Εκθεση αποφοιτων Σχολων Καλων Τεχνων
Η Ξάνθη υποδέχεται κάθε χρόνο αποφοίτους των Σχολών Καλών Τεχνών με αφορμή την ενασχόλησή τους στον εκπαιδευτικό τομέα. Το περασμένο Σάββατο στο Λαογραφικό Μουσείο, έγιναν τα εγκαίνια μιας έκθεσης ζωγραφικής έξι νέων καλλιτεχνών, συνάμα εκπαιδευτικών. Για το έργο τους μίλησε η Κική Χριστοδούλου, ιστορικός τέχνης – μουσειολόγος. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τέλη του Μάη.
Η κ. Χριστοδούλου προσέγγισε αρχικά το έργο της Βασιλικής Ασπιώτη, ξεκινώντας από τα θέματά της. «Η Ασπιώτη Βασιλική, υποστηρίζει γενικά την ανθρώπινη παρουσία και τη ζωή. Σπάζει σε γεωμετρικές φόρμες τον χώρο που διαθέτει. Η κάθε φόρμα αποτελεί ένα παράθυρο άλλοτε στο χρώμα και άλλοτε στο σχήμα, ανάλογα με το τι εξυπηρετεί το σύνολο του κάθε έργου. Τα έντονα και πλακάτα χρώματα προσδίδουν μια χαρούμενη ατμόσφαιρα στα έργα της. Άλλοτε τα περιορίζει σε ένα αυστηρό περίγραμμα, άλλοτε τα απελευθερώνει σε στροβίλους.
Στην πρώτη περίπτωση που έχουμε εδώ, το σχήμα προσδιορίζεται από το χρώμα. Το σχέδιο είναι ακριβές και καθαρό. Οι φιγούρες απλοποιούνται σε χρωματικές επιφάνειες, που το περίγραμμα της μιας ορίζει εκείνο της άλλης. Όταν όμως ξεφεύγει από την αυστηρότητα αυτού του πουρισμού, ο πίνακας μοιάζει να αποκτά μια ρυθμική κίνηση και παλμό. Τα απελευθερωμένα χρώματα ξεκινούν ένα τρελό χορό και το περίγραμμα αρχίζει να φθίνει.
Πολύ ιδιαίτερο είναι το παραλληλόγραμμο. Η Βασιλική το τοποθετεί στο κέντρο του πίνακα και σε σημείο όπου συγκλίνουν διασταυρούμενα σχήματα. Αυτά, σαν σταυροδρόμι, ορίζουν το κέντρο βάρους του έργου και οριοθετούν το χώρο γύρω από το γεωμετρικό σχήμα. Το τραπέζιο είναι το κενό όπου συγκεντρώνεται το φως, αποτελώντας ταυτόχρονα ένα σημείο διαφυγής».
Για το έργο του Ηλία Ζημιανίτη εξήγησε ότι η φύση αποτελεί αστείρευτη πηγή έμπνευσης, όπως και σε πολλούς δημιουργούς. «Θα δείτε τα λουλούδια του να στροβιλίζονται και να αιωρούνται σε αόριστο χώρο. Δίπλα σ’ αυτά, δύο εντελώς διαφορετικές προτάσεις. Η «Ματαιοδοξία», τοποθετημένη στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου, αποτελείται από δύο πίνακες. Ένα πρόσωπο σε ηρεμία στον ένα πίνακα, και η κούπα του καφέ του στο δεύτερο. Η επιλογή της οπτικής γωνίας του προσώπου είναι ιδιαίτερη. Το καδράρισμα είναι τόσο κοντινό, που περικόπτει το ίδιο το θέμα ενώ προκαλεί την άμεση επικοινωνία έργου-θεατή. Η κούπα του καφέ σχεδιάστηκε έτσι, ώστε οι αντανακλάσεις πάνω της να αναφέρονται στις αναμορφώσεις του 16-17ου αι. Επιπλέον, σε ένα μη-πραγματικό άνοιγμα διακρίνουμε σαν σε νεκρή φύση ό, τι απομένει από τον καφέ.
Στο έργο «Περιμένοντας τον ιππότη», διακρίνουμε χαρακτηριστικά διαφορετικών προελεύσεων. Η σχηματοποίηση του χώρου και της μορφής αναφέρονται στην προηγούμενη ενασχόληση του δημιουργού με την αγιογραφία. Ενώ τα χρώματα, οι διαβαθμίσεις τους και το στήσιμο της σκηνής, στο κόμικ. Ο Ηλίας εφαρμόζει σε λάδια νερού τις εμπειρίες αυτές, για να ερμηνεύσει μια σκηνή που θα μπορούσε να είναι συνηθισμένη».
Για τον Σεραφείμ Μπακούση η κ. Χριστοδούλου επεσήμανε αρχικά ότι το σύνολο του έργου διακρίνεται σε εικονιστικό και ανεικονικό, ερμηνεύοντας την κάθε μία από τις κατηγορίες. «Στα ανεικονικά έργα του, δεν υπάρχει παράδειγμα εδώ, χρησιμοποιεί κάποιες αρχές του σουπρεματισμού και του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, για να ορίσει τον δικό του χώρο. Αποδίδει χρωματική ζεστασιά στον σουπρεματισμό και ένα είδος σταθερότητας στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό, χωρίς να ακολουθεί ούτε το ένα ούτε το άλλο κίνημα τελικά.
Το εικονιστικό του έργο παρουσιάζει αποσπασματικές απόψεις της πραγματικότητας. Τοπία και μικρές ματιές σε πόλεις, τόποι και χώροι αληθινοί. Χρησιμοποιεί πυκνά χρώματα, με μικρές διαβαθμίσεις, μειωμένους όγκους, φως χωρίς σκιές ή μάλλον χρωματιστές σκιές αντί για φωτεινές φόρμες. Το καδράρισμα προκαλεί ένταση και μια δραματική αίσθηση, σε εικόνες κατά τα άλλα στατικές και ήρεμες.
Τα στοιχεία των τόπων που αναπαριστά ο Σεραφείμ, μειώνονται σε γεωμετρικά σχήματα. Αγγίζει την αφαίρεση του Daumier, συνδυάζοντας την με κάποια στοιχεία κυβισμού. Μοιάζει ο πίνακας να απλοποιείται σε ένα αράδιασμα χρωμάτων και σχημάτων, που απομακρύνουν τον πραγματικό χώρο από τον θεατή, φυσικά ηθελημένα. Οι αποσπασματικές εικόνες χώρων αντιστοιχούν ίσως στην ταχύτητα της καθημερινότητας, που δεν αφήνει περιθώρια ενατένισης σε ηρεμία».
Η Μαργαρίτα Σπηλιωτάκη, σύμφωνα με την Κική Χριστοδούλου, επιφανειακά παραμένει σε πλαίσια παραστατικής και αφηγηματικής τέχνης.
«Οι αναγνωρίσιμες φόρμες στο έργο της συγχέονται με το φανταστικό περιβάλλον. Στο σχέδιο διακρίνονται στοιχεία ναϊβισμού, που χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν μια παιδική ελαφρότητα, αλλά και για να δημιουργήσουν μια διφορούμενη εικόνα. Όπως για παράδειγμα ένα σύρμα με σχήματα που θα μπορούσαν να είναι μανταλάκια σε σχοινί, αν ο χώρος δεν οριζόταν από μια κολώνα ηλεκτρικού ρεύματος. Ή εδώ μια σκάλα, ένας φράχτης και ένα κόκκινο σύννεφο που μοιάζει να αποκτά μορφή και παλμό.?Η δεύτερη ανάγνωση του έργου της Μαργαρίτας, μας αποκαλύπτει έναν διαφορετικό κόσμο. Το πραγματικό και το φανταστικό συνυπάρχουν για να δημιουργήσουν έναν χώρο μοναδικό, προσωπικό και ιδιαίτερο, που αφήνει όμως την ελευθερία της ερμηνείας στον θεατή».
Στη συνέχεια προσέγγισε το έργο της Φωτεινής Τσιντζέλη για την οποία η κ. Χριστοδούλου εξήγησε ότι χρησιμοποιεί διαφορετική τεχνική. «Επιλέγει ένα υλικό που κουβαλάει μακρόχρονη ιστορία: το χαρτί. Η οξείδωσή του με την πάροδο του χρόνου συμβάλλει στη χρωματική εξέλιξη του έργου. Πάνω στο χαρτί, χρησιμοποιεί σκόνες, ξυλομπογιά, και σπανιότερα κολλάζ, σε χρωματισμούς που αντανακλούν το πέρασμα του χρόνου. Κάποια σχήματα, κάποια μορφώματα φυτικά ή ζωικά, κάποια σύμβολα, κάποιες αράδες γραμμάτων και λίγα χρώματα, αρκούν για να εκφράσει αυτό που θέλει. Αν και το αποτέλεσμα μοιάζει στην αρχή μπερδεμένο, στατικό και κάπως μουντό, μια πιο προσεκτική ματιά μας αποκαλύπτει έναν διαφορετικό κόσμο.
Συνταιριάζει το παλιό και το σύγχρονο. Στοιχεία των έργων της αφήνουν την αίσθηση του σχεδίου των κόμικ και της φωτογραφίας. Κάποια άλλα, αναφέρονται στην τεχνολογία και την τυπογραφία. Ενώ οι γραμματοσειρές της συνεχίζουν την παράδοση της διακοσμητικής επιγραφικής παρελθόντων εποχών και πολιτισμών.
Το έργο της Φωτεινής μας δίνει την αίσθηση ότι το παλιό και το νέο, μπορούν να συνδυαστούν. Ή μήπως επισημαίνει αυτό που απασχολεί και προβληματίζει την ίδια».
Στο μη συγκεκριμένο κινείται η δουλειά της Χρυσούλας Χατζηχαραλάμπους, όπως την ανέγνωσε η κ. Χριστοδούλου. «Σε μια ακόμη προσωπική χρήση του χρώματος, μια ιδιαίτερη ερμηνεία του περιβάλλοντος. Η ατμόσφαιρα τώρα γίνεται πιο αχνή, ομιχλώδης και υγρή. Κάθε έργο μοιάζει να θέλει να αποδώσει ένα πέπλο ομίχλης, χωρίς να αποκαλύπτει ότι κρύβεται πίσω από αυτό. Μοιάζει μόνο. Γιατί στην πραγματικότητα, η αρχική εικόνα είναι ένα πολύ συγκεκριμένο αντικείμενο.
Η αποσύνθεση της εικόνας προκαλείται από την απόσταση με το αντικείμενο: η δημιουργός το πλησιάζει τόσο που καταλήγει μη αναγνωρίσιμο. Αφού το αποσυνθέσει, ξεκινά ένα παιχνίδι με το φως, χωρίς αυτό να προκαλεί επιπλέον αλλοίωση της φόρμας. Ακολουθεί δηλαδή, ένα σκεπτικό σχετικά αντίθετο από εκείνο των ιμπρεσιονιστών.
Με τη διάθεση να μην μπορούμε να αναγνωρίσουμε το αρχικό αντικείμενο, μας οδηγεί σε αόριστους χώρους, σε ονειρικά τοπία και ελάχιστες φόρμες. Αποσυνθέτει την εικόνα και την οδηγεί στο φως και το χρώμα. Η προσωπική της πρόκληση είναι ο διαφορετικός φωτισμός του κάθε έργου της, όπως ο Μονέ ζωγράφιζε την πρόσοψη του καθεδρικού ναού της Ρουέν, σε διάφορες ώρες της ημέρας. Η Χρυσούλα όμως, ωθεί την διάσπαση της εικόνας της στα άκρα και εισέρχεται στη σφαίρα του αφηρημένου».
Κλείνοντας τον κύκλο των παρουσιάσεων η Κική Χριστοδούλου ανέφερε ότι οι έξι καλλιτέχνες γράφουν τη δική τους ιστορία, με μοναδικά μέσα το χρώμα και το σχήμα.
Μ.Α.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
