Εκδηλωση τιμης* στον Μητσο Αλεξανδροπουλο

Για το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, δεν μάθαμε τίποτα στα Πανεπιστήμια, ούτε οι γνωστές ιστο ρίες της λογοτεχνίας ανέφεραν οτιδήποτε συστηματικό για το έργο του.

Η μεταπολεμική λογοτεχνία εξαντλούνταν στην ποίηση, στη μελέτη του έργου του Μανόλη Αναγνωστάκη – ενταγμένο στην ενότητα όμως των Θεσσαλονικιών ποιητών- και στην πεζογραφία, στο έργο του Δημήτρη Χατζή.


Η «λογοτεχνία της ήττας» λειτουργούσε περισσότερο ως ένα σχήμα κατάταξης, όπου κάποιος ενέτασσε με άνεση εκεί ονόματα, που η κριτική σπασμωδικά ανέφερε και η συμβολή τους στα ελληνικά γράμματα ήταν αόριστη. Ούτε βιβλία, ούτε κριτικές αναφορές, ούτε αφιερώματα περιοδικών στο έργο τους.

Όσο για το ίδιο το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, αυτό δεν ήταν ποτέ in στα βιβλιοπωλεία. Τα έργα του έπρεπε κάποιος μόνος του να τα ανακαλύψει. Με αφορμή πάντοτε σχεδόν, για μια μεγάλη μερίδα φιλολόγων, την προσφυγή στις μυθιστορηματικές του βιογραφίες, ως απαραίτητο και πρώτο ανάγνωσμα στην προσέγγιση μεγίστων προσωπικοτήτων των γραμμάτων όπως ο Μαγιακόσφκι, ο Πούσκιν, ο Γκόρκι, ο Τσέχωφ.

Μόνος του να το ανακαλύψει, μέχρι σχεδόν, την τελευταία δεκαετία, όταν η κριτική της λογοτεχνίας το σημαντικότερο, άρχισε να τοποθετείται ξανά απέναντι σε ό,τι ονομάζουμε μεταπολεμική λογοτεχνία και άρχισε έτσι να γίνεται λόγος και για το έργο ανθρώπων, όπως η Μέλπω Αξιώτη, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος και άλλοι.

Για το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και περιοδικά όμως όπως τα «Θέματα λογοτεχνίας», ο «Ελί-τροχος» και ο «Αλφειός» συνέβαλαν πολύ στις πρώτες κριτικές αξιολογήσεις του έργου του, τα βιβλία του άρχισαν να κυκλοφορούν περισσότερο στα βιβλιοπωλεία, και η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας αποφάσισε το 2001 να του απονείμει το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.Οφειλόμενη, μετά από χρόνια, αναγνώριση.

Ποιος είναι όμως ο συγγραφέας Μήτσος Αλεξανδρόπουλος… Λίγο πριν όλοι μαζί τον τιμήσουμε, ας θυμηθούμε ελάχιστα για τη ζωή και το έργο του, ας ξεφυλλίσουμε κριτικές αποτιμήσεις της μεγάλης συνεισφοράς του στα ελληνικά γράμματα κι ας ξαναβυθιστούμε στους ρυθμούς της γλώσσας και του έργου του.

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος είναι εξάλλου λίγο περισσότερο δικός μας. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έζησε στη Ρουμανία και στη Μόσχα. «Ο Μάξιμος ο Γραικός» ήταν το “συναξάρι” των νεοπροσφύγων σήμερα Ποντίων συντοπιτών μας, που μοιράστηκαν την ίδια εμπειρία ζωής μαζί του, κι η ρωσική γλώσσα τούς στάθηκε αφορμή για την εξοικείωση με τη μεγάλη ρωσική λογοτεχνία.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος όμως….

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Η ζωή και το έργο

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1924. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ώς το τελευταίο έτος. Η Κατοχή και ο Εμφύλιος καθόρισαν σε πολλά το χρονικό της ζωής του. Από το 1949 μέχρι τον επαναπατρισμό του, το 1975, έζησε στο εξωτερικό, στις ανατολικές χώρες. Από το 1956 ώς το 1961 παρακολούθησε μαθήματα στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο της Μόσχας.

Στα πρώτα του βιβλία, συλλογές διηγημάτων, Αρματωμένα χρόνια, 1954. Μια πρόσφατη ιστορία, 1962. Λευκή ακτή, 1966 και το δίτομο μυθιστόρημά του Νύχτες και αυγές, 1961-1963, η παρουσία και η επιρροή της πρόσφατης ιστορικής δοκιμασίας είναι άμεση και δραστική στη θεματική, αλλά και γενικότερα στο ψυχικό τους κλίμα, προϊδεάζοντας για το επίμονο οντολογικό ενδιαφέρον που του προκαλεί η στάση του ανυπότακτου, αντιστεκόμενου ανθρώπου, η διαχρονική περιπέτειά του. Είναι ο κεντρικός άξονας που προσδιορίζει τις επιλογές του με πολλές και διάφορες εκδοχές είτε από τις παλαιότερες (μυθιστόρημα Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, 1969, 1976), είτε από τις νεότερες εποχές (μυθιστορήματα: Τα θαύματα έρχονται στην ώρα τους, 1976. Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό, 1980, συλλογές διηγημάτων: Φύλλα φτερά, 1977. Η ένατη πληγή, 1986). Ιδιαίτερη θέση σ’ αυτή τη σειρά κατέχει το έργο του Αυτά που μένουν, 1994, που μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα ιδιόμορφο διανοητικό μυθιστόρημα με ήρωα την εποχή μας, με στοιχεία αυτοβιογραφίας, χρονικού, δοκιμίου, ενταγμένα στην ενιαία καλλιτεχνική αφηγηματική σύλληψη. Το βιβλίο αυτό αντιπροσωπεύει ένα σταθερό γνώρισμα στην πεζογραφία του Αλεξανδρόπουλου, που αφήνει τα θέματά του και τα είδη που καλλιεργεί, ελεύθερα από συμβατικές καθιερωμένες μορφές.

Σ’ αυτό τον άξονα οικοδομούνται ακόμα και οι βιογραφικές μυθιστορίες του, συνομιλίες για φλέγοντα προβλήματα της ζωής και του πνεύματος με τις κορυφαίες μορφές του ρωσικού πολιτισμού (Το ψωμί και το βιβλίο. Ο Γκόρκι, 1980. Περισσότερη ελευθερία. Ο Τσέχωφ, 1981. Ο Μεγάλος Αμαρτωλός. Ο Ντοστογιέφσκι και τα ιερά του τέρατα, 1984. Ένας άνθρωπος μια εποχή. Ο Αλέξανδρος Γκέρτσεν, 1989) καθώς και το δοκιμιακό έργο (Αντίσταση Δημοκρατία, 1975. Η Ρωσική λογοτεχνία. Ιστορία σε τρεις τόμους. Από τον 11ο αιώνα μέχρι την επανάσταση του 1917, 1978-1979. Μια συνάντηση. Σεφέρης – Μακρυγιάννης, 1983. Ο βασιλιάς που πέθανε, 1990. Δαίμονες και Δαιμονισμένοι. Επιστροφές στον Ντοστογιέφσκι, 1992) και τα ταξιδιωτικά του (Από τη Μόσχα στη Μόσχα . Ταξίδι στο Βόλγα, 1971. Οι Αρμένηδες, 1982).

Πολύ σχετικές με τα παραπάνω είναι και οι μεταφραστικές του επιλογές: Εμ. Καζακέβιτς, Το μπλε τετράδιο, 1965. Η εκστρατεία του Ίγκορ, 1976. Ο βίος του Αββακούμ, 1976. Η πολιορκία και η άλωση της Πόλης από τους Τούρκους, 1978. Γιούρι Ολέσα, Οι τρεις χοντροί, 1978. Αλέξανδρος Γκριμπογέντοφ, Συμφορά από το πολύ μυαλό, 1990. Αλέξανδρος Πούσκιν, Η Ντάμα Πίκα, 1991. Μικρές τραγωδίες, 1991. Ο χάλκινος καβαλάρης, 1995. Νικολάι Γκόγκολ, Η μύτη, 1994 και Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Μπομπόκ, 1995.

Στο βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα (Ο Τολστόι, ο Σαίξπηρ και οι τρελοί, 1996), μέσα από την ανάπτυξη του κύριου θέματος διατυπώνεται μια στοχαστική θεώρηση του συγγραφέα για την πορεία ενός αιώνα που βρίσκεται στο τέλος του.

Περιοδικό “Ελί -τροχος”, τεύχος 9-10, σ.σ. 127-128

Η Εργογραφία του Μ. Αλεξανδρόπουλου

Διηγήματα: Αρματωμένα χρόνια, Αθήνα, «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», 1954. •Μια πρόσφατη ιστορία, Αθήνα, «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», 1962. Σελ. 216 •Λευκή ακτή, Αθήνα, «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», 1966. σελ. 120 •Φύλλα φτερά, Αθήνα «Διογένης, 1977, Αθήνα, Πολύτυπο, 1983. Σελ. 272 •Η ένατη πληγή, Αθήνα, «Κέδρος», 1986. Σελ. 152 •Επιστροφές, Αθήνα, «Ελληνικά Γράμματα», 1999. Σελ. 104. ISBN: 960-344-865-6

Μυθιστορήματα: Νύχτες και αυγές Α. Η πολιτεία, Αθήνα, «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», 1961-63, Αθήνα, «Θεμέλιο», 1963-65, Αθήνα, «Κέδρος», 1979, Αθήνα, «Σύγχρονη εποχή», 1987, Αθήνα, «Ελληνικά Γράμματα»,2000. Σελ. 408. ISBN: 960-393-243-4•Νύχτες και αυγές Β. Τα βουνά, Αθήνα, «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», 1961-63, Αθήνα, «Θεμέλιο», 1963-65, Αθήνα, «Κέδρος», 1979, Αθήνα, «Σύγχρονη εποχή», 1987, Αθήνα, «Ελληνικά Γράμματα», 2000. Σελ. 1.112, . ISBN: 960-393-255-8, SET: 960-393-256-6 •Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Αθήνα, «Δίφρος», 1976, Αθήνα, «Σύγχρονη Εποχή», 1982. Σελ. 436 •Τα θαύματα έρχονται στην ώρα τους, Αθήνα, «Καρανάσης», 1976, Αθήνα, «Σύγχρονη Εποχή», 1988. Σελ. 192. ISBN: 960-224-113-6 • Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό, Αθήνα, «Κέδρος» 1980. Σελ. 272 •Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της ζωής, Αθήνα, «Δελφίνι», 1994, Αθήνα, «Ελληνικά Γράμματα» 2000. Σελ. 584 . ISBN: 960-393-432-1 • Αυτά που μένουν Β. Το κόκκινο σπίτι, Αθήνα, «Δελφίνι», 1994, Αθήνα, «Ελληνικά Γράμματα», 2000. Σελ. 1.078 . ISBN: 960-393-433-Χ.

Βιογραφικές μυθιστορίες: Το ψωμί και το βιβλίο. Ο Γκόρκι (τόμοι 2), Αθήνα, «Σύγχρονη Εποχή», 1980. Σελ. 360+240• Περισσότερη ελευθερία, Ο Τσέχωφ, Αθήνα, «Σύγχρονη Εποχή», 1981. Σελ. 368•Ο μεγάλος αμαρτωλός, Ο Ντοστογιέφσκι και τα ιερά του τέρατα, Αθήνα, «Κέδρος», 1984. Σελ. 496 •Ένας άνθρωπος μια εποχή (Ο Αλέξανδρος Γκέρτσεν), Αθήνα, «Γνώση», 1989. Σελ 456. ISBN: 960-235-357-0 •Ο Μαγιακόφσκι, Τα εύκολα και τα δύσκολα, Αθήνα, «Ελληνικά Γράμματα», 2000. Σελ. 410 . ISBN: 960-393-021-0

Ταξιδιωτικά: Από τη Μόσχα στην Αθήνα. Ταξίδι στο Βόλγα, Αθήνα, «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», 1971, Αθήνα, «Καρανάσης», 1976 • Οι Αρμένηδες, ταξίδι στη χώρα τους και στην ιστορία τους, Αθήνα, «Κέδρος», 1982. Σελ. 312.

Μελέτες: Αντίσταση – Δημοκρατία, Αθήνα, «Κέδρος», 1975. Σελ. 168 •Πέντε ρώσοι κλασικοί, Αθήνα, «Σύγχρονη Εποχή», 1978. Σελ. 384 •Η ρωσική λογοτεχνία, Από τον 11ο αιώνα μέχρι την επανάσταση του 1917 (τόμοι 3), Αθήνα, «Κέδρος» 1977. Σελ. 338+368+284•Μια συνάντηση, Σεφέρης – Μακρυγιάννης, Αθήνα, «Πολύτυπο», 1983. Σελ. 152•Ο βασιλιάς που πέθανε, Αθήνα, «Πολύτυπο», 1990. Σελ. 264•Δαίμονες και Δαιμονισμένοι, Επιστροφές στον Ντοστογιέφσκι, Αθήνα, «Δελφίνι», 1992. Σελ. 160 . ISBN: 960-309-030-1•Ο Τολστόι, ο Σαίξπηρ και οι τρελοί, Αθήνα, «Δελφίνι», 1996. Σελ. 272 . ISBN: 960-309-268-1

Μεταφράσεις: Εμμανουήλ Καζακέβιτς, Το γαλάζιο τετράδιο, Εχθροί, Αθήνα, «Θεμέλιο», 1966 •Αφήγηση της εκστρατείας του Ίγκορ, Αθήνα, «Κέδρος, 1976. Σελ. 64•Ο βίος του Πρωτόπαπα Αββακούμ, Αθήνα, «Κέδρος», 1976. Σελ. 160 • Η πολιορκία και η άλωση της Πόλης: Το ρωσικό χρονικό του Νέστορα Ισκεντέρη, Αθήνα, «Κέδρος», 1978. Σελ. 116• Γιούρι Ολέσα, Οι τρεις χοντροί, Αθήνα, «Κέδρος», 1978. Σελ. 168•Αλέξανδρος Γκριμπογέντοφ, Συμφορά από το πολύ μυαλό, Αθήνα, «Δωδώνη», 1990. Σελ. 224 •Αλέξανδρος Πούσκιν, Η Ντάμα Πίκα, Αθήνα, «Σύγχρονη Εποχή», 1991. Σελ. 90 . ISBN: 960-224-352-Χ •Αλέξανδρος Πούσκιν, Μικρές τραγωδίες, Αθήνα, «Σύγχρονη Εποχή», 1991. Σελ. 112 . ISBN: 960-224-331-7•Αλέξανδρος Πούσκιν, Ο Χάλκινος Καβαλάρης, Αθήνα, «Δελφίνι», 1995. Σελ. 96 . ISBN: 960-309-244-4•Νικολάι Γκόγκολ, Η μύτη, Αθήνα, «Κέδρος», 1994. Σελ. 72 . ISBN: 960-04-0930-7 •Αντόν Τσέχωφ, Εχθροί, Αθήνα, «Κέδρος», 1994. Σελ. 48. ISBN: 960-04-0932-3 •Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Μπομπόκ, Αθήνα, «Κέδρος», 1995. Σελ. 60 . ISBN: 960-04-0931-5

Το “χαμένο στοίχημα”

Ισως για τους συστηματικούς μελετητές και τους φιλέρευνους αναγνώστες του έργου του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου να είναι εμφανής η γενετική σχέση των διαφόρων αφηγηματικών ειδών με τα οποία ασχολήθηκε ο συγγραφέας, εντοπιζόμενη κυρίως στο ρωμαλέο ήθος που διακρινόταν ήδη στα πρώτα του πεζά και που εξακολουθεί ώς ήμερα να διαπερνά τον τρόπο που οργανώνει όλες του τις συνθέσεις. Ισως, ακόμα, ανάμεσα σε μυθιστορήματα, όπως οι Νύχτες και Αυγές (1961, 1963), διηγήματα, όπως η συλλογή της Λευκής Ακτής (1966), μυθιστορηματικές βιογραφίες, όπως αυτές για τον Γκόρκι (1980) και τον Τσέχοφ (1981) και στην αυτομυθοπλασία Αυτά που μένουν (1994), να υπάρχει μια αδιάσπαστη ενοποιός γραμμή που συνέχει το προσωπικό και το συλλογικό. Ομως όλα αυτά είναι στοιχεία που συμβάλλουν στην επιμερισμένη ανάλυση και ερμηνεία ενός πράγματι ενδιαφέροντος και πολύμορφου έργου, το οποίο, εν τούτοις, για ένα μεγάλο διάστημα χρόνου -ουσιαστικά ώς το 1974- θα μπορούσαμε να πούμε ότι παρέμεινε εγκλωβισμένο, για μερικούς πολύ συγκεκριμένους λόγους, σε μια αμφίλογη κατάσταση. Και λέγοντας “αμφίλογη κατάσταση”, εννοώ ότι παρά την κάποια ευνοϊκή του υποδοχή έμεινε ουσιαστικά άστεγο μέσα στα συμφραζόμενα της μεταπολεμικής μας γραμματολογίας. Δεν συσχετίστηκε με τα άλλα σημαντικά έργα των πεζογράφων της γενιάς που θήτευσε στον πόλεμο και μαθήτευσε στο αντιστασιακό φρόνημα του λαού και, κατά προέκταση, παρέμεινε, τουλάχιστον ώς τα μέσα της δεκαετίας του 70, ένα λογοτεχνικό πολύμορφο εγχείρημα που ο ορίζοντας των αναγνωστικών του προσδοκιών ήταν μάλλον περιορισμένος…

Χρειαστηκε να περάσουν από τη στιγμή εκείνη περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια για να ανανεωθεί η “διεκδίκηση” από το έργο του συγγραφέα των Αρμένηδων (1982) ενός χώρου μέσα στο πεδίο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας. Ομως εδώ, εκτός των άλλων, νομίζω ότι η έλλειψη μιας συνέχειας της πεζογραφικής του παρουσίας μέσα στο γραμματολογικό περιβάλλον του μεταπολέμου συνέβαλε στη δημιουργίας μιας διαδικασίας “μεταβατικής ένταξης” στο βασικό κορμό των μυθιστοριογράφων και διηγηματογράφων της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Μιας διαδικασίας ενσωμάτωσης που ενεργοποιήθηκε και εξελίχθηκε με βραδύτατους ρυθμούς, αν υπολογίσουμε τα ελάχιστα κριτικά κείμενα που δείχνουν την πρόσληψη των έργων του Αλεξανδρόπουλου, πριν και μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα.

Το ερωτημα που προκύπτει είναι, όπως πιστεύω, κρίσιμο, και όχι μόνο για τα πεζά του Αλεξανδρόπουλου. Γιατί αυτή η αναντιστοιχία, αυτή η εντυπωσιακή έλλειψη σύμπτωσης μεταξύ ενός έργου που ασφαλώς δεν έμεινε αδιάφορο για τις αφηγηματολογικές ιδέες του εικοστού αιώνα, αφενός, και της ελληνικής κριτικής και ιστοριογραφίας, αφ ετέρου, οι οποίες στάθηκαν αξιοσημείωτα αμήχανες και άτολμες μπροστά του;

Περιττο να τονίσω ότι για να δοθεί απάντηση σ ένα τέτοιο ερώτημα δεν μας αρκεί η εφαρμογή οποιασδήποτε κειμενοκεντρικής θεωρίας, αλλά μάλλον η γνώση των ιδιοτυπιών που προσδιόρισαν και σημασιοδότησαν στο μεταπολεμικό χάρτη της ελληνικής λογοτεχνίας τι σημαίνει ιθαγενές και τι όχι, τι εντάσσεται μέσα στον “κανόνα” και τι μένει απ έξω. Μάλιστα εδώ πρέπει να συμψηφίσουμε όχι μόνο τα πολιτικά, εξωλογοτεχνικά κριτήρια που, διαμορφωμένα από την κυρίαρχη γενιά του 30, υποβάθμισαν την αντιστασιακή θεματογραφία -ας πούμε, στη συντριπτική πλειονότητά τους, τα πεζά του Κώστα Κοτζιά και του Ζήση Σκάρου- αλλά και τα “εσωτερικά”, ενοχικά, αισθητικά κριτήρια που διαμορφώθηκαν στους κόλπους της μετεμφυλιακής Αριστεράς. Το ότι, δηλαδή, “πριμοδοτήθηκε” ο τύπος μιας πεζογραφίας των “καθημαγμένων ιδανικών”, η οποία οπωσδήποτε δεν εστιαζόταν στον προβληματισμό της κρίσης της επικής συνείδησης, δηλαδή στον προβληματισμό που διαπερνούσε τις Νύχτες και Αυγές και διαπερνά ώς ένα βαθμό ακόμα και το Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό (1980) του Αλεξανδρόπουλου…

Ελευθεροτυπία, 15/3/2002

Χρίστος Αλεξίου,

Μητσος Αλεξανδροπουλος

Ένας συγγραφέας άξιος του αιώνα του

Κυρίες και κύριοι,

Θα ήταν, νομίζω, σύμφωνο με το πνεύμα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, στην εκδήλωση αυτή*1, όχι μόνο να τιμήσουμε τη ζωή και το έργο του, αλλά και να στοχαστούμε τον άνθρωπο και το μέλλον του, έχοντας τον ίδιο για οδηγό μας.

Με αυτό στο νου, επιλέγοντας από όλο το πολύπλευρο έργο του ένα βασικό θέμα, θα προσπαθήσω, στα λίγα λεπτά που έχω στη διάθεσή μου, να εξηγήσω γιατί θεωρώ το συγγραφέα αυτόν άξιο του αιώνα μας.

Στον αιώνα αυτόν αποκορυφώθηκε, μα δεν βρήκε την κάθαρσή του αυτό που ο Σικελιανός ονόμαζε «δράμα της Ελευθερίας ανάμεσα στους αιώνες». Το δράμα αυτό συνεχίζεται με το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας και της συναδέλφωσης των ανθρώπων, για το οποίο χιλιάδες χρόνια αγωνίστηκαν οι αδικημένοι του κόσμου. Οι δραματικές περιπέτειες αυτού του οράματος καθόρισαν την ώς τώρα πορεία της ανθρωπότητας από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό. Ένα πολιτισμό που εμπεριέχει μέσα του σε μια ασυμφιλίωτη διαμάχη, την πιο άγρια εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο με το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη, την ανθρωπιά με την απανθρωπιά, την πιο φωτεινή ελπίδα με την πιο σκοτεινή απογοήτευση.

Στη διάρκεια του 18ου αιώνα, αυτό το όραμα κοινωνικής δικαιοσύνης, που εξέθρεψε όλες τις εξεγέρσεις των καταπιεσμένων, από τους Πολέμους των Δούλων στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα ώς τις μεγάλες αγροτικές εξεγέρσεις του Μεσαίωνα, πήρε μια συγκεκριμένη μορφή στα κηρύγματα ελευθερίας, ισότητας και αδελφότητας του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και βρήκε την ελπιδοφόρα έκφρασή του στη μεγάλη Γαλλική επανάσταση. Ό,τι ακολούθησε ήταν η προδοσία των ιδανικών αυτών από την αστική τάξη που τα γαλούχησε. Οι σκλάβοι της γης μεταβλήθηκαν σε σκλάβους της βιομηχανίας, και οι τοπικές συγκρούσεις σε παγκόσμιους ιμπεριαλιστικούς πολέμους για το μοίρασμα αποικιών και αγορών.

Από την πραγματικότητα αυτή γεννήθηκε ο Μαρξισμός, η θεωρία που έδωσε μια επιστημονική εξήγηση των νόμων που διέπουν την ιστορική εξέλιξη, αναλαμπάδιασε το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης και οδήγησε, μέσα από τα ερείπια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στη μεγάλη Ρωσική Επανάσταση του 1917, που συγκλόνισε τον κόσμο και άνοιξε, για πρώτη φορά στην Ιστορία, την ελπιδοφόρα προοπτική μιας πραγματικά ελεύθερης, σοσιαλιστικής κοινωνίας, στην απογοητευμένη ανθρωπότητα.

Η προοπτική αυτή, που πανικόβαλε και εξαγρίωσε το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, και το τέρας του Φασισμού, που γεννήθηκε από τα σπλάχνα του, οδήγησαν στο απερίγραπτο μακελιό του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ηρωϊκή αντίσταση των λαών και οι ανυπολόγιστες θυσίες που πρόσφεραν, δεν είχαν στόχο τους μόνο τη συντριβή του Φασισμού, αλλά και τη δημιουργία ενός κόσμου που θα καταργούσε οριστικά και αμετάκλητα τις αιτίες που δημιουργούν τους φασισμούς και τους πολέμους. […]

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος έζησε ενεργά τις δραματικές περιπέτειες αυτού του οράματος στον αιώνα μας, με τη συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση και στον Εμφύλιο Πόλεμο, και με τη ζωή του ως πολιτικός πρόσφυγας στη Ρουμανία και στη Σοβιετική Ένωση, και την εξέφρασε σε όλο το πολύτομο και πολύμορφο έργο του.

Η ανεπανάληπτη εμπειρία της Αντίστασης διαπερνάει όλο το έργο του. Το επικό μεγαλείο της, τα όνειρα και οι ελπίδες που τραγικά διαψεύστηκαν, διαμόρφωσαν μια όραση, μέσα από την οποία είδε τη ζωή, εξήγησε τα συγκλονιστικά γεγονότα του αιώνα του, και προσπάθησε να διακρίνει το μέλλον του ανθρώπου.

Στα έργα που πηγάζουν άμεσα από την τρομερή εμπειρία της κατοχής, όπως το δίτομο μυθιστόρημα Νύχτες και Αυγές, το όραμα για μια νέα ζωή διαμορφώνεται μέσα από τους ηρωϊκούς αγώνες του λαού ενάντια στον ξένο και στον ντόπιο φασισμό, ενάντι στην απανθρωπιά, την πείνα, τον τρόμο, την εξαθλίωση, το μαυραγοριτισμό, την προδοσία, τον τυχοδιωκτισμό. Οι αγώνες αυτοί πήγαν, δυστυχώς, στα χαμένα. Οι ελπίδες για μια ανάσταση της ζωής ύστερ’ απ’ τον πόλεμο τραγικά διαψεύστηκαν. Οι ωμότητες, τα φίμωτρα, οι φυλακές, οι υποκρισίες, όχι μόνο δεν καταργήθηκαν, αλλά και αυξήθηκαν, για να συντριβεί το πνεύμα της Αντίστασης, και ν’ αποκλεισθεί κάθε προοπτική για μια κοινωνική αναγέννηση. Οι Νύχτες και Αυγές τελειώνουν με μια ζοφερή απεικόνιση αυτής της διάψευσης, κι ένα φοβερό προανάκρουσμα του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε. «Ο εμφύλιος πόλεμος», γράφει ο Αλεξανδρόπουλος, «με τις μορφές που έλαβε, κυρίως με τον ένοπλο αγώνα στα βουνά, έναν πόλεμο εξαιρετικά σκληρό κι αρκετά μακρόχρονο, έβαλε σε φοβερή δοκιμασία ανθρώπους και ιδέες. Οι άνθρωποι έδειξαν απίστευτη αντοχή, απόφαση και δύναμη, ενώ με τις ιδέες συνέβησαν άλλα πράγματα». Αυτά τα άλλα πράγματα, που σχετίζονταν με τις εμφύλιες φαγωμάρες και τις ασυμβίβαστες με τη σοσιαλιστική ιδεολογία συμπεριφορές των μικρών και μεγάλων στελεχών τραυμάτιζαν καθημερινά τον «ρομαντικότατο» όπως τον χαρακτηρίζει «μαρξισμό» των αγωνιστών, αλλά δεν κλόνιζαν το όραμά του. Ούτε και θα ήταν δυνατό να το κλονίσουν, αφού τον ίδιο καιρό που το ελληνικό κίνημα συντριβόταν στο Βίτσι και στο Γράμμο, ο σοσιαλισμός φαινόταν να εδραιώνεται στην Ανατολική Ευρώπη, και η σοσιαλιστική επανάσταση κυριαρχούσε στην πιο πολυάνθρωπη χώρα της γης, την Κίνα.

Το βαθύ ρήγμα ανάμεσα στο σοσιαλιστικό ιδανικό και στη σοσιαλιστική πράξη το έζησε, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, μαζί με όλους τους συναγωνιστές του, στη Ρουμανία και στη Σοβιετική Ένωση, ιδιαίτερα στην τελευταία, όπου έζησε περισσότερο, και όπου διαμορφώθηκε ως συγγραφέας. Εκεί διαπίστωσε πως η Πολιτεία του Ήλιου, που χιλιάδες χρόνια λαχταρούσε η ανθρωπότητα και άρχισε να χτίζεται στα χρόνια της μεγάλης Ρωσικής Επανάστασης δεν είχε πραγματοποιηθεί στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση, πως οι ωμότητες, τα φίμωτρα, οι φυλακές και οι υποκρισίες, όχι μόνο δεν καταργήθηκαν, αλλά περίσσευαν στις σοσιαλιστικές χώρες, πως ο αιώνας μας, όχι μόνο δεν φαινόταν να είναι ο τελευταίος πριν από τον εξανθρωπισμό του Ανθρώπου, αλλά κινδύνευε να είναι ο πρώτος μετά την εξαφάνιση του Ανθρώπου. Αυτή ο οδυνηρή διαπίστωση ήταν το καταστάλαγμα της μακρόχρονης εμπειρίας του από τη Σοβιετική Ένωση. Παραθέτω δύο αποσπάσματα που δείχνουν την ανυποψίαστη αφετηρία και την πικρή κατάληξη αυτής της πορείας. Το πρώτο είναι από το βιβλίο Αυτά που μένουν:

«Όταν στα 1949, αρχές χειμώνα πηγαίναμε στη Σοβιετική Ένωση, ο Στάλιν ήταν παντοδύναμος. Τ’ όνομά του, η δόξα και η δύναμη που είχε αυτός ο άνθρωπος έπειτα από τους θριάμβους του πολέμου, ήταν έξω από μονάδες μέτρησης, έξω από συγκρίσεις.

Εκείνες ακριβώς τις μέρες ο Στάλιν γιόρταζε τα εβδομήντα του χρόνια κι εμείς, χιλιάδες άνθρωποι, σαν να πηγαίναμε εκεί με τα καράβια και τα τραίνα για τις γιορτές, και αληθινά για τα πανηγύρια ήταν η δική μας κατάσταση τότε αμέσως έπειτα από την ήττα. Κυριολεκτικά καραβοτσακισμένοι πηγαίναμε στη Σοβιετική Ένωση σαν τους παλιούς Μανιάτες και νησιώτες του Αιγαίου μετά τα ορλοφικά. Έτσι κάπως. Αλλά εκείνους εκεί πέρα τους βρήκαμε να γιορτάζουν κι είχαν τους λόγους τους…»
.

Το δεύτερο είναι από το βιβλίο Ο Βασιλιάς που πέθανε, και αναφέρεται στην καταδίκη και την εκτέλεση της πρώτης γυναίκας του Μπουχάριν Ναντιέζντα Λούκινα:

«Οι ανακρίσεις, οι καταθέσεις της, ολιγόλογες, σαφείς, γενναίες, – τα πιο αντρίκεια λόγια που συναντά κανείς σ’ αυτούς τους φακέλους. Μια αξιοθαύμαστη γυναίκα. Απαντά σ’ όλα όπως οι παλιοί Ρώσοι επαναστάτες, στους οποίους σίγουρα ανήκε με την ιδιοσυγκρασία της. Υπάρχουν ακόμα εκεί οι καταθέσεις των μαρτύρων, αντιφατικές, μικρόψυχες, κατατρομαγμένες, τα βουλεύματα και οι αποφάσεις και το σύντομο σαν παταριά πρακτικό της εκτέλεσης. Πώς την κράταγαν τα θηρία πάνω από δύο χρόνια σε τέτοια κατάσταση μες στο κελί – ο γύψος, διαβάζουμε σ’ ένα σημείο, έσπασε από την πρώτη στιγμή που πήγαν να τη συλλάβουν. Πώς την πήγαιναν στον ανακριτή, πώς την έσυραν, τέλος, και την εκτέλεσαν το Φεβρουάριο του 1940, δύο και πλέον χρόνια από τότε που τη συνέλαβαν; Τι σκηνή η εκτέλεση αυτής γυναίκας!

Τοσο φοβερά πράγματα δεν πρέπει να μένουν στη σιωπή των αρχείων. Ικανός ή όχι στο πρακτικό του έργο ο Στάλιν, εβούλιαξε το σοσιαλισμό στα πιο σκοτεινά υπόγεια της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Όλη αυτή η ωραία υπόθεση θα μένει στις ρίζες της μες στο έγκλημα και στην πληγωμένη συνείδηση μιας εποχής, έτοιμη ποιος ξέρει για ποιες υποτροπές, όσο, ακόμα και την τελευταία ρωγμή, δε θα μπορεί να εισχωρεί το φως»
.

Η σκέψη του Αλεξανδρόπουλου δεν είναι, βέβαια, τόσο απλοϊκή και μονοσήμαντη, ώστε να αποδίδει την κατάρρευση του σοσιαλισμού αποκλειστικά στα εγκλήματα του Στάλιν. Έχοντας μια βαθιά γνώση της Ρωσικής και Ευρωπαϊκής ιστορίας μέσα από τη λογοτεχνία, που αποτελεί την αυθεντικότερη έκφραση της ζωής, και έχοντας ο ίδιος, ως λογοτέχνης, την ικανότητα να βλέπει τα ιστορικά γεγονότα μέσα από τις άπειρες λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, επιχείρησε, και κατά τη γνώμη μου, κατόρθωσε να εξηγήσει μέσ’ από το έργο του αυτό το κολοσιαίο ιστορικό γεγονός, που συγκλόνισε στο παρελθόν, συγκλονίζει σήμερα, και θα συγκλονίζει άγνωστο για πόσον καιρό τον κόσμο. Ο χρόνος δεν επιτρέπει ν’ αναφερθούμε στις πολλαπλές ιστορικές, πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές αιτίες που συνέβαλαν σ’ αυτή την κατάρρευση. Αλλά θα μεταφέρουμε από το βιβλίο του Αυτά που μένουν μια πυκνή διατύπωση της αιτίας που ο Αλεξανδρόπουλος θεωρεί, και προσωπικά πιστεύω πως είναι, καθοριστική:

«Η σοβιετική κοινωνία διαλύθηκε όχι επειδή μπήκε μέσα ξένος στρατός. Ο ξένος στρατός θα της ξανάδινε ζωή και διάρκεια.

Η σοβιετική κοινωνία αυτοδιαλύθηκε. Οι δυνάμεις που την ακύρωσαν ήταν μέσα. Πολύ πριν λυγίσουν κι αποσχηματιστούν οι μορφές και τα δεσίματά τους, είχε προηγηθεί ο κλονισμός στη σκέψη και στη συνείδηση των ανθρώπων. Οι ίδιες οι πνευματικές και ηθικές αξίες, όπως σχηματίστηκαν, δεν δέχονταν πια την πραγματική κατάσταση, όπως εκείνη σχηματιζόταν μες στην κοινωνία.

Τι ακριβώς έγινε εκεί πέρα από τούτη την άποψη της ανθρώπινης ωρίμανσης μιας απόφαση που παίρνει κανείς μόνος του:

Επιγραμματικά θα έλεγα έτσι:

Η σοβιετική κοινωνία υπέκυψε στην πίεση της βαθιάς της αντιπαλότητας με την ίδια τη σημαία που κρατούσε, με το ίδιο το σοσιαλιστικό ιδανικό…»
.

Ο Αλεξανδρόπουλος αποκαλύπτει εδώ την αρρώστια που έφερε το θάνατο. Το μαρξιστικό όνειρο της απελευθέρωσης του ανθρώπου από κάθε είδους καταπίεση μεταμορφώθηκε στο αντίθετό του. Για να βρει τις αιτιολογικές ρίζες αυτής της σχιζοφρένειας στράφηκε στη μελέτη της Ιστορίας μέσα από την αυθεντικότερη έκφρασή της, τα λογοτεχνικά και ιδεολογικά έργα. Ο ίδιος μας δίνει μια πολύ παραστατική αφήγηση αυτής της στροφής, εξηγώντας το ενδιαφέρον του για τον Μάξιμο Γραικό:

«Το πιο κρίσιμο σημείο σ’ αυτές τις μεταβολές ήταν βέβαια η ηθική αίγλη της ανθρώπινης παρουσίας μέσα από τη σχέση της με το Θεό, που διαρκώς τονιζόταν και ξανακέρδιζε την ψυχή, όσο η ανθρώπινη αξία ξέπεφτε και εξευτελιζόταν στη σχέση του ανθρώπου με την πολιτική. Αυτό ήταν το κορυφαίο ζήτημα….».

«Χάρη σ’αυτό, χάρη σε μια σειρά διακριτικά που έχει η μεσαιωνική σκέψη και ο μεσαιωνικός άνθρωπος και κυρίως χάρη στην έξαρση του ηθικού και στα απλά μέσα, με τα οποία προβάλλεται κι επιβεβαιώνεται μέσα από την αντιπαράθεση των πρωταρχικών στοιχείων του καλού και του κακού, του Θεού με το Σατανά, χάρη επίσης στο βίαιο και ανεγκέφαλο παραμέρισμα όλης της παλιάς αντίληψης για τον κόσμο και τον άνθρωπο και την αίγλη που αποκτά το διωγμένο κι αδικημένο, χάρη στην εξαιρετικά πειστική δύναμη που έχει το απτό συγκεκριμένο παράδειγμα και η παλιά δοκιμασμένη ανθρώπινη πείρα, χάρη σ’ αυτά και πολλά άλλα ακόμα, η παλιά Ρωσία γινόταν κάτι σαν μια καινούργια κολυμπήθρα, όπου έστρεφαν τώρα τα βήματα όλοι, πιστεύοντες και μη, θρήσκοι κι άθρησκοι, ο καθένας με τη δική του σκέψη, τελείως διαφορετική από του άλλου.

Στο δικό μου ορίζοντα πρόβαλε ο Μάξιμος ο Γραικός. Παλιά και καινούργια ήρθαν και δέθηκαν έτσι, που μπορώ να πω ότι αυτόν τον αξιοθαύμαστο κι αξιαγάπητο καλόγερο τον έβγαζα όλο από τα σπλάχνα μου»
.

Η στροφή στη μελέτη του παρελθόντος έβγαινε από τον βαθύ προβληματισμό για το παρόν και το μέλλον του ανθρώπου. «Τον ένιωθα αυτόν τον άνθρωπο», λέει σε άλλο κείμενό του, «να με τραβά τετρακόσια χρόνια πίσω κι αν εσύ βρεις το δρόμο, αν το νιώσεις και το σκεφτείς καλά, βαθιά μες στην καρδιά σου, μπορεί να σημαίνει άλλα τετρακόσια χρόνια μπροστά».

Μέσα σ’ αυτή την προβληματική ειδωμένο, το έργο του Αλεξανδρόπουλου θέτει ζητήματα που ξεπερνούν κατά πολύ τη μεταμόρφωση του μαρξιστικού ονείρου στο αντίθετό του και την αναπόδραστη κατάρρευσή του στη Σοβιετική Ένωση. Όσο γνωρίζω, ο Αλεξανδρόπουλος είναι ο μοναδικός Έλληνας συγγραφέας – δεν γνωρίζω αν είναι ο μοναδικός Ευρωπαίος – που έθεσε αυτό το πρόβλημα στη διαχρονική διάστασή του, χωρίς να χάσει ούτε στιγμή την επαφή του με την ιστορική. Αυτό γίνεται φανερό από τις μελέτες και τις βιογραφικές μυθιστορίες που έγραψε για τον Ντοστογιέφσκι, τον Τσέχωφ, τον Αλέξανδρο Γκέρτσεν και τον Γκόρκι.[…]

Όλοι αυτοί οι γίγαντες της Ρωσικής διανόησης, που διασταύρωσαν τη λογοτεχνική δημιουργία με την ιστορία, έδωσαν στον Αλεξανδρόπουλο την ιστορική εμπειρία που χρειαζόταν, για να κατανοήσει τις αιτίες και να οραματιστεί το μέλλον αυτής της τραγωδίας χωρίς συντέλεια, που παίχτηκε και παίζεται ακόμα στον αιώνα μας, και στην οποία συμμετείχε ο ίδιος με την πράξη του και συμμετέχει ακόμα με το έργο του. Πλουτισμένος μ’ αυτή την εμπειρία μπόρεσε να δει κάποιες θεμελιακές αιτίες για τις οποίες η σοσιαλιστική Επανάσταση ξέσπασε αναπόδραστα στη Ρωσία, και κάποιες αντίρροπες αιτίες, για τις οποίες το ίδιο αναπόδραστα παραμορφώθηκε και κατέρρευσε. Έτσι, στο Αυτά που μένουν, αναφερόμενος στην εποχή της Επανάστασης, αλλά και στην εποχή του Αντιφασιστικού Πολέμου, που αναζωπύρωσε το επανασταστικό αίσθημα του Ρωσικού λαού, γράφει:

«Δεν ξέρω αν υπήρξε στην ιστορία άλλο λαός, τόσο έτοιμος ψυχικά να δεχτεί τον Κομμουνισμό, στην πλέον ριζική και ορθόδοξη έννοια, όσο ο Ρωσικός εκείνη την εποχή, μες στις φλόγες ενός πολέμου, όταν ξύπνησαν όλες μαζί οι εσχατολογίες του κόσμου και μάλιστα οι ρωσικές κι ήταν σ’ όλους φανερό ότι κάτι ξεθεμελιώνονταν, κάτι γκρέμιζε αυτή η λαίλαπα που σάρωνε με την πιο μεγάλη σκούπα. Εκεί κυρίως, στη δική τους πατρίδα.

Έτοιμη ήταν τότε στη Ρωσία η Ιδέα, τα πιο τολμηρά πνεύματα της διανόησης, και το «Αίσθημα του λαού», έτοιμο όλο το Όνειρο. Την ίδια στιγμή, είναι ζήτημα αν άλλη χώρα της Ευρώπης ήταν τόσο απροετοίμαστη από πλευράς οικονομίας, από πλευράς παιδείας και πολιτισμού και ιδιαίτερα από την άποψη της πολιτικής και ατομικής ελευθερίας για να μπορέσει να προχωρήσει σε μια τόσο τολμηρή ανασυγκρότηση»
.

Αυτή «την αδυναμία της ρωσικής πραγματικότητας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του μαρξισμού (ο Στάλιν) την ξεπερνούσε αντιστρέφοντας τη σχέση – προσαρμόζοντας τις ιδέες στα πράγματα. Έτσι εξηγείται και το ότι μια ιδεολογία τόσο ευλύγιστη, δυναμική, πανέξυπνη, ακινητοποιήθηκε μέσα σε κάποια σχήματα, έγινε – αρκετά συχνά – ο φλοιός των πραγμάτων, η λιθόσφαιρα ενός διοικητικού συστήματος. Αντί για ουσιαστικές μορφές, οι ιδέες έγιναν σύμβολα λατρείας και συνεννόησης». Έτσι «ο μαρξισμός επήρε τη θέση της κρατικής ιδεολογίας».

Έχοντας μια μακρόχρονη προσωπική εμπειρία ζωής στη Σοβιετική Ένωση, ο Αλεξανδρόπουλος δεν πέφτει στην απόλυτη άρνηση των όσων έγιναν στα εβδομήντα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, και δεν καταλήγει στην καταδίκη του σοσιαλισμού, που δεν εφαρμόστηκε.

«Σ’ αυτή τη χώρα», γράφει στο Αυτά που μένουν, «δεν νικήθηκε ο σοσιαλισμός, αλλά ακόμα μια φορά ο άνθρωπος δεν μπόρεσε να κρατήσει κάποια πολύ σπουδαία πράγματα, που πέρασαν δίπλα του, κάποιες αληθινές ανθρώπινες κατακτήσεις, που βέβαια δεν εχάθηκαν δια μιας το 1990, αλλά σ’ όλο εκείνο το διάστημα των 70 χρόνων κάπου γεννιούνταν, κάπου άνθιζαν, κάπου άρχιζαν να στραπατσάρονται και να μαραίνονται, να οδηγούνται κι αυτές στη διάλυση, στο θάνατο.

Με τη Σοβιετική Ένωση χάθηκε μια σπάνια, αδιανόητη στις σύγχρονες κοινωνίες ατμόσφαιρα συντροφικότητας και οικογενειακότητας, σπιτικότητας, με την καλή, τη ζεστή έννοια, που ενώνει ψυχικά τους ανθρώπους σε μια οικογένεια, εξουδετερώνοντας ό, τι τους χωρίζει και τους βάζει να εχθρεύονται αλλήλους, να σκοτώνονται και ν’ αλληλοτρώγονται…

Σ’ αυτό το κράτος δρομολογήθηκαν διαδικασίες και φυτεύτηκαν θεσμοί, που με τον πιο καθαρό και ξάστερο τρόπο, απελευθέρωναν από προλήψεις και δεσμεύσεις που φαρμακώνουν και γερνούν τον άνθρωπο πριν την ώρα του. Όσοι τη σοβιετική κοινωνία την εκτιμούν, παίρνοντας υπόψη την παρακμή της μόνο και εκείνες τις καταστάσεις ποιυ την έφεραν ώς εκεί, αφήνουν τελείως έξω την πολιτική και ανθρώπινη θετική της πείρα. Και δεν ήταν λίγη. Ήταν – είναι – τεράστια. Και όλη πήγε χαμένη. Αυτή ακριβώς, με την επιρροή που άσκησε στον άλλο κόσμο, έφερε τις αλλαγές που έγιναν παντού και χωρίς την επανάσταση στη Ρωσία θα’ ταν τελείωσε αδιανόητες»
.

Με την όρασή του μεστή από τόσα βιώματα και τόσες διδασκαλίες, ο Αλεξανδρόπουλος βλέπει, σαν τον Μάξιμο το Γραικό, μέσα από το παρόν το παρελθόν και το μέλλον του σοσιαλισμού αξεχώριστα από το παρόν και το μέλλον του ανθρώπου.

«Ο σοσιαλισμός», γράφει στο Αυτά που μένουν, «αυτός ο ίδιος ο λεγόμενος υπαρκτός σε αντιδιαστολή με τον ονειρεμένο, δεν ήρθε για να φύγει, αλλά για να μείνει. Κι εδώ χρειάζεται προσοχή. Η ιστορία προειδοποιεί για τους επερχόμενους σεισμούς. Έρχεται κι ο σοσιαλισμός, όπως τα καινούργια φύλλα τα χρόνια των μεγάλων μεταναστεύσεων, όσες φορές και να τα γύρισαν πίσω εκείνα ήρθαν και ξανάρθαν, στο τέλος έμειναν και ρίζωσαν. Δεν γίνεται αλλιώς, έτσι θα πάει και με τον σοσιαλισμό. Και πρέπει να σκέφτεται κανείς ότι θα έρχεται ολοένα και δριμύτερος, ολοένα και λιγότερο σαν όνειρο, θα έρχεται σαν μια ανάγκη σκληρή – σκληρή, αδυσώπητη κι αναπότρεπτη. Ο κόσμος πρέπει να την συνηθίσει κι αυτή τη σκέψη. Ότι ο σοσιαλισμός – αυτό που αποτελεί σήμερα το ιστορικό του περιεχόμενο – όσο περισσότερο τον ταλαιπωρούν και τον καθυστερούν, τόσο τον αγριεύουν, τόσο τον παραχαράζουν, ότι από ευχή και όνειρο θα γίνεται όλο και πιο αναγκαίο κακό και τα πράγματα θα δυσκολεύουν, πρέπει όλοι να σκέφτονται και να το συνηθίζουν και ακριβώς από την άποψη αυτή η πείρα που έχει αφήσει το σοβιετικό παράδειγμα, σαν μια πρώτη ισχυρή γεύση, μπορεί να είναι πολύτιμη – και η καλή του πείρα και η κακή, η τελευταία κυρίως. Αυτή μπορεί να δώσει πολύ χρήσιμη γνώση στην προσπάθεια για έναν καλύτερο εκπολιτισμό και εξανθρωπισμό, μια όσο το δυνατόν ανθρώπινη αγωγή σε καταστάσεις που κινούν κι έρχονται σαν τα φυσικά φαινόμενα».

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός, με τα καλά και τα κακά του έκανε τον κόσμο να βλέπει καλύτερα. «Τα 70 σοβιετικά χρόνια θα μένουν ένα απέραντο πεδίο συγκέντρωσης κολοσσιαίας πείρας τι να κάνει και τι να μην ξανακάνει ο άνθρωπος».

Έχοντας αυτή την εμπειρία ο άνθρωπος, βεβαιώνει ο Αλεξανδρόπουλος,αυτό που δεν πρόκειται να κάνει, είναι να ξαναφέρει τον υπαρκτό σοσιαλισμό. «Εκείνος ο σοσιαλισμός δεν πρόκειται να ξανάρθει.

Μα θα έρθει ο άλλος, ο καλός – το θέλουμε, δεν το θέλουμε. Θα έρθει μόνος του όταν κανείς πια δε θα μπορεί, παρά μόνο εκείνος, να μοιράζει σε δισεκατομμύρια στόματα τους πέντε άρτους»
.

Κυρίες και κύριοι,

Στις Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, ο σοφός εκείνος καλόγερος, τις μέρες που πεθαίνει λέει σ’ έναν αδελφό καλόγερο:

«Η ηλικία της ανθρωπότητας, Αρτέμιε, είναι πάντα πενήντα χρονών, πάντα στη μέση η ανθρωπότητα, και όσα χρόνια άφησε πίσω άλλα τόσα έχει και μπροστά έως το τέλος του Αιώνα».

Αρχίζοντας το συγγραφικό του έργο από τα μέσα του αιώνα του, κοιτάζοντας πίσω και μπροστά του, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος είδε και εξέφρασε το κορυφαίιο ανθρώπινο δράμα του αιώνα του, ένα δράμα που παίζεται αέναα, από τότε που η ανθρωπότητα διχάστηκε σε αδικητές και αδικημένους, και δεν βρήκε ακόμα την κάθαρσή του. Είναι ακριβώς γι’ αυτό και για τον πρωτότυπο τρόπο με τον οποίο εξέφρασε το δράμα αυτό, για τον οποίο δεν είχα καιρό να μιλήσω, που θεωρώ τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο ένα συγγραφέα άξιο του αιώνα του.

*1Το κείμενο αποτελεί ομιλία που διαβάστηκε σε εκδήλωση του περιοδικού

Ελί-τροχος για τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο στην Πάτρα (27/3/1995)

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

Αφιερώνω τα βιβλία μου στη Σόνια

Αφιερώνω τα βιβλία μου στη Σόνια. Σαν να έχω στο χέρι μια βούλα και κάθε φορά την πατώ εκεί στο ίδιο μέρος. Αν πέρασε και κανένα δίχως αφιέρωση, απλά μου διέφυγε.

Δεν το κάνω επειδή μου αρέσει, επειδή μου αρέσουν οι αφιερώσεις. Οι αφιερώσεις στα βιβλία, είναι κάπως έξω από μένα, από τη σχέση μου με το βιβλίο, δυσκολότερο κείμενο δεν υπάρχει από το να σταυρώσω πέντε λέξεις σε μια αφιέρωση. Όμως όταν χρωστάς και στην τσέπη δεν έχεις παρά τα βιβλία του, δίνεις απ’ αυτά που έχεις.

Τι χρωστά κανείς στους όρους της ζωής του; Και τους ξέρουμε άραγε όλους; Τους ξέρουμε τόσο καλά, ώστε να μπορούμε να σταθμίσουμε με τόση ακρίβεια τη σχέση μας και να τη δώσουμε και γραπτή; Αν ήταν να μετρήσω, από κάτι θ’ άρχιζα. Όμως θα ήταν δύσκολη συνέχεια. Ίσως το πιο συγκεκριμένο που θα μπορούσα να πω για τη Σόνια είναι τα χρόνια και οι μέρες που είναι μες στα βιβλία μου, αλλά κι αυτά δεν μετριούνται.

Ένας κάποτε, έχοντας μπροστά του ένα δύσκολο κι επικίνδυνο πέρασμα, πήρε μαζί του κι ένα παιδί να το’ χει στην έγνοια του και να υπερδιπλασιάζει τις δυνάμεις του. Όμως ποιος ποιον έχει στην έγνοια του, όταν προχωρούν πια οι δρόμοι, αυτοί είναι μια ιστορία που ξετυλίγεται μόνη της σιγά-σιγά μες τους δρόμους.

Δύσκολα χρόνια… τότε. Τώρα από δω τα καλύτερα.

Αλλάζαμε επί χρόνια συνοικίες, περιφερόμενοι με τρεις βαλίτσες δικές μου, μια δική της και τρία κινέζικα χαρτοκιβώτια από αυγά, τα χαρτοκιβώτια έγιναν έπειτα τέσσερα, έπειτα πέντε… Αλλά έπρεπε να μάθουμε κι εμείς πως κάπου στο τέλος ο άνθρωπος πρέπει να ριζώσει, κάποτε αρχίζει κι ένας άλλος να περπατά δίπλα σου και, όπως το είπε με τη σοφή του κουβέντα ο Τερζάκης, αυτός πια σου ξαναμαθαίνει τη ζωή από την αρχή.

Αλλά δεν ξέρω κι έναν πεζογράφο στον κόσμο που να μπόρεσε να κάνει τη δουλειά του χωρίς σκεπή πάνω από το κεφάλι του, χωρίς μια καρέκλα και τον πάγκο του, αυτά τα τρία απαραίτητα πράγματα, σε μια σχέση σαν εκείνη ακριβώς που έχει κάθε άνθρωπος με τα χέρια του μόνιμα στην αποκλειστική του χρήση.

Όμως αυτά μπορεί κάποτε να είναι η πιο μεγάλη πολυτέλεια…

Μ.Α.

«Αυτά που μένουν Β. Το κόκκινο σπίτι»

Οι Γιώργος Μαρκόπουλος ποιητής, Ρούλα Κακλαμανάκη συγγραφέας, Κώστας Κρεμμύδας ποιητής-εκδότης του περιοδικού «Μανδραγόρας» στην Κομοτηνή,

συνομιλώντας για το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

Η βραδιά της Παρασκευής θα είναι μια υπέροχη βραδιά για την πόλη. Ψηλαφώντας στο χάρτη του έργου του Μ.Α. τα ωραιότερα τοπία των ημερών μας, συνοδοιπόροι και καθοδηγητές θα’ ναι τρεις εξαίρετοι κύριοι των νεοελληνικών γραμμάτων.

Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος, εκ Μεσσήνης, τιμημένος με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Μη σκεπάζεις το ποτάμι», η συγγραφέας Ρούλα Κακλαμανάκη, που, εκτός από την κοινωνική της προσφορά, πολύ συνέδραμε κι εξακολουθεί να συνδράμει τα ελληνικά γράμματα, κι ο ποιητής και εκδότης του υπέροχου περιοδικού «Μανδραγόρας» Κώστας Κρεμμύδας, που τόλμησε να φωτίσει μορφές των γραμμάτων μας, μη εμπορεύσιμες: Θανάσης Τζούλης, Κώστας Κουλουφάκος, Δημήτρης Πετσετίδης μερικοί εξ αυτών.

Κι όλα αυτά παρουσία της Σόνιας Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου και της Όλγας Αλεξανδροπούλου, της συζύγου και της κόρης.

Της Σόνιας Ιλίνσκαγια, καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και σημαντικής μελετήτριας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, αλλά για τη βραδιά, της Σόνιας, συντρόφου απλά του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου…

Οι συστάσεις ακολουθούν όμως…

Γιώργος Μαρκόπουλος, ο ποιητής

Μια σοβαρή επίκληση

Του Τάκη Μενδράκου

Γιώργος Μαρκόπουλος, “Μη σκεπάζεις το ποτάμι”, εκδόσεις Κέδρος.

Θα πρέπει να θεωρηθεί ευτυχής συγκυρία η απονομή του φετινού Κρατικού Βραβείου Ποίησης στον Γιώργο Μαρκόπουλο (Μεσσήνη, 1951) με τη συμπλήρωση θητείας του τριάντα χρόνων στο είδος. Αν και αυτή καθ’ αυτή η διάκριση δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη, οπωσδήποτε δεν αποτελεί το μοναδικό κίνητρο της σημερινής αναφοράς. Πολύ περισσότερο βαραίνει η ανάγκη προσδιορισμού της θέσης του βραβευμένου βιβλίου μέσα στην έως σήμερα δημιουργική ακολουθία του συγγραφέα.

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, αν και πρωτοεμφανίζεται το 1968 με την “Έβδομη συμφωνία”, ουσιαστικά και τυπικά ανήκει στην ομάδα των ποιητών που παρουσιάζουν το έργο τους στη δεκαετία του ’70. Στα πρώτα του βήματα -όπως και οι ομότεχνοί του- δηλώνει απρόθυμος να δεχθεί ιδεολογικές και μορφολογικές εκφάνσεις του παρελθόντος, αλλά θετικές του προτάσεις και αποτελεσματικές προσπάθειες δημιουργίας προσωπικού ύφους επισημαίνει ο αναγνώστης στην τρίτη συλλογή του “Η θλίψις του προαστίου” (1976) και, πολύ περισσότερο, στο επόμενο βιβλίο του, “Οι πυροτεχνουργοί” του 1979, που έως σήμερα έχει σημειώσει τρεις εκδόσεις.

Το ρίγος από τη συναισθηματική φόρτιση που διαπερνά γενικά αυτή την ποίηση -ανεξέλεγκτο στην αρχή- βαθμιαία πειθαρχείται, χωρίς να αναστέλλεται. Ο ποιητής, μόνιμα ανήσυχος, συνειδητοποιεί μέρα με τη μέρα τα προβλήματα λειτουργίας του λυρικού λόγου και, κυρίως, την εμμονή στο κυρίαρχο όραμα και την απόρριψη φλύαρων στοχασμών, τη γόνιμη χρησιμοποίηση των μυστικών καταβολών, αλλά και τον μετασχηματισμό της αγωνίας του σύγχρονου ατόμου σε καλλιτεχνική πράξη. Είναι φανερό ότι ο Γιώργος Μαρκόπουλος οδοιπορεί σύμφωνα μ’ αυτές τις αρχές, φθάνοντας έτσι στον έκτο αναβαθμό της ανοδικής του πορείας.

Μια επίκληση είναι ο τίτλος της συλλογής: “Μη σκεπάζεις το ποτάμι”, επίκληση χαμηλόφωνη αλλά μεστή από έναν εσωτερικό κραδασμό. Το βιβλίο συνθέτουν μόνον επτά ποιήματα: το τελευταίο και μεγαλύτερο σπονδυλωτό και πεζόμορφο, ενώ το δεύτερο, πέμπτο και έκτο είναι επιστολές με αποδέκτη τον Δ. Π. Παπαδίτσα. Μια βαθύτατη ανάγκη πιέζει τον νεότερο ποιητή να καταφύγει και να συνδιαλεχθεί μ’ εκείνον τον άλλον ευαίσθητο και προικισμένο της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς:

«…Ώ, που είναι, Δημήτριε, πια η καρδιά μας

αυτή η πάλαι ποτέ ακταιωρός σε βάρδια τρικυμίας,

που είναι η ψυχή μας

αυτή η θάλασσα ή πάλαι ποτέ φουρτουνιασμένη…»

Ό,τι απασχολεί και βασανίζει τον Γιώργο Μαρκόπουλο είναι η βαριά σκιά που σκοτείνιασε τα οράματα, οι απελθόντες που βυθίζονται στη λήθη, οι χώροι που αλλοιώθηκαν, οι σχεδιασμοί που απόμειναν μόνο στη φαντασία. Γι’ αυτό εκλιπαρεί τη μνήμη να περισώσει, έστω, κάτι από την ανελέητη φθορά.

Στην καθαρά αφηγηματική αυτή ποίηση, ο συγγραφέας δίνει στην εξομολόγησή του έντονο ελεγειακό χαρακτήρα, ακόμα και όταν προσδιορίζει το εντελώς προσωπικό του στίγμα:

“…και ένα σκούρο η ζωή μου μπλε του θανάτου

ίδιο με αυτό στο βυθό γύρω από το χώρο του πνιγμένου που χρόνια τώρα κοιμάται χωρίς να τον βρίσκουν οι βάρκες…”

Ίσως οι ιδεολογικές αυτές αποχρώσεις να υπάρχουν εν σπέρματι και σε προηγούμενα έργα του Γιώργου Μαρκόπουλου, αλλά κάποιες συναισθηματικές εκρήξεις να εξασθενούσαν τη σημασία τους. Έτσι, θα μπορούσε να αποδώσει κανείς το ιδιαίτερο βάρος της συλλογής “Μη σκεπάζεις το ποτάμι” στο ότι ο ποιητής προχώρησε με μόχθο, σοβαρότητα και ευθύνη στην κατάκτηση μιας τεχνικής, που τελικά χάρισε την απαιτούμενη ευρύτητα και το βάθος στο λόγο του.

(Πηγή: Αυγή, 9 Ιανουαρίου 2000)

Βιβλιοπαρουσίαση

του Γ.Ν. Μπασκόζος

Ρούλα Κακλαμανάκη: «Δαγκωμένο Μήλο». Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2002.

Ιδιότυπο και με πολύ προχωρημένο θέμα το νέο μυθιστόρημα της Ρούλας Κακλαμανάκη, σίγουρα θα προκαλέσει συζητήσεις. Το στόρι εξελίσσεται στη Νέα Υόρκη που κατά κάποιο τρόπο συμβολίζει το μήλο (του τίτλου) του καλού και του κακού. Ηρωίδα της είναι μια γυναίκα, μικρή στην ηλικία αλλά με ψυχισμό και προβληματισμούς σαφώς ωριμότερους. Η Σοφία Αλεξίου που εργάζεται στο «Ελληνικό Ίδρυμα Ερευνών για το Μέλλον» θα εκπροσωπήσει το Ίδρυμα σ’ ένα μεγάλο, διεθνές συνέδριο στη Νέα Υόρκη, όπου εξετάζονται τα μεγάλα ζητήματα της εποχής μας. Σκοπός της να ενημερωθεί και να μυηθεί ταυτόχρονα στους προβληματισμούς ανθρώπων που ανησυχούν και διαμορφώνουν τις μελλοντικές εξελίξεις. Η Σοφία είναι μια σύγχρονη κοπέλα. Έχει έναν χαλαρό αλλά σοβαρό δεσμό με τον δικηγόρο Μιχάλη, εμπιστοσύνη στον εαυτό της και βοηθούς το δίκτυο και τα ηλεκτρονικά γκάτζετ που την διευκολύνουν στην καθημερινή της ζωή. Όλα αυτά θα διακινδυνεύσει να τα χάσει μόλις βρεθεί στη Νέα Υόρκη. Η πόλη-σύμβολο της νέας εποχής με την παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα θα την υποδεχτεί έτοιμη να την αφομοιώσει. Δίπλα της θα βρεθεί ένας περίεργος άνθρωπος, ένας «σοφός», ο Σαμουήλ Σαμουηλίδης. Μαθηματικός και στέλεχος του Διεθνούς Ερευνητικού Ινστιτούτου της Αμερικής θα «καθοδηγήσει» την Σοφία στο να αντιμετωπίσει το «χάος» του συνεδρίου αλλά και της πόλης. «Θα είναι γι’ αυτήν ένας Πυγμαλίωνας σε διατεταγμένη αποστολή. Αλλά το κυριότερο: Θα την μυήσει στο ζήτημα της ευθανασίας ως μέσον για ένα ωραίο θάνατο αλλά και αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων που προκύπτουν από τη γήρανση του πληθυσμού και των εξόδων περίθαλψής τους που «πιέζει» τις ασφαλιστικές εταιρίες και τις κρατικές δαπάνες. Ακούγεται σκληρό και κυνικό, αλλά οι συζητήσεις για το μέλλον, δυστυχώς, περιλαμβάνουν και τέτοιες σκέψεις. Η ηρωίδα Σοφία μοιάζει να τείνει «ευήκοον ους» στις θεωρίες αυτές, αν και συναισθηματικά κρατάει κάποιες αποστάσεις. Ο φίλος της Σαμουηλίδης, θα χρησιμοποιήσει την ευθανασία για να εξασφαλίσει τον «όμορφο θάνατο» και θα της αφήσει ένα κληροδότημα για να συνεχίσει τις έρευνες σχετικά με την ιδέα της ευθανασίας, ως τη «μεγάλη ιδέα» της τρίτης χιλιετίας. Η Σοφία επιστρέφει στην Αθήνα με τη δόξα της επιτυχίας της στο συνέδριο, με τον ξανακερδισμένο Μιχάλη και κυρίως με εμπειρίες από το καλό και το κακό. Αυτό είναι και το δαγκωμένο μήλο της γνώσης που η ηρωίδα δοκιμάζει ξέροντας ότι μπορεί να είναι και δηλητηριασμένο.

Πηγή: Εφημερίδα Εξπρές

Εργογραφία Ρ. Κακλαμανάκη

Ποιητικές συλλογές:•Σήμερα, 1973, •Βήματα στην άλλη πολιτεία, 1975, •Μνημείο αγνώστου, 1977, •Ποιήματα 1967-1977, Επιλογή από τις πιο πάνω συλλογές, 1983, •Το δίλημμα του αγάλματος, 1987 •Η πτήση που δεν έγινε, 1995 •Λίγο πριν, λίγο μετά, 1999

Άλλα βιβλία: •Για την Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, Δοκίμια, 1975, •Η θέση της Ελληνίδας στην οικογένεια, την κοινωνία και την πολιτεία, 1979, β΄έκδοση 1984, •Άμβλωση στο Β΄ Τριμελές, αφηγήματα, 1987, •Ανθολογία Ούγγρων Ποιητών, 1991•Αναδρομικός Θάνατος, μυθιστόρημα, 1993•Ο Γιώργος Γεννηματάς που γνώρισα, μαρτυρία, 1995•Ανδρέας Παπανδρέου, βιογραφία σε τρεις μικρούς τόμους, 1997•Τόλμησε να νικήσεις. Το οδοιπορικό του Νικόλα Κακλαμανάκη για την κατάκτηση της χρυσής ολυμπιακής νίκης, μαρτυρία, 1997 •Δικαιοσύνη:Μύθος και πραγματικότητα, αφηγήματα – μαρτυρίες, 1997 •Γιάννης Ρίτσος (η ζωή και το έργο του), 1999 •Γραφές αθωότητας (Οσάκις ο Σάκης),Ελληνικά Γράμματα, 2000

Η Ρούλα Κακλαμανάκη γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Εργάστηκε ως δικαστικός υπάλληλος (1959-1967), ως δικαστής (1967-1977) και ως δικηγόρος (1979-1981, 1986-1988, 1989-1991). Από το 1981-1989 εκλέχθηκε δύο φορές βουλευτής στην Α΄ Αθηνών και χρημάτισε Υφυπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1981-1986) και Παιδείας (1988). Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές, δύο αφηγήματα, δοκίμια, βιογραφίες, μεταφράσεις κι έχει αρθρογραφήσει σε εφημερίδες και περιοδικά.

Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής – εκδότης

Η λαμπηδών του «Μανδραγόρα»

Ξεφυλλίζοντας μια παλαιά σολομωνική βίβλο, εντυπωσιάστηκα όταν διάβασα πως υπήρχε εδραιωμένη η άποψη στα παλιά χρόνια, πως όποιος είχε φάει υπερβολική ποσότητα μανδραγόρα, τότε, παραδόξως πώς, έλαμπε το κορμί του από μιαν απόκοσμη λάμψη ανεξήγητη, όμοια μ’ αυτή που ανάδιναν τα χέρια των παιδιών όταν έρχονταν σε χειραψία με το θρυλικό «εξωγήινο» πλασματάκι του Σπήλμπεργκ, στην ομώνυμη ταινία. Κι αυτό κυρίως εντεινόταν στις ασέληνες νύχτες, γιατί επιστεύετο ότι ο μανδραγόρας είχε την ιδιότητα ν’ αποταμιεύει εντός του ανθρώπινου σώματος το φέγγος της Σελήνης – Κύριος οίδε κάτω από ποιες μυστήριες χημικές αντιδράσεις, ανεξήγητες μέχρι σήμερα – και να το εκπέμπει μέσα από την ασπαίρουσα φωτεινότητα των κυττάρων του οργανισμού.

Έτσι ήταν πιο εύκολο ν’ αντιληφθείς ποιος είχε εντός του ικανή ποσότητα του δεισιδαίμονος φυτού, με όλες τις παρεπόμενες μαγικές δυνατότητες και να αιτήσεις τη συνδρομή του σε διάφορα ξόρκια, ειδικές τελετές εξαγνισμού, ευχέλαια, την παρασκευή χρήσιμων συνταγών μαγγανείων κ.λ.π.

Ας σοβαρευτούμε όμως. Οι λαϊκές αυτές προλήψεις είναι αδιανόητες στο φεύγα του εικοστού αιώνα και δη σε μια εποχή όπου το «πνευματικό», σαν τρόπο ζωής και δράσης, αρκείται να περιορίζεται στα στενά πλαίσια όσων μόνο ενασχολούνται με τα υψηλάς συγκινήσεις τας οποίας προσφέρει η Τέχνη. Και οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ των περιοδικών «τέχνης» το γνωρίζουν αυτό καλύτερα από τον καθένα.

Τελευταία παραβρέθηκα ως ακροατής σε μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης, με διάφορα «περιοδικά συζητήσεων» (έτσι τα χαρακτήρισαν οι συντελεστές της οργάνωσης), όπου κατέθεταν τις απόψεις, εμπειρίες και τις θέσεις των, για να πολιτιστικά τεκταινόμενα, στον ιδιόμορφο άμα και ευπαθή αυτό χώρο.

Περιττό να αναφέρω πόσο σύμφωνο με βρήκε η ρηξικέλευθη ομιλία της φίλης Μήνης Δ. αρχισυντάκτριας του «Μανδραγόρα» (Γενικής Γραμματέας παραλίγο να γράψω), η οποία, πέρα από τις τετριμμένες κι άχαρες τοποθετήσεις των άλλων συμπαρακαθημένων, προκάλεσε μια γενικότερη αίσθηση αποδοχής από το κοινό – ολιγάριθμο μεν, εκλεκτόν δε. Το θέμα της ομιλίας της ήταν «Σύγχρονα περιοδικά αναζητήσεων και η λειτουργία του μαγικού στην Τέχνη».

Αν δεν με απατά η μνήμη μου, άρχισε την τοποθέτησή της μ’ ένα απόφθεγμα του Παράκελσου: «η φαντασία είναι ο κύριος συντελεστής σε κάθε μαγική πράξη!» (!).

Ήταν Τρίτη βράδυ και δεκατρείς του μηνός Μαρτίου ενεστώτος έτους. Προλήψεις… θα μου αντισκόψει πνευματώδης και εμβριθής αναγνώστης του περιοδικού. Η νυξ ήτο ασέληνος και μαζεμένα σύννεφα πυκνά ενέτειναν το βάρος του ουράνιου θόλου να είναι πλέον ζοφώδες, όταν εξήλθαμεν του αμφιθεάτρου όπου είχε λάβει χώρα η παραπάνω εκδήλωση. Αργά περπατώντας με μια παρέα ολιγαρίθμων ατόμων, κυρίως εκπροσώπων των περιοδικών και συζητώντας για το πού θα καταλήξουμε στη συνέχεια της ενδιαφέρουσας τω όντι βραδιάς, παρατηρήσαμε έκθαμβοι και ενεοί το χαριτωμένο κεφάλι της διευθύντριας σύνταξης του «Μανδραγόρα» και συμπαθούς Μήνης Δ. Έλαμπε ολόκληρο από μια υπεροχή διάχυση ασπαίρουσας λαμπηδόνος φωτός, δίκην φωτοστεφάνου και φώτιζεν απλόχερα την ομήγυρη, λες κ’ η νύχτα ήταν πανσέληνη.

Ο Μανδραγορίτης (Κώστας Κρεμμύδας)

“Μανδραγόρας”, τεύχ. 3, Απρίλιος – Ιούνιος 1994

* Η εκδήλωση θα γίνει στο: ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής, 24 Μαΐου 2002, στις 20.30 το βράδυ.

Για το έργο του Μ.Α. θα μιλήσουν οι:

•Γιώργος Μαρκόπουλος, •Ρούλα Κακλαμανάκη,

•Κώστας Κρεμμύδας.

Θα παραστεί η Σόνια Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου.

Αποσπάσματα από το έργο του θα διαβάσουν ηθοποιοί του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής και η διδάσκουσα στο τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού των Παρευξεινίων Χωρών του Δ.Π.Θ. διδάκτωρ κ. Μαρία Δημάση.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.