Ενα τευχος μνημης
Το τεύχος Απριλίου της μηνιαίας έκδοσης του Πολιτιστικού Ομίλου Ξυλαγανής είναι ένα τεύχος μνήμης. Διανύοντας ήδη την τρίτη τετραετία της κυκλοφορίας της, η ΠΟΞ- Ξυλαγανή ανακινά μνήμες από την πρώτη της έκδοση και επαναδημοσιεύει το πρώτο της άρθρο, το οποίο επεσήμαινε τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η έκδοση, προέβλεπε ωστόσο πορεία παράλληλη με την επίτευξη των στόχων που οι δημιουργοί της είχαν θέσει. Και δεν διαψεύστηκε ως προς αυτό εκείνο το πρώτο άρθρο.
Από αυτό το τεύχος μνήμης επιλέξαμε να παρουσιάσουμε αναδημοσιευμένη μια επιστολή του αειμνήστου Χαράλαμπου Κατσιμίγα για την Ξυλαγανή που φεύγει και δίνει τη θέση της στη σημερινή, που όλο και λιγότερο της μοιάζει. Συνοδευτικό της επιστολής ένα ποίημα του ιδίου, που τόσο αγάπησε τη ζωή και διδάχτηκε ακόμα και από τον πιο απλό άνθρωπο το πώς να γίνει αυτός ο σπουδαίος που τελικά ήταν.
«Η επιστολή που θ’ ακολουθήσει είχε δημοσιευθεί στο 88ο φύλλο της εφημερίδας μας, Ιανουάριο του 1991. Την αναδημοσιεύω, όχι μόνο γιατί ξέρω από πόσο απίθανες πηγές προσπαθεί κάθε άνθρωπος να αντλήσει έστω και μια σταγόνα παρηγοριάς, όταν την έχει απόλυτη ανάγκη, αλλά και για κάποιους ακόμη λόγους: Γιατί αντίγραφό της – μαζί με ένα σύντομο σημείωμα του φίλτατου Κώστα Κατσιμίγα, επίτιμου μέλους του ομίλου μας, κι ένα ποίημα- «ήρθαν» στις 7 Μαΐου 2003, και γιατί η επιστολή αυτή είναι πραγματικά ένας «ύμνος» στην Ξυλαγανή που «έφυγε».
Σαράντα μέρες λοιπόν μετά την εκδημία του, ο αλησμόνητος φίλος του Π.Ο.Ξ. Χαράλαμπος Κατσιμίγας, μας «μιλάει» για την Ξυλαγανή που είχε αγαπήσει, την Ξυλαγανή που έφυγε, την Ξυλαγανή, που, δυστυχώς, όλο και λιγότερο θυμίζει η σημερινή.
Σ.Π.
«Προς τον
Πολιτιστικό Όμιλο Ξυλαγανής
Ξυλαγανή
Αγαπητοί συγχωριανοί και φίλοι,
Τις μέρες αυτές, με τη συμπλήρωση σαράντα χρόνων από τότε που, με απόσταση λίγης ώρας, πέθαναν ο πατέρας και η μητέρα μου και κηδεύτηκαν μαζί, η σκέψη μου στρέφεται προς αυτούς με πολλή συγκίνηση.
Ο νους όμως δε στέκεται μόνο στα προσωπικά γεγονότα, αλλά αναπολεί την τότε ζωή στο σύνολό της, με τις χαρούμενες και τις πικρές διακυμάνσεις της, μέσα σε μια περίοδο, που αρχίζει το 1935, με την εγκατάστασή μας στην Ξυλαγανή, όταν εγώ, δωδεκάχρονο παιδί, μόλις αρχίζω να συνειδητοποιώ τον γύρω μου κόσμο, μέχρι το 1951, στα εικοσιεννιά μου, που έχω πια ανδρωθεί και βλέπω την περίοδο αυτή να κλείνει, κατάφορτη από εμπειρίες συγκλονιστικές. Εμπειρίες που μέσα μεν στον κύκλο της οικογένειας είναι
κείνες που συνδέονται με την αριθμητική ολοκλήρωσή της, με το άγγιγμα της μικρής ανθρώπινης δόξας, που είναι η κάποια καταξίωση των μελών της, και τέλος με τον τραγικά πρόωρο βιολογικό των γονιών της αφανισμό.
Η αναπόληση όμως αυτής της οικογενειακής διαδρομής μοιραία επεκτείνεται και στο πλατύτερο σκηνικό της εποχής, σκηνικό που βέβαια το συνθέτουν ο τόπος και οι άνθρωποί του, όπου μέσα πραγματοποιήθηκε η διαδρομή εκείνη, τόπος και άνθρωποι που δεν ήσαν άλλοι από την αγαπημένη Ξυλαγανή και τους κατοίκους της.
Έτσι, η ευλάβειά μου προς τη μνήμη των γονιών μου, είναι «εκ των πραγμάτων» σύμφυτη με την ευλάβειά μου προς τη μνήμη των ανθρώπων της Ξυλαγανής της 15ετίας 1935-1950, εποχής που σημαδεύεται με την πυρακτωμένη σφραγίδα τραγικών περιπετειών, έσχατης εθνικής δοκιμασίας, αλλά μαζί και ανανέωσης και αναδημιουργίας.
Και πραγματικά αξίζει τιμή και σεβασμός προς εκείνους που αποτέλεσαν τους στυλοβάτες της νέας προσφυγικής Ξυλαγανής. Τους αρχοντάνθρωπους εκείνους, που χωρίς να έχουν περάσει από πόρτες μεγάλων σχολείων, έλαμπαν ωστόσο από σοφία, πατριωτισμό και δυναμισμό, άξιοι επίγονοι προπατόρων, και επί αιώνες κράτησαν σταθερά τον ελληνισμό στην αδιαμφισβήτητης πρωτοκαθεδρία του μέσα σε όλη τη βαλκανική και τη Μικρά Ασία.
Δεν αναφέρω ονόματα για να μη τυχόν ασεβήσω σε κάποιον απ’ αυτούς (Βορειοθράκες και Ανατολικοθράκες), παραλείποντάς τον από αβλεψία.
Αλλά ιδιαίτερη επίσης τιμή και σεβασμός ανήκει, νομίζω, και σε κάποιους βλαστούς εκείνης της ηρωικής γενιάς των θεμελιωτών της προσφυγικής Ξυλαγανής, και εννοώ τους πρώτους, τους προπολεμικούς πνευματικούς ανθρώπους της, μοναδική τότε πρωτοπορία της ανάμεσα όχι μόνο από όλα τα χωριά του Νομού, αλλά και απ’ αυτή την Κομοτηνή, πλειάδα ολόκληρη από δασκάλους κυρίως, παιδιά που σπούδασαν με μύριες όσες οικονομικές δυσκολίες, για να αναδειχθούν λαμπροί θεράποντες της Παιδείας, αλλά και θερμοί πατριώτες – μαχητές στον πόλεμο του 1940-41 και στην αντίσταση.
Είναι από μεν τις γυναίκες οι αείμνηστες τώρα Αμαλία Παπαδοπούλου και Χιτοπούλα Φωταράκη και η Κωνσταντίνα Πυριλίδου και Ολυμπία Ζεματοπούλου, δασκάλες όλες.
Από τους άνδρες δε οι αείμνηστοι Κώστας Γιαμούκης και Νίκος Γιανναράκης, καθώς και οι Στάθης Ιγνατάκης, Πέτρος Παπαπαύλου και Σιδέρης Χατζησιδέρης, δάσκαλοι, και ο αείμνηστος Μιχάλης Κατραντζής, απόφοιτος του Ιεροδιδασκαλείου Κορίνθου.
Περίπτωση ξεχωριστή ο μαρτυρικά αδικοχαμένος γιατρός Γιώργος Γιαμούκης. Αυτοί είναι εκείνοι που χάρισαν στην Ξυλαγανή τον πρώτο πνευματικό φωτοστέφανό τους, και ασφαλώς το επίτευγμά τους αυτό δεν είναι άσχετο από το γεγονός ότι το όνομα της Ξυλαγανής λαμπρύνουν σήμερα παιδιά της, επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων, με υψηλές διακρίσεις και αξιώματα μέχρι και καθηγητές ελληνικών, αλλά και ξένων Πανεπιστημίων.
Σε όλους αυτούς τους αρχοντάνθρωπους, πρωτοθεμελιωτές της προσφυγικής Ξυλαγανής και στους πνευματικούς πρωτοπόρους της ανήκει νομίζω αμέριστη τιμή και σεβασμός από όλους μας.
Την τιμή αυτή προς τη μνήμη των γονιών μας, αλλά και προς τη μνήμη των άλλων αείμνηστων πια συγχωριανών μας της εποχής εκείνης, καθώς κα τον σεβασμό μου προς τους επιζώντες από αυτούς, για την κάθε λογής συμβολή τους – στη δυναμική θεμελίωση της προσφυγικής Ξυλαγανής – στην προκοπή της και στην πνευματική ακτινοβολία του ονόματός της επιθυμώ να εκφράσω με την επιστολή μου αυτή και μαζί, αντί για λουλούδια στους τάφους των αναπαυμένων, είτε στα χέρια των επιζώντων, παρακαλώ να δεχθείτε από μέρους μου το εσώκλειστο ποσό των 25.000 δραχμών, συμβολική οικονομική συνδρομή μου προς τον Όμιλό σας, που αντάξιος εκείνων, εργάζεται με αληθινή υψηλοφροσύνη και μόχθο αξιοσέβαστο.
Η προσφορά μου αυτή, ελάχιστη άλλωστε, δεν είναι βέβαια «εκ του υστερήματός μου», αλλά ούτε και «εκ του παχυλού περισσεύματος», το οποίο, εάν υπήρχε θα μου επέτρεπε να νιώσω τη χαρά μιας πραγματικά σημαντικής οικονομικής συμπαράστασης στο τόσο αξιέπαινο έργο σας.
Με αγάπη
και πολλή εκτίμηση
Χαράλαμπος Κατσιμίγας
Συνταξιούχος Δικηγόρος
Επίτιμος Πρόεδρος
Του Δικηγορικού Συλλόγου».
Οι στήλες του Φιλάμνωνα
Στρατιώτη από τη Γορτυνία
Ευλαβικά φέρνω στο νου πώς ήσουνα:
Πάντα ένα σύννεφο θαμπό στο πρόσωπό σου,
όμως μαζί κι’ ένα ζεστό χαμόγελο
στην άκρη των πικρών – στεγνών χειλιώ σου.
Δε με ορμήνευες συχνά, λίγα τα λόγια σου.
Μου τά χες πει εξαρχής, όλα, μια κι’ όξω:
«Γνώθι σαυτόν», «χρη δραν» κι’ άλλα παρόμοια.
Τα δέχτηκα κι’ ούτε που σκέφτηκα ποτέ να διώξω.
Ήταν κοφτές οι συμβουλές που μούδωσες,
όμοιες μ’ εκείνες που κι’ εσύ κάποτε πήρες
και τήρησες – όπως κι’ εγώ, όσο μπόρεσα,
μακριά απ’ αμαρτωλές και πλάνες μοίρες.
Κι’ όταν σημάνει η ώρα νάρθω να σε βρω,
με σεβασμό στεκάμενος μπροστά σου,
θα σου ιστορήσω πως, όπου κι’ αν βρέθηκα,
πάντα στα βήματα πατούσα τα δικά σου».
Χαράλαμπος Κατσιμίγας
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
