«Εμεις οι Γκαγκαβουζηδες»

Ο Χρήστος Στ. Κοζαρίδης γεννήθηκε στο Αμμόβουνο Ορεστιάδας Έβρου το 1962 και σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης. Κατάγεται από προσφυγική οικογένεια Θρακιωτών, ο πατέρας του είναι Γκαγκαβούζης, από το Κοτζά Χιντίρ, χωριό κοντά στο Χάσκιοϊ και η μητέρα του από την Καράμτζα του Ουζούν Κιοπρού. Από το 1989 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Χρυσούπολη Καβάλας. Είναι μέλος πολιτιστικών και αθλητικών συλλόγων, ασχολείται ενεργά με τα κοινωνικά, πολιτιστικά και πολιτικά δρώμενα της Επαρχίας Νέστου.

Από μικρός διαμορφώνει συνείδηση της καταγωγής του, συμμετέχοντας και μελετώντας τα ήθη και τα έθιμα του χωριού του, τους χορούς και τα τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας του. Αυτό ήταν η αφορμή για να ασχοληθεί και συστηματικά με την ιστορία και τη διαδρομή των προσφύγων της Ανατολικής Θράκης.

Αποτέλεσμα ήταν η έκδοση δύο βιβλίων για την ιστορία της Επαρχίας Νέστου με τίτλους: «Επαρχία Νέστου, από τα ομηρικά χρόνια μέχρι το 1940. Συμβολή στην τοπική ιστορία» και «Από την Ανατολική Θράκη στην Επαρχία Νέστου. Ιστορική-Κοινωνική-Λαογραφική περιήγηση στους τόπους καταγωγής των Ανατολικοθρακιωτών προσφύγων της Επαρχίας Νέστου».

Παράλληλα, έψαχνε συστηματικά σε βιβλιοθήκες και αρχεία, κρατικά και ιδιωτικά, κατέγραψε διηγήσεις προσφύγων, αναζήτησε και βρήκε απογόνους με ενδιαφέρον για την γκαγκαβούζικη καταγωγή τους. Η έρευνα αυτή κράτησε πολλά χρόνια και αποτέλεσμά της είναι η παρούσα έκδοση. Από μέρους του, η έκδοση αυτού του βιβλίου θεωρείται φόρος τιμής σε όλους τους Γκαγκαβούζηδες, οι οποίοι αν και διώχτηκαν, χλευάστηκαν και υποτιμήθηκαν για την καταγωγή τους, παρέμειναν όρθιοι και επέμεναν να την τονίζουν με υπερηφάνεια.


Ο ίδιος ο συγγραφέας στον δικό του πρόλογο μιλά για τους «τουρκόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς της Θράκης, τους Γκαγκαβούζηδες». Συγκεκριμένα αναφέρει: «Αυτός είναι ο χαρακτηρισμός που τους αποδίδεται στα εγκυκλοπαιδικά λεξικά ή βιβλία. Σε συζητήσεις μεταξύ πολιτών ή και ορισμένων ιστορικών παρατηρείται μία διάθεση απαξίωσης και ειρωνείας λόγω της τουρκόφωνης ομιλίας τους. Το παρελθόν τους είναι αποσπασματικά καταγραμμένο, κυρίως, στην ελληνική ιστοριογραφία. Μέσα από την έρευνα και τις συζητήσεις με τους ηλικιωμένους πρόσφυγες διαπιστώσαμε πως το θέμα της καταγωγής τους παραμένει μέχρι και σήμερα άλυτο. Ταυτόχρονα η διαδρομή και η παρουσία τους αγνοείται, προβάλλονται διαφορετικές απόψεις οι οποίες πηγάζουν κυρίως από την ερμηνεία που δίνει η κυρίαρχη εθνολογική και ιστορική άποψη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το σκοτάδι δημιουργεί θρύλους ως προς τη φυλετική καταγωγή ενός λαού ή μιας κοινότητας ανθρώπων, ιδίως των απομονωμένων. Ως διέξοδο χρησιμοποιούν συγγενικούς δεσμούς ή απευθείας καταγωγή με στρατηλάτες και θρησκευτικούς ηγέτες. Οι ορεσίβιοι και οι ακριτικοί λαοί των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας, με βάση την προφορική τους παράδοση, συνδέουν την καταγωγή τους με στρατηλάτες-πολιτικούς ηγέτες, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος και οι θρυλικοί Ακρίτες. Στη διάρκεια των χρόνων δημιούργησαν μία ισχυρή προφορική ιστορική παράδοση την οποία και μετέφεραν στις επόμενες γενεές, αφήνοντάς την ως πολύτιμο αγαθό και εργαλείο. […]

Το εγχείρημά μας για την καταγραφή της ιστορίας των Γκαγκαβούζηδων ήταν δύσκολο, απαιτούσε χρόνο και καλή γνώση της ιστορίας. Χρειάστηκαν πολλές ώρες μελέτης και έρευνας, ανάμεσα σε χιλιάδες σελίδες βιβλίων, όπου τις περισσότερες φορές υπήρχαν λίγες γραμμές για τη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα. Ανακαλύψαμε μέσα σʼ αυτές τις σελίδες, σημειώσεις περιφρονητικές, υποτιμητικές, αλλά και στοιχεία αντικρουόμενα ως προς την καταγωγή τους. Εντοπίσαμε κείμενα από τα οποία αντλήσαμε σημαντικές πληροφορίες για την πορεία τους, πράξεις ηρωισμού, ανδρείας και στοιχεία της καθημερινότητάς τους. Διαπιστώσαμε τη διαφορετικότητά τους σε σχέση με τους γείτονές τους, αλλά και με τα άλλα τουρκόφωνα φύλα, όπου προσπαθούν να τους εντάξουν.

Η εργασία έπρεπε να ολοκληρωθεί και να αποδοθεί στους απογόνους ως φόρος τιμής για τα χρόνια της απομόνωσης και του κατατρεγμού, λόγω της τουρκόφωνης ομιλίας τους. Είναι γνωστό πως σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους κυνηγήθηκαν και απειλήθηκαν με πλήρη αφανισμό, όμως κατάφεραν να αντισταθούν και να επιβιώσουν. Η πορεία τους ήταν ανάλογη με τη διαδρομή όλων όσων ανήκουν στον ελληνισμό της Ανατολής και ακολούθησαν το 1924 το δρόμο της προσφυγιάς. Αναγκάστηκαν να ορθοποδήσουν στη νέα πραγματικότητα, βίωσαν την απόρριψη λόγω της γλωσσικής ετερότητας, επέμεναν όμως σταθερά να δηλώνουν την ελληνορθόδοξη πίστη τους και να αποτελούν τελικά αναπόσπαστο και ισότιμο πληθυσμιακό τμήμα του ελληνικού κράτους».


Η συγκεκριμένη μελέτη στηρίχτηκε σε δημοσιευμένες πηγές μέσα από την παγκόσμια βιβλιογραφία. Λόγω του έντονου ενδιαφέροντος παρατηρήσαμε ότι στη βιβλιογραφία συγκρούονται τρεις ιστορικές σχολές, του παντουρκισμού, του τουρανισμού και του βουλγαρισμού. Η κάθε σχολή για δικούς της λόγους προσβλέπει στην ένταξη των Γκαγκαβούζηδων στο δικό της πολιτικό και κοινωνικό άρμα. Στηρίχθηκε επίσης στην αλληλογραφία των Ελλήνων προξένων της ανατολικής και βόρειας Θράκης με το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας. […]

Τα στοιχεία αυτά, διάσπαρτα στη βιβλιογραφία, αποτυπώνουν, με αρκετά ακριβή τρόπο, την εθνολογική σύσταση του χώρου της βόρειας και ανατολικής Θράκης, ειδικότερα των περιοχών όπου διέμεναν οι Γκαγκαβούζηδες.

Επίσης, η μελέτη στηρίχθηκε στις συναντήσεις και τις καταγραφές του συγγραφέα με πρόσφυγες και απογόνους των προσφύγων, κυρίως για να εντοπίσουμε με ακρίβεια τα χωριά καταγωγής τους.

«Το συνολικό υλικό» σύμφωνα με το συγγραφέα, «αποτελεί τη βάση για μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση για την καταγωγή και την πορεία των Γκαγκαβούζηδων μέσα στο χρόνο. Ασχοληθήκαμε λεπτομερώς με την καταγωγή τους και την πορεία τους μέχρι και την εγκατάστασή τους στα ελληνικά εδάφη. Η μετέπειτα διαδρομή τους πιστεύουμε πως αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, το οποίο θα πρέπει να μελετηθεί διεξοδικά. Μελλοντικοί ερευνητές θα ασχοληθούν με αυτούς τους προβληματισμούς μας και θα μας δώσουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της ζωής, της δράσης και της δημιουργικότητας αυτών των προσφύγων.

Στην εισαγωγή του βιβλίου προσπαθούμε να αναλύσουμε αν και κατά πόσο οι Γκαγκαβούζηδες αποτελούν μειονότητα, γλωσσική φυλετική ή μία ξεχωριστή κοινότητα. Στηριζόμαστε στις διεθνείς συνθήκες και αποφάσεις οργανισμών, αλλά και στην εμπειρία των ίδιων, όπως την καταγράψαμε μέσα από συναντήσεις και συζητήσεις».


Στο πρώτο κεφάλαιο, ακολούθως, περιγράφεται με ακρίβεια ο γεωγραφικός χώρος μέσα στον οποίο κινήθηκαν και έζησαν και δεν είναι άλλος από τα ανατολικά εδάφη της χερσονήσου του Αίμου.

Στο δεύτερο κεφάλαιο σημειώνονται οι μεταναστεύσεις και εγκαταστάσεις λαών στα Βαλκάνια κατά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο.

Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύονται όλες οι θεωρίες και απόψεις που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς ως προς την καταγωγή και την προέλευση των Γκαγκαβούζηδων.

Στο τέταρτο κεφάλαιο διερευνάται η οθωμανική περίοδος, η επαναστατική περίοδος των Βαλκανίων και η δημιουργία των πρώτων εθνικών κρατών.

Στο πέμπτο κεφάλαιο καταγράφονται οι πρώτες επιπτώσεις στην κοινωνική και οικονομική ζωή των Γκαγκαβούζηδων και του ελληνισμού από την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους.

Στο έκτο κεφάλαιο καταγράφεται η δράση των ελληνικών συλλόγων για την εκπαίδευση των παιδιών, οι προσπάθειες για συντήρηση και διατήρηση των σχολείων αρχικά σε απομακρυσμένα χωριά, αλλά και μέσα στις πόλεις.

Στο έβδομο κεφάλαιο παρακολουθείται μέσα από τις εκκλησιαστικές, ιστορικές και περιηγητικές πηγές η παρουσία των Γκαγκαβούζηδων στην ανατολική Θράκη.

Στο όγδοο κεφάλαιο αναλύονται οι επιπτώσεις των Βαλκανικών πολέμων στους λαούς αποφεύγοντας να τονίσουμε πολεμικές επιχειρήσεις και γεγονότα.

Στο ένατο κεφάλαιο περιγράφεται η κοινωνική και εκπαιδευτική ζωή μετά την απελευθέρωση της ανατολικής Θράκης και την παλιννόστηση των εκδιωχθέντων.


Στο δέκατο κεφάλαιο γίνεται μία προσπάθεια να καταγραφεί η παρουσία των Γκαγκαβούζηδων στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία, επιχειρώντας να αποκτήσει ο αναγνώστης μια πλήρη εικόνα για αυτό τον πληθυσμό, ο οποίος ακόμη και σήμερα νοιώθει πως κάτι του αφαιρούν από την εικόνα του. Ο μόνος τρόπος να εκφράζεται είναι τα τραγούδια και η παράδοσή του.

Στο τέλος του βιβλίου, σε παράρτημα, παρατίθεται φωτογραφικό υλικό, με ιδιαίτερο ιστορικό και λαογραφικό ενδιαφέρον, που συγκεντρώθηκε από γκαγκαβούζικα χωριά του βόρειου Έβρου.

Τέλος, ο συγγραφές δεν παραλείπει να ευχαριστήσει όλους όσους συνέβαλαν στην ολοκλήρωση του έργου του, φίλους και συνεργάτες, σʼ όλους όσους γνώρισε σε όλη τη διάρκεια της αναζήτησης στοιχείων, εγγράφων και φωτογραφιών από γκαγκαβούζικες οικογένειες. Επίσης, στις εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης Α.Ε.» και στην οικογένειά του.

Ιφιγένεια Βαμβακίδου:

«Προσφορά στην ιστορία της μείζονος Θράκης»

Η Επίκουρη Καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Ιφιγένεια Βαμβακίδου προλογίζει το τελευταίο αυτό έργο του Χ. Κοζαρίδη, μια μελέτη που στηρίζεται σε δημοσιευμένη βιβλιογραφία, ελληνική, βουλγαρική, τουρκική, ρωσική και ευρωπαϊκή, καθώς επίσης σε αρχεία, σε κείμενα περιηγητών και σε συνεντεύξεις πληροφορητών από τον συγγραφέα.

«Η κοινωνική ανάλυση του έθνους και η συνάρτησή του με τη διεκδίκηση πολιτικής ύπαρξης αποτελεί φαινόμενο του 20ου-21ου αιώνα: οι σύγχρονες θεωρίες αντιλαμβάνονται το έθνος ως μορφή συλλογικής ταυτότητας που επιβίωσε από το παρελθόν, μέσω της μνήμης και των μυθοποιητικών μηχανισμών, έτσι ώστε η ομάδα να εξελίσσεται σε έθνος. Τα σύγχρονα έθνη θεωρούνται μετασχηματισμοί της ταυτότητας των εθνοτήτων: οι εθνότητες περιγράφουν τους πληθυσμούς με κοινό όνομα, μύθους καταγωγής, ιστορία, πρότυπα, εδαφική περιοχή και αλληλεγγύη και αντίστοιχα η εθνοτική ταυτότητα (ethnic) περιγράφει τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο συναίσθημα, στην ψυχολογική ταύτιση και στην αλληλόδραση των μελών μιας ομάδας.

Ο D. Horowitz, έμπειρος μελετητής των μεταβολών της εθνοτικής ταυτότητας, υποστηρίζει ότι η ταυτότητα αυτή αποκτάται κυρίως κατά τη γέννηση, αλλά αρκετές φορές ο γλωσσικός ή ο θρησκευτικός προσηλυτισμός συμβάλλουν στη ριζική μεταβολή της. Άλλοτε πάλι χρειάζονται γενιές για να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, μέσω επιγαμιών και αναπαραγωγής. Ο Horowitz ταξινόμησε τις εθνοτικές μεταβολές σε «αφομοίωσης και διαφοροποίησης», υπενθυμίζοντας ότι στα μεταβατικά στάδια η κατοχή διπλών ταυτοτήτων είναι ενδεχόμενη.

Παράλληλα η εθνική ταυτότητα (national) προσδιορίζει σε δεύτερο επίπεδο τα πολιτικά σημαίνοντα της εθνοτικής ταυτότητας. Η συμμετοχή και η προσήλωση σʼ ένα έθνος αποτελεί φαινόμενο δυτικοευρωπαϊκού εθνισμού1 του 18ου αιώνα, όπως διαβάζουμε στην ιστορία των εθνών, ενώ η σύγχρονη αντίληψη για το έθνος με έμφαση στα πολιτικά συμφραζόμενα της κοινωνικής ομάδας ανάγεται στο 1789.

Στις αρχές του 19ου αιώνα αφυπνίζεται το ενδιαφέρον για την αναζήτηση και τη δημοσίευση του ιστορικού παρελθόντος, αλλά και η μαζική εκδήλωση απελευθερωτικών κινημάτων από Ισπανούς (1820), Έλληνες (1821), Ιταλούς (1831) και λαούς των παραδουνάβιων ηγεμονιών.

Ο εθνισμός ως πολιτική αρχή υποστηρίζει την εναρμόνιση της πολιτικής και εθνικής οντότητας στους άξονες του κοινού συναισθήματος και της κοινής δράσης, καθώς από το 1852-1878 αλλάζει ο τρόπος πραγμάτωσης των εθνικών επιδιώξεων στην κεντρική Ευρώπη: τις λαϊκές έτσι επαναστάσεις αντικαθιστούν οι κυβερνητικές αποφάσεις, ο πόλεμος και η διπλωματία στη φάση της εθνικής ολοκλήρωσης.

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι προσπάθειες για εθνικά ομοιογενή κράτη σημαίνουν την άσκηση πολιτικής εθνικών εκκαθαρίσεων, όπως η γενοκτονία των Αρμενίων την περίοδο 1915-1917 στο κράτος των Νεότουρκων ή και την πολιτική της ανταλλαγής των πληθυσμών: στα Βαλκάνια περίπου 2 εκατ. άτομα μετακινήθηκαν, από τα οποία 1.200.000 Έλληνες, 600.000 Τούρκοι και 200.000 Βούλγαροι. Στο ίδιο πεδίο περίπου 3.000 πόλεις άλλαξαν κατοίκους και το 1923 η συνθήκη της Λοζάνης όρισε τα όρια των μετακινήσεων αυτών.

Στο σημείο αυτό διευκρινίζουμε ότι η έννοια του «έθνους» αναφέρεται «στο σύνολο των ατόμων που έχουν την ίδια εθνικότητα και απαρτίζουν ένα κράτος ή επιδιώκουν τη σύστασή του», ενώ ο όρος «κράτος» συνιστά «τη νόμιμη ενσάρκωση της έννοιας του έθνους και την πολιτική έκφραση ενός ομοιογενούς κι αυτοτελούς κοινωνικού συ­νόλου σε μια εδαφική περιοχή». Η σχέση έθνους και κράτους χαρακτηρί­ζει τη νεότερη εποχή, διότι προκύπτει με τη δημιουργία του νεότερου δυτικού κράτους, ουσιαστικά με τη συνθήκη της Βεστφαλίας2. Ωστόσο η έννοια του κράτους δεν ταυτίζεται με την έννοια του έθνους και αντίστροφα, καθώς υπάρχουν κράτη εθνικά ομοιογενή και κράτη πολυε­θνικά, ενώ παράλληλα, υπάρχουν έθνη, τα οποία είναι διασπαρμένα σε διαφορετικά κράτη, λόγω του ότι τα σύνορά τους χαράχθηκαν με βάση τα όρια των πρώτων αποικιακών κτήσεων.

Τα τελευταία 20-30 χρόνια, μαθαίνουμε και βιώνουμε έναν διασυνδεδεμένο κόσμο στον οποίο η έννοια των συνόρων αλλάζει. Τα εδαφικά, κοινωνικά, πολιτιστικά και πολιτικά σύνορα δεν συμπίπτουν όπως παλιά. Χρειαζόμαστε νέες προοπτικές, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τις σύγχρονες αλληλεπιδράσεις, τις αποφάσεις, τους θεσμούς, χρειαζόμαστε υπερεθνικές προοπτικές ή αυτό που αποκαλείται μια κοσμοπολίτικη προσέγγιση. Εξαιτίας των νέων δομών επικοινωνίας, των νέων τεχνολογιών επικοινωνίας, των νέων συστημάτων μεταφοράς, όλοι οι διαφορετικοί πολιτισμοί, τα διαφορετικά έθνη, οι διαφορετικές θρησκείες ζουν στο ίδιο παρόν, ακόμη κι αν ταυτόχρονα ζουν σε διαφορετικό παρελθόν και διαφορετικό μέλλον. Πρόκειται, σε κάποιο βαθμό, για ένα ενσωματωμένο παρόν.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στις αρχές της νεωτερικότητας σε σχέση με το μαρξισμό, η πάλη των τάξεων θεωρείτο ένα διεθνές πρόβλημα κι αυτό αποτυπώθηκε με την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Έπειτα, εφευρέθηκε το έθνος-κράτος και τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα άρχισαν να τοποθετούν την πάλη των τάξεων στην εθνική σφαίρα. Σήμερα, το θέμα είναι πάλι ανοικτό. Βλέπουμε ότι ορισμένα προβλήματα που είχαν εθνικοποιηθεί τον 19ο αιώνα δεν μπορούν να παραμείνουν εθνικοποιημένα τον 21ο αιώνα. Η κανονιστική ιδέα του κοσμοπολιτισμού είναι ένα από τα σημαντικά ζητήματα, όπως επίσης και η κριτική του μεθοδολογικού εθνικισμού. Αυτό συνεπάγεται την εφεύρεση μιας νέας μεθοδολογίας που ανοίγει τις θεωρητικές και ερευνητικές προοπτικές των κοινωνικών επιστημών σε υπερεθνικές αλληλεξαρτήσεις και διασυνδέσεις.

Ο David Held στο βιβλίο του Global Transformations δείχνει πώς αυτή η διασυνδετικότητα αυξάνεται σε πολλές διαστάσεις από τη δεκαετία του 19703. Εάν είναι αλήθεια ότι η παγκόσμια διασυνδετικότητα αυξάνεται, τότε όλα τα ερευνητικά προβλήματα γύρω από την παγκοσμιοποίηση και τους εθνικισμούς μεταβάλλονται σε ένα κύριο επιστημολογικό ζήτημα.

Το μοντέλο της προσχηματικής χρησιμοποίησης εθνολογικών/γλωσσολογικών/ιστορικών στοιχείων για την εδραίωση μιας πολιτικής προπαγάνδας εφαρμόζεται στα Βαλκάνια στο πέρασμα της ιστορίας. Ενδεικτικά υποσημειώνουμε ότι ακόμη και μια ομάδα-μειονότητα 10.000 ανθρώπων, όπως η ομάδα των Γκοράνι (εξισλαμισμένοι Σέρβοι ή/και Βούλγαροι που μετακινήθηκαν προς τη Βοσνία) μπορεί να χρησιμοποιηθεί σήμερα ως ζήτημα διεκδίκησης από τη Σερβία, τη Βουλγαρία και τη FYROM. Οι ομάδες-μειονότητες στο Κόσσοβο, αλλά και στο σύνολο της χερσονήσου του Αίμου αναζητούν εγγυήσεις στα όμορα κράτη ακόμη και με τη μορφή «σημαίας-ευκαιρίας», κάθε φορά που οι ταξικές διαφορές μεγαλώνουν.Η πολυπολιτισμικότητα φαίνεται να αποτελεί πολιτικό μοντέλο διοίκησης, αλλά μπορεί να λειτουργήσει αμφίδρομα ως ειρηνική συνύπαρξη ή ως πολιτική σκακιέρα, όπου κάθε ομάδα-μειονότητα μετατρέπεται σε πιόνι ξένων δυνάμεων.

Η ανακίνηση/κατασκευή μειονοτικών ζητημάτων στα Βαλκάνια καταγράφεται στην ιστορία ως συνεχής και οργανωμένη: στις 17 Απριλίου 2008 στο Ευρωκοινοβούλιο έγινε επίσημη εκδήλωση με θέμα «Μειονότητες στην Ελλάδα, Τούρκοι δυτικής Θράκης και Μακεδόνες», όπου οι γεωγραφικοί όροι και τα εθνώνυμα χρησιμοποιούνται αυθαίρετα και προπαγανδιστικά από την ιμπεριαλιστική, ηγεμονική ομάδα που επιδιώκει την αλλαγή συνόρων και την έξαρση των εθνικισμών με στόχο τη μετακίνηση ξένων στρατών και την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων. Τα δικαιώματα στη διαφορά όσον αφορά στη γλώσσα, στη θρησκεία και στην καταγωγή εξασφαλίζονται, μέσω διεθνών και διμερών συμφωνιών, έτσι ώστε οι ομάδες-μειονότητες να αποτελούν γέφυρες συγχρωτισμού και όχι κάστρα πολεμικά του μεσαίωνα.

Οι αντιφάσεις της καθημερινής/πραγματικής ζωής μπορεί να εντοπιστούν στα διαφορετικά αιτήματα των υποομάδων μέσα στην ίδια ομάδα-μειονότητα: φέτος το ΕΔΑΔ όρισε ως θεμιτή τη χρήση του προσδιορισμού «τουρκικός-ή-ό» για σωματεία και μειονοτικές οργανώσεις, δικαιώνοντας επιφανή μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης (δικηγόρους και εμπόρους), ενώ από την άλλη το Πρωτοδικείο Ροδόπης αμφισβητεί με απόφασή του την εφαρμογή του «ιερού ισλαμικού νόμου» στις γυναίκες/μουσουλμάνες/ελληνίδες/ευρωπαίες αναγνωρίζοντας ίσα κληρονομικά δικαιώματα με τους άντρες μετά από αίτημα μουσουλμάνων-γυναικών της Κομοτηνής.

Στις περιπτώσεις αυτές είναι φανερή η πολυπλοκότητα στη σύνθεση των ετεροτήτων ανάμεσα στη θρησκεία, στο φύλο, στην τάξη, στην πολιτειότητα, στην καταγωγή ώστε η ελληνικότητα, η ευρωπαϊκότητα, το ισλάμ, το φύλο, το τουρκικό προξενείο, ο ρόλος του μουφτή και η κοινωνική τάξη να ορίζουν διαφορετικές ανάγκες και δικαιώματα στο σύνολο των ετεροτήτων. Τα κοινά ταξικά συμφέροντα στον ιστορικό χωροχρόνο φαίνεται ότι αποτελούν την μεγαλύτερη δύναμη για όλες τις ομάδες που δεν ταυτίζονται με τα γεωπολιτικά συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, καθώς οι αποσχίσεις και οι αυτονομήσεις δεν απελευθερώνουν από την κυρίαρχη/ταξική καταπίεση.


Τα έθνη αποτελούν ιστορική κατασκευή του 19ου αιώνα στη βάση κοινότητας/γλώσσας/εδάφους/πολιτισμικής ομάδας, αλλά η οικονομική ζωή παραμένει αρχέγονη βάση της ανθρώπινης ταυτότητας. Σκοπός της ιστορίας, όπως γράφει ο Μαρξ είναι η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και η απελευθέρωση των ανθρωπίνων δυνατοτήτων που η εξέλιξη αυτή θα φέρει. Πραγματικά αληθινή είναι η παραγωγική ζωή των ανθρώπων και όχι οι ιδέες ή η συνείδησή τους.

Το καινούριο έργο του Χρήστου Κοζαρίδη αναδεικνύει τους πληθυσμούς που συμβιώνουν στα Βαλκάνια και στην Ανατολή μέσα από ποικίλες ετερότητες, γλωσσικές και θρησκευτικές κυρίως στο πεδίο των μικτών κοινοτήτων. Η ερευνητική εμπειρία του συγγραφέα και η χρήση πολύγλωσσης βιβλιογραφίας συμβάλλουν στην αξιοποίηση των πηγών και στις πολλαπλές αφηγήσεις της σύγχρονης ιστορίας. Η προσφορά του στην ιστορία της μείζονος Θράκης, αποτελεί διαμεσολαβημένο, δευτερογενές υλικό, έργο αναφοράς για εκπαιδευτικούς και εκπαιδευμένους σε γεγονοτικό επίπεδο».

Επιμέλεια: Α.Χ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.