Εισηγηση για τον περιφερειακο τυπο

Η δημοσιογράφος της εφημερίδας «Ελευθερία» Λάρισας, Μαρίνα Αποστολοπούλου παρουσίασε, στο πρόσφατο δημοσιογραφικό συνέδριο, εισήγηση για τον «περιφερειακό τύπο, την ανάπτυξη στην περιφέρεια, τις θέσεις των δημοσιογράφων και την πορεία τους προς μια κοινή συλλογική σύμβαση» με την ιδιότητα της αντιπροέδρου στο Δ.Σ. της ΕΣΗΕΘΣτΕΕ.

Η εισήγηση της κ. Αποστολοπούλου μιλάει για τα αυτονόητα του περιφερειακού τύπου όσο αυτονόητα είναι και τα αιτήματά του προς το κράτος των Αθηνών, στο οποίο οι περιφερειακές ειδήσεις αργούν να φτάσουν.



«Όλοι όσοι βρισκόμαστε εδώ γνωρίζουμε ότι ο Περιφερειακός Τύπος πέραν της δικής του Ιστορίας – που καθόρισε πολλές φόρες τις εξελίξεις – και της δικής του προσφοράς, έχει ένα ιδιάζοντα χαρακτήρα έναντι των κεντρικών ΜΜΕ ο οποίος έγκειται κατά βάσιν στο γεγονός ότι έχει άμεση σχέση με το αναγνωστικό ή άλλης φύσεως κοινό και συνεπώς υπόκειται σε διαρκή «έλεγχο» και αποτελεί «προσωπική υπόθεση» για τους αναγνώστες, τους ακροατές και τους τηλεθεατές, όπως άλλωστε και οι δημοσιογράφοι που απασχολούνται σε περιφερειακά μέσα. Όσο πιο μικρός είναι ένας τόπος τόσο μεγαλύτερη είναι η σχέση εξάρτησης και αλληλοελέγχου μεταξύ του «πομπού» και του «δέκτη» και τόσο πιο συχνά αντιστρέφονται οι ρόλοι. Αυτή η στενά αμφίδρομη σχέση που καθίσταται «ικανή και αναγκαία συνθήκη» ως προϊόν μιας κοινωνικής επιταγής και μια διαφορετικής καθημερινότητας που διέπει τις μικρότερες κοινωνίες – όπου το «απρόσωπο» γίνεται σχεδόν αυτόματα «προσωπικό» – είναι που υπαγορεύει εν τέλει και τη λειτουργία του Περιφερειακού Τύπου σε μεγάλο βαθμό και του προσδίδει συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες.

Ωστόσο, όπως και κάθε τι άλλο που ενέχει τον όρο «Περιφέρεια» στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη, ο Περιφερειακός Τύπος υστερεί σημαντικά σε επίπεδο ανάπτυξης και . . . προσοχής από την εκάστοτε Κεντρική Εξουσία και βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση και επιδίωξη της ισομερούς περιφερειακής ανάπτυξης και αντιμετώπισης επιδιώκοντας, σε πολλές των περιπτώσεων, τα αυτονόητα και μάλιστα επί σειρά ετών. Παράλληλα, καθώς το τοπίο παραμένει ουσιαστικά ανεξέλεγκτο και μη κατοχυρωμένο, ανεξέλεγκτα διογκώνεται και ο Περιφερειακός Τύπος, τόσο σε ό,τι αφορά τις εφημερίδες όσο και την έκρηξη των ηλεκτρονικών μέσων τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα τα μέσα να καθίστανται όχι απλώς μη ανταγωνιστικά αλλά και εμφανώς ζημιογόνα. «Ζημιά», που κατά παράδοση, πληρώνουν οι εργαζόμενοι στα μέσα, οι οποίοι προκύπτουν δέσμιοι εκβιαστικών διλημμάτων εκ μέρους των ιδιοκτητών στα οποία και αναγκάζονται να υποκύψουν, λόγω του θολού εργασιακού τοπίου και της γενικότερης έλλειψης θέσεων εργασίας. Φυσικά τα περί «εκβιαστικών διλημμάτων» και «εξευτελιστικών όρων» απασχόλησης, χωρίς καμία εργασιακή η ασφαλιστική κατοχύρωση, δεν αποτελούν προνόμιο μόνον των περιφερειακών μέσων. Πρόκειται, όπως όλοι γνωρίζουμε, για μια ευρύτερη μάστιγα που έχει να κάνει και με την υπερσυγκέντρωση των μέσων από συγκεκριμένους και με τη διόγκωσή τους και με το ανοχύρωτο του επαγγέλματος το οποίο άγεται και φέρεται από συγκεκριμένους εξωσχολικούς ή αλεξιπτωτιστές των εκδόσεων και της δημοσιογραφίας γενικότερα.

Επειδή όμως, όπως ανέφερα και παραπάνω, σε μικρή κλίμακα και μικρές κοινωνίες τα προβλήματα του τύπου αυτού, αλλά και τα γενικότερα, φαντάζουν πιο διογκωμένα και έχουν πιο σαφή χαρακτηριστικά, γι’ αυτό και ανιχνεύονται καλύτερα στον Περιφερειακό Τύπο, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι είναι λιγότερο προνομιούχος ή και ελάχιστα, σε ορισμένα ζητήματα, σε αντιδιαστολή με τον Κεντρικό Τύπο.

Χαρακτηριστικό του ανεξέλεγκτου της κατάστασης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εικόνα που έχουν οι Περιφερειακές Ενώσεις, αλλά και η ΠΟΕΣΥ, στο χώρο των εφημερίδων, είναι ότι και εμείς, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω – αφού γράφοντας είχα την φαεινή ιδέα να αναρωτηθώ πόσες τελικά περιφερειακές εφημερίδες λειτουργούν σε τούτο τον τόπο – δεν έχουμε σαφή εικόνα. Κι αυτό γιατί υπάρχει μια σχετική καταγραφή μόνον εκείνων των εφημερίδων όπου απασχολούνται μέλη μας, αλλά υπάρχουν πολλές μικρές κυρίως εφημερίδες όπου δεν υπάρχουν μέλη των Ενώσεων αφού αποτελούν προσωπικές ή οικογενειακές επιχειρήσεις, και σε πολλές των περιπτώσεων δεν αντιπροσωπεύουν παρά μια καλή δικαιολογία για κέρδος μέσω δημοσίευσης διακηρύξεων, διαφημίσεων κλπ και δικαιολογούν μόνο τυπικά, και επειδή το υφιστάμενο πλαίσιο το επιτρέπει, την έννοια της εφημερίδας. Και με την έννοια αυτή ανοιγοκλείνουν και με αστραπιαίους ρυθμούς οπότε το τοπίο μεταβάλλεται συχνά – πυκνά.

Κατέφυγα λοιπόν στο Σύνδεσμο ημερησίων Εφημερίδων και στην Ένωση αντίστοιχα για να βρω μια άκρη και σύμφωνα με τις επίσημα καταγεγραμμένες σ’ αυτές εφημερίδες προκύπτουν στην παρούσα φάση τα ακόλουθα: σε ό,τι αφορά τον ΣΗΠΕ, ο οποίος εκπροσωπεί και τις μεγάλες εφημερίδες, είναι καταγεγραμμένες στο δυναμικό του 50 καθημερινές περιφερειακές εφημερίδες, ενώ στην Ένωση ο αριθμός των ημερησίων εφημερίδων ανέρχεται στις 120. Εκει όμως που επικρατεί πραγματικό κομφούζιο είναι στις εβδομαδιαίες εφημερίδες όπου δεν υπάρχει σαφής εικόνα, και υπολογίζεται κατά προσέγγισιν ότι φθάνουν τις 200.

Όπως και να ‘χει, το βέβαιον είναι ότι η κατάσταση στον Περιφερειακό Τύπο, ως έχει σήμερα, είναι σαφέστατα ρευστή και νοσηρή και αυτό μπορούμε να το αντιληφθούμε και από μεμονωμένα παραδείγματα που έχουν πέσει στην αντίληψη όλων ανάλογα με την περιφέρεια όπου ο καθένας δραστηριοποιείται, όπως επί παραδείγματι: στην Καρδίτσα που λειτουργούν –κατ’ επίφασιν – 8 εφημερίδες ή στις Σέρρες 11, πόλεις που δεν φθάνουν τις 50 χιλιάδες κατοίκους. Αρκεί να γνωρίζει κάποιος απλά μαθηματικά για ν’ αντιληφθεί ότι δεν μπορούν εκ των πραγμάτων οι περισσότερες εφημερίδες να είναι βιώσιμες.

Στην περίπτωση του Αγρινίου οι καθημερινές εφημερίδες κλείνουν στις 11.00 το πρωί (!) για να κυκλοφορήσουν την επομένη! Το ερώτημα είναι βεβαίως «γιατί» τις ανοίγουν τις εφημερίδες αυτές και κυρίως «γιατί» τους επιτρέπεται. Και αυτό είναι ένα κορυφαίο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπισθεί με το υπό κατάθεση σχέδιο Νόμου, και όχι βεβαίως βασιζόμενο στην λογική των ιδιοκτητών που ζητούν εφημερίδες με δυο συντάκτες εκ των οποίων … ο εξής ένας είναι οι ίδιοι! Σε μερικές περιπτώσεις η κατάσταση είναι πραγματικά τραγελαφική και εξοργιστική.

Ορισμένες, λοιπόν, από τις γενικότερες ανισότητες και παραλήψεις, ή ακόμη και κάποιες αψυχολόγητες προσεγγίσεις που μέχρι και σήμερα ισχύουν, επιχειρείται ν’ αντιμετωπισθούν με σχέδιο Νόμου για τον Περιφερειακό Τύπο που παρουσίασε προ καιρού ο υπουργός Τύπου και το οποίο βρίσκεται ακόμη υπό εκκρεμότητα σχετικά με την τελική του μορφή, καθώς ο κ. Ρουσόπουλος είχε υποσχεθεί, μετά από προτάσεις που είχαν καταθέσει οι Ενώσεις ότι θα παρουσιάσει την τελική πρόταση μέχρι τα τέλη Μαΐου αλλά μέχρις στιγμής κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Εμείς ως Ένωση έχουμε προ πολλού και εμπροθέσμως καταθέσει τις προτάσεις μας για το ζήτημα – στις οποίες θα αναφερθώ ακολούθως – και έχουμε συμμετάσχει και στο σχετικό διάλογο προς την κατεύθυνση πάντα του καλύτερου και εφικτού, βάση της ελληνικής πραγματικότητας, αποτελέσματος.

Πριν πάω όμως στις προτάσεις για τον περιφερειακό τύπο, ο συγκερασμός των οποίων όπως διατυπώθηκαν από τη δική μας Ένωση και αυτήν της Θεσσαλονίκης περιλαμβάνεται στο κείμενο που κατέθεσε η ΠΟΕΣΥ επισήμως στο Υπουργείο Επικρατείας, να αναφερθώ συνοπτικά στο άλλο μεγάλο θέμα που επιδιώκουμε οι τρεις Περιφερειακές Ενώσεις: την προοπτική δηλαδή κοινής συλλογικής σύμβασης. Να πω ότι είναι μία προσπάθεια που έχει δρομολογηθεί επί συγκεκριμένης πλέον βάσεως με κοινές συναντήσεις των Ενώσεων αλλά και με τη δημιουργία αντιπροσωπευτικής Επιτροπής η οποία ασχολείται με τη διατύπωση ολοκληρωμένων προτάσεων προκειμένου να υιοθετηθεί μια κοινά αποδεκτή φόρμουλα που θα μας δώσει την δυνατότητα, να φθάσουμε και σε κοινή σύμβαση. Μάλιστα η τελευταία συνάντηση για το θέμα αυτό έγινε προ μηνός στην Πάτρα ενώ είχε προηγηθεί διευρυμένη συνάντηση των εκπροσώπων των Ενώσεων στον Βόλο. Όπως προκύπτει το πρόβλημα για την κοινή σύμβαση εντοπίζεται στην εξομοίωση προς τα άνω – εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση στην οποία εύλογα συμφωνήσαμε όλοι από την αρχή – μισθών όπως αυτοί προκύπτουν από τις ξεχωριστές συλλογικές συμβάσεις που τώρα ισχύουν, αλλά και επιδομάτων, και όπου η Ένωση προηγείται των άλλων δύο. Την επίλυση του ζητήματος αυτού έχουν αναλάβει οι νομικοί σύμβουλοι των Ενώσεων μετά και την τελευταία συνάντηση στην Πάτρα οι οποίοι καλούνται να βρουν τρόπους για την υπέρβαση των ανισοτήτων, οι οποίοι βέβαια θα ευσταθούν και νομικά. Την προώθηση του όλου θέματος βοηθάει πάντως και η πρόσφατα υπογραφείσα συλλογική σύμβαση της Θεσσαλονίκης, που βρισκόταν σε εκκρεμότητα, και η οποία βελτίωσε μέχρι πρότινος μισθολογικά δεδομένα αλλά και εκείνα των επιδομάτων.

Καταλαβαίνουμε όλοι ότι αν επιτευχθεί η κοινή συλλογική σύμβαση θα είναι ένα σημαντικό βήμα για τον Περιφερειακό Τύπο μια και …η ισχύς βρίσκεται εν τη ενώσει!»

Επιμέλεια Μ.Α.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.