Ελευθερο ΒΗΜΑ,24/02/2009

Κάνει κρύο κάνει…τσίφι για το δόλιο το κοτσύφι…

Με πήρε και με σήκωσε η χιονοθύελλα που με κυνηγούσε την Κυριακή από τη Νάσια Κλαβρύτων μέχρι και χαμηλά στο Πανόπουλο Ηλείας… Η εκδρομή που επιχειρήσαμε με τον καλό μου στην πανέμορφη ορεινή Αχαΐα, στο Χλεμό, παλαιά επαρχία Καλαβρύτων μου βγήκε και πάλι ξινή… Επέστρεψα με κρυάδες, πυρετό και βήχα, όμως για να μη πιστέψουν οι καλοί μας αναγνώστες ότι την κάνω “κοπάνα”, σας γράφω ενδεδυμένη με χοντρό παλτό και τσουράπες… “Υποτροπή” είπε ο αγαπητός μου παθολόγος και με φόρτωσε πάλι αντιβιοτικά. Παρόλα αυτά, δεν μετανιώνω για την εκδρομή σε εκείνο το πανέμορφο χωριό, των 150 σπιτιών και πέντε κατοίκων, με τα πέτρινα και τις κεραμοσκεπές, το λαγκάδι που το διασχίζει τραγουδώντας, και τα λίγα ζωντανά που απέμειναν να σημαίνουν ζωή και εργασία. Η Νάσια βρίσκεται πολύ κοντά στα Τριπόταμα, σε απόσταση 5 χιλιομέτρων από την Ε.Ο 111 που συνδέει Πάτρα με Τρίπολη. Περάσαμε από την όχθη του δρυοδάσους της Κάπελλης, που ήταν κάτασπρο από το χιόνι, τη Δίβρη, χωμένη στο πάγο και το χιόνι και συνεχίσαμε βορειοανατολικά. Είναι όμορφα τα βουνά του Μοριά, ακόμα και με τέτοιον καιρό, ακόμα και με χιονοθύελλα…

Προλάβαμε τον καιρό πριν κλείσει δρόμους κουβαλώντας στο αυτοκίνητο ένα λευκό φορτίο χιονιού, που το σύγκρινα με το λασπωμένο χώμα της Αμαλιάδας. Η μικρή διαφορά των τόπων και οι μεγάλες συνέπειες. Στην πόλη που ζω βουτήξαμε πάλι μέσα στην υγρασία, που όλα τα καταπίνει… Ενώ κει επάνω στο βουνό, παρά το κρύο, όλα ήταν ανάλαφρα και τρυφερά χάρη στο βοριαδάκι που όλα τα στεγνώνει…

Ας είναι, εδώ λοιπόν έχουμε χιονιά…Απολαμβάνω το κρύο στην Ηλεία, μια Ηλεία άβγαλτη και αμάθητη σε βοριάδες, σε παγωνιές και χιόνι… Τόσο χαμηλά που να φτάσει το λευκό! Ξέρω, δεν θα το στρώσει κι αυτή τη φορά, αρκούμαι όμως να βλέπω τον Ερύμανθο λευκό, απαστράπτουσα την Ανατολή, αρκετά μακριά από την έδρα μου, πολύ κοντά όμως ως επιφαινόμενον! Ντύνομαι χοντρά, ό,τι μάλλινο υπάρχει στις ντουλάπες το φορώ και βγαίνω στον καιρό με την αυτοπεποίθηση ότι εγώ δεν φοβάμαι τον αέρα που τόλμησε να μας φθάσει από τις στέπες. Τα ρούχα στην αυλή ανεμίζουν πανικόβλητα και ελεύθερα, παραδομένα στο κρύο… Η μυρωδιά του βοριά στις ίνες τους “άρωμα νόστου”, που δεν το ξεχνώ όσα χρόνια λείπω από το κρύο! Το κρύο ξεκαθαρίζει το μυαλό, αφυπνίζει τις αισθήσεις και ελευθερώνει τους καθηλωμένους από την υγρασία μυώνες.

Θυμάμαι εκείνο τον τρομακτικό χειμώνα του ΄63, στην Αλεξανδρούπολη, κι ύστερα τον άλλο, το 1970. Το χιόνι είχε φτάσει στο ένα μέτρο και η θερμοκρασία στους -15 βαθμούς Κελσίου. Ήταν όλη η πόλη πάλλευκη για ένα μήνα, τα πουλιά είχαν εγκαταλείψει τα βουνά και τα δάση και είχαν εισβάλει στις αυλές και τα πλατύσκαλά μας. Η μαμά τάιζε όλη την ορνιθοπανίδα με ψίχουλα και οι βρύσες κάθε πρωί χρειαζόταν καυτό νερό για να ξεπαγώσουν. Οι μπουγάδες στις απλώστρες κοκάλωναν μέχρι να πεις κύμινο και οι σόμπες μπουμπούνιζαν μέρα-νύχτα… Για να περπατήσεις στην πόλη έπρεπε πάνω από τα σκαρπίνια να φορέσεις χοντρά τσουράπια, ώστε να εξασφαλίσεις ότι θ’ αποφύγεις το αναγκαστικό πατινάζ. Το κρύο είχε εισβάλει στην χώρα από τη Σιβηρία. Ήταν μια έξοχη εμπειρία εκείνος ο χειμώνας, που μας έκανε να αισθανόμαστε και ολίγον Ευρωπαίοι, “βόρειοι”, δηλαδή, αφού βγήκαν από τα σεντούκια όλα τα ξεχασμένα ζεστά ρούχα.

Αμπέχονα, επενδύτες, σκούφοι, γάντια και πλεκτά κασκόλ. Θυμάμαι ένα αμερικάνικο χακί μπουφάν με τρεις εσωτερικές “στρώσεις” που είχε στείλει η Αμερικάνα θεία. Το φορούσα από το πρωί ίσαμε το βράδυ και αισθανόμουν κάπως σαν Εσκιμώος της Αλάσκα, εξαιτίας της γούνινης κουκούλας του. Φτιάξαμε κι ένα τεράστιο χιονάνθρωπο στην αυλή που άντεξε όρθιος πάνω από μια εβδομάδα! Καρότο στη μύτη, δυο ελιές για μάτια κι ένα κόκκινο πανάκι για χείλη… Ο χιονάνθρωπος εκείνος είχε γίνει μασκότ της γειτονιάς γιατί είχε ύψος πάνω από 1,5 μέτρο, κι έμοιαζε πραγματικός άνθρωπος. Τον παρακολουθήσαμε μετά να λιώνει μέρα με τη μέρα, αργά αλλά σταθερά, μέχρι που απέμεινε ένα υγρό κατάλοιπο γύρω από κάτι μαύρες λαστιχένιες γαλότσες, που αποτελούσαν τις βάσεις του…

Στο χιονιά του 1970 ήμουν αρκετά μεγάλη πια για να συνειδητοποιήσω την οντολογική αξία ενός αληθινού χειμώνα στη ζωή μου. Πηγαινοερχόμουν σχολείο με ρούχα πιο sick πια, ένα μάλλινο πράσινο παλτό, που πολύ αγάπησα. Μπότες -με σπιρούνια, μάλλινο λαχανί καλτσόν και δερμάτινα γάντια… Μέσα από το παλτό η μπλε ποδιά- υποχρεωτικά, και από μέσα μη ρωτάτε! Φανέλες, γιλέκα, φούστες, και ό,τι ζεστό έβγαζε το πρωί η μαμά που άπλωνε δίπλα στη φωτιά για να πάρει την υγρασία… Ήταν η τελευταία τάξη του Λυκείου εκείνη η χρονιά, κι εγώ από τότε είχα συνειδητοποιήσει ότι τέτοιο λευκό δεν πρόκειται ποτέ στο βίο μου ξανά να απολαύσω…

Είχα ήδη ανοίξει πανιά για την Αθήνα, σπουδές γαρ, όπου σπανίως χιόνιζε… Διέσχιζα το δρόμο από το σχολείο ίσαμε το σπίτι με κατάνυξη σχεδόν, μη λερώσω το λευκό ένδυμα του οδοστρώματος. Και τ’ απογεύματα, μετά το φροντιστήριο παρέες- παρέες, καταφεύγαμε στην παραλία για να απολαύσουμε το μαγικό θέαμα του απλωμένου χιονιού στην ακτή, πάνω στα καΐκια της μικρής μαρίνας, πάνω στα μότορ-σιπ του λιμανιού. Μέρες λευκές, νύχτες απαστράπτουσες… Ήταν η εποχή των ονείρων και των σχεδίων, η εποχή της μεγάλης φυγής της γενιάς μου από την επαρχία στις πρωτεύουσες.

Ήταν η εποχή των ερώτων και μιας οργιαστικής φαντασίας για το τι μας περίμενε. Το τέλος της αθωότητας, ίσως, που αναδύονταν από το χιόνι εκείνου του χειμώνα πάλλευκη για να ξεστρατίσει στο θόρυβο συμβατικοτήτων.

Το χιόνι λάτρεψα όσο τίποτε άλλο στον καιρό και τις εκφάνσεις του. Με πρότυπο εκείνη την περίφημη εικόνα της ταινίας “Δόκτωρ Ζιβάγκο” στην προεπαναστατική Ρωσία, όταν η Λάρα (Τζούλι Κρίστι) και ο Δόκτωρ Ζιβάγκο (Ομάρ Σαρίφ) καταφεύγουν στην πολυτελή Τσάλκα τους μέσα στο Γενάρη του 1919 ή του 1917… Χιόνι που ο βαρύς ρωσικός χειμώνας, το είχε φέρει μέσα στους τοίχους εκείνου του παλατιού… Αρχέτυπος ο ρόλος του λευκού, η εικόνα εκείνη μου ‘ρχεται πρώτη στο νου όταν αναφέρομαι σε ανατροπές και πάγους!

Χιονιάς, λοιπόν, και ο βοριάς που τ’ αρνάκια των βουκόλων μας παγώνει πάνω στη Λασιώνα και τη Δίβρη. Εμείς γλιτώσαμε την κατάψυξη χάρη στην ποιότητα ζωής που μας εξασφάλισε η κεντρική θέρμανση… Είναι κρίμα… Διότι ο θάνατος από το κρύο είναι γοητευτικός. Σε καταλαμβάνει μια τρυφερή υπνηλία μέχρι το τέλος… Για την ιστορία των αρχετύπων σημειώσατε ότι η καλλονή Τζούλυ Κρίστι, πρώην ερωμένη του Γουόρεν Μπίττυ, μεγαλωμένη πια εδώ και χρόνια υποφέρει από Αλτσχάιμερ, γεροντική άνοια, δηλαδή.

Κισμέτ και πεπρωμένον; Ισως. Εκείνη τουλάχιστον, όπως και η Λάρα του Μπόρις Πάστερνακ (συγγραφέα του Δόκτορα Ζιβάγκο) έζησε και χιονιάδες και μεγάλους έρωτες νωρίς… Χαλάλι!!!

Γράφει η Ελένη Σκάβδη

[email protected]

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.