη Συκορράχη, εγκατασταθήκαμε όπου βρήκαμε. Μας έδωσαν χωράφια, πολεμήσαμε και δημιουργήσαμε. Εμάς μας έδωσαν άλλο οικόπεδο και το ανταλλάξαμε, γιατί ο άνδρας μου ήθελε να έχει κοντά το νερό το οποίο το φέραμε από το βουνό, από τον Προφήτη Ηλία, από όπου πήραμε και πέτρες, τις κουβαλήσαμε με τα ζώα και χτίσαμε το σπίτι μας, Δόξα τω θεώ. Κάποιοι βρήκαν σπίτια έτοιμα. Εμείς στην αρχή καθίσαμε με την πεθερά μου. Το σπίτι ήταν μικρό τα παιδιά μεγάλωσαν. Έτσι κάναμε αυτό το σπίτι. Είχαμε πολύ καλές σχέσεις μεταξύ μας. Εμείς οι Πόντιοι, αν αρρώσταινε κανένας, τρέχαμε να βοηθήσουμε. Ήμασταν δεμένοι μεταξύ μας, ο ένας φρόντιζε τον άλλο.

Όταν ήρθαμε, φορούσαμε στολές. Εμείς αλλάξαμε και ντυθήκαμε ευρωπαϊκά, οι μεγάλες όμως γυναίκες συνέχισαν να φοράνε ποντιακά. Δυστυχώς καμιά από αυτές τις στολές δεν έμεινε. Τότε είχαμε τέτοια φτώχεια, πού να μας έμεναν ρούχα… Κρατήσαμε κάποια έθιμα, όπως το τσούγκρισμα των αυγών το Πάσχα, την Πρωτοχρονιά στρώναμε το τραπέζι και λέγαμε στα τούρκικα τα κάλαντα μόνο άντρες.

Δουλέψαμε πολύ. Καπνά, χωράφια σπέρναμε, θερίζαμε με τα χέρια. Γνωρίσαμε πολέμους και εδώ που ήρθαμε ο ένας πόλεμος ακολούθησε τον άλλο.

Πολλά περάσαμε και στη βουλγαρική κατοχή. Ήρθε ο Ηλίας και ο Θανάσης και πήραν τον άνδρα μου και πήγαν στο βουνό και μίλησαν με τους αντάρτες. Τους έπιασαν και άρχισαν να τους δέρνουν. Τους έβαλαν στη φυλακή και τους πήγαν να δικάσουν. Ένας δικηγόρος τους είπε να μη φοβούνται. Τους πήραν και τους πήγαν στη Βουλγαρία και μόλις τελείωσε ο πόλεμος και μπήκαν οι Ρούσοι στη Βουλγαρία τους άφησαν. Ο άντρας μου ήταν δημοκράτης. Ψήφο δεν έδινε στο ΚΚΕ, αν και όλοι πίστευαν ότι το ψήφιζε. Ο άνδρας μου ψήφιζε Βενιζέλο, γιατί υπόφεραν πολύ. Το χωριό τους ήταν πάνω στο δρόμο και όσοι στρατιώτες περνούσαν, έμεναν στου παππού του το σπίτι να φάνε, να πιουν και έτσι κατήντησαν ελεεινοί. Από εκεί έφυγαν στη Γαρέσαρι και ήρθαν πρόσφυγες.

Ήρθαμε πολλοί, σήμερα όμως μείναμε λίγοι. Σήμερα μετρώ πόσοι μείναμε. Η μάνα σου, εγώ, οι δύο Θοδώρες, αυτοί μείναμε. Είναι και η Σουλτάνα, αλλά είναι νύφη»…

Η κ. Πολυξένη Παπαδοπούλου μας είπε πολλά που βέβαια χρειάζονται σελίδες. Εμείς παραθέτουμε ένα μέρος αυτών που διηγήθηκε. Απλά να της ευχηθούμε του χρόνου να είναι γερή και δυνατή και να ακολουθήσει το γιο της, Λευθέρη, στην Τουρκία. Γιατί και τότε σίγουρα πολλά θα έχει να πει και να διηγηθεί…

Να ’σαι καλά Θεία Νέτση…

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.