«Εναντια σε προκαταληψεις η λογικη του Κ.Ε.Μ.Ο.»
Με αφορμή την παρουσίαση των δύο πρώτων βιβλίων του νέου κύκλου της σειράς μελετών του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (Κ.Ε.Μ.Ο), «Το Μακεδονικό της Θράκης, Κρατικοί Σχεδιασμοί για τους Πομάκους, 1956 – 2008» του κ. Τάσου Κωστόπουλου, συγγραφέα – ερευνητή και μέλος της συντακτικής ομάδας του «Ιού» της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, και «Για την ταυτότητα των Βλάχων» του κ. Thede Kahl, διερμηνέα και καθηγητή της Γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο του Μίνστερ της Γερμανίας, ο κ. Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, πρώην λέκτορας Νομικής Σχολής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, επίκουρος καθηγητής του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών & Ανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και ιδρυτικό μέλος του Κ.Ε.Μ.Ο., μίλησε στο ράδιο Παρατηρητής, και συγκεκριμένα στην εκπομπή του Δάμωνα Δαμιανού, «Αιχμή του δόρατος», για τις πολιτικές που ασκήθηκαν σε βάθος δεκαετιών από το ελληνικό κράτος σχετικά με αλλόγλωσσες μειονοτικές ομάδες, για τις αναλογίες με τη σημερινή εποχή αλλά και την ύπαρξη βαθιά εδραιωμένων στην πλειονότητα προκαταλήψεων σε ό,τι αφορά την ελληνικότητα των συγκεκριμένων πληθυσμών.
Αρχικά, ο κ. Τσιτσελίκης, αναφερόμενος στο πρώτο βιβλίο, τόνισε ότι «αποκαλύπτει τις πολιτικές που ασκήθηκαν τα τελευταία πενήντα χρόνια από το ελληνικό κράτος στους Πομάκους και τεκμηριώνει με στοιχεία πώς αυτές χρησιμοποίησαν ως εργαλείο τη μειονοτική αυτή ομάδα, δημιουργώντας ευκαιριακούς συμμάχους μέσα σε αυτή και ορίζοντας κατʼ αυτόν τον τρόπο διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε ευνοούμενους και μη», επισημαίνοντας, ωστόσο, και την «άλλη πλευρά του νομίσματος, η οποία δεν είναι άλλη από τις τουρκικές πολιτικές που ενίσχυσαν αυτόν τον διαχωρισμό».
Σε ερώτηση σχετική με τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάγνωση του βιβλίου, ο κ. Τσιτσελίκης τόνισε ότι αφενός μεν «καταρρίπτεται ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο οι Πομάκοι αφέθηκαν στη μοίρα τους, υπήρξαν πολιτικές, μπορεί να ήταν κακές αλλά ήταν πολιτικές», αφετέρου δε το βιβλίο αποτελεί αφετηρία «για να καταλάβουμε και να αναλογιστούμε τι συμβαίνει σήμερα σε μια ζωντανή κοινωνία που έχει μέλλον».
Σχετικά με το έλλειμμα δημοκρατίας που παρατηρείται στις κοινωνίες αυτές ο κ. Τσιτσελίκης όρισε ως αιτίες «το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και οικονομικής ανάπτυξης το οποίο όμως, επιπροσθέτως, επενδύεται με το εθνοτικό ή μειονοτικό θέμα και του δίνεται μια άλλη πρόσληψη».
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο βιβλίο, ο κ. Τσιτσελίκης εξήγησε ότι «πραγματεύεται τη δημιουργία, οικοδόμηση και ανάπτυξη της βλάχικης ταυτότητας, η οποία βέβαια δεν είναι μία, είναι παράλληλες ταυτότητες οι οποίες έχουν εξελιχθεί, ενώ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς πώς η βλάχικη ταυτότητα συγχέεται με την ελληνική, ταυτίζεται ή παίρνει άλλους δρόμους, π.χ ταύτισής της με τη ρουμανική ιδέα».
«Το άγχος και επιδίωξη της εθνικής ομοιογένειας», κατά τον κ. Τσιτσελίκη, συντέλεσε ώστε «ακόμα και άνθρωποι οι οποίοι έδρασαν υπέρ της εθνικής ιδέας από τον 18ο και19ο αιώνα μέχρι σήμερα, οι οποίοι όμως διαφοροποιούνταν γλωσσικά, π.χ Αρβανίτες και Βλάχοι, να θεωρούν ότι η μητρική τους γλώσσα μαζί με τα ελληνικά, αποτελούσε μια απαξία», ενώ, από την πλευρά του, «το ελληνικό κράτος αδιαφόρησε για την ύπαρξη τέτοιων δεύτερων μειονοτικών γλωσσών και τελικά τις άφησε στην κοινωνική και ιδεολογική δυναμική της αφομοίωσης».
Ο κ. Τσιτσελίκης επεσήμανε τη διαιώνιση του εν λόγω φαινομένου μέχρι και τη σημερινή εποχή: «είναι ενδεικτικό ότι πάρα πολύ σύλλογοι, ενώ αυτοπροσδιορίζονται ως βλάχικοι τελικά δεν ενδιαφέρονται τόσο πολύ για τη γλώσσα αλλά για τα δίκτυα που στήνουν, για τους τόπους καταγωγής τους, για τη μουσική τους, για τα ήθη και τα έθιμα γενικότερα», είπε, ενώ εν συνεχεία υπογράμμισε ότι «η γλώσσα αφήνεται σε δεύτερο βαθμό, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ενοχοποιητικό στοιχείο. Άνθρωποι που μιλάνε τις γλώσσες αυτές θεωρούνται στιγματισμένοι, ανάλογα βέβαια με το πολιτικό περιβάλλον, αν υπάρχει βίαιη καταδίωξη της γλώσσας σε περιόδους δικτατορίας η οποία δεν ανέχεται την πολυμορφία ή απλή αδιαφορία σε περιόδους δημοκρατίας».
Τέλος, σχολιάζοντας, έπειτα από ερώτηση, την ωριμότητα της ελληνικής κοινωνίας να υποδεχτεί πληθυσμιακές ομάδες που διαφοροποιούνται γλωσσικά, ο κ. Τσιτσελίκης είπε «ότι κοινή ιδεολογία και στάση των ανθρώπων είναι ότι αν μιλάς μια άλλη γλώσσα, αυτό μειώνει την ελληνικότητά σου. Εν προκειμένω, σύμφωνα με τους γλωσσολόγους, τα βλάχικα είναι διάλεκτος της ρουμάνικης και τα πομάκικα, νοτιοσλαβική διάλεκτος που μοιάζει με τα τούρκικα. Ωστόσο, ας μην ξεχνάμε ότι ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας, ο Ιωάννης Κωλέττης ήταν βλαχόφωνος και ο πρώτος πρόεδρος της δημοκρατίας, ο Παύλος Κουντουριώτης, ήταν αλβανόφωνος», κατέληξε.
Επιμέλεια: Γ.-.Δ.Κ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
