“Εφυγε” ο Αλεξανδρος Γιωτης

Το πνεύμα και ο τρόπος του Αλέξανδρου Γιώτη θα λείψει σε όσους έτυχε να τον γνωρίσουμε. Έντονη και χαρισματική προσωπικότητα που ξεχώριζε για τη στάση και τη φιλοσοφία ζωής. Μια ζωή γεμάτη δημιουργία, φαντασία και προπάντων γέλιο. Αυτή ήταν άλλωστε και η τελευταία του επιθυμία: «αναχωρώντας, απαιτώ να μην κατατεθούν στεφάνια, να μην κατατεθούν λουλούδια, να μη βγουν καφέδες και κονιάκ και άλλα κόλλυβα. Απαιτώ όμως ένα μεγάλο γαστρονομικό γεύμα για όλους τους παρόντες, σε όποιο χώρο. Δεν θέλω κλάματα, αλλά γέλιο, διότι έτσι έζησα. Θέλω γέλιο, όπως οι αρχαίοι Θράκες, γιατί έτσι έζησα».

Προσωπικά έχω τις καλύτερες αναμνήσεις από το μάθημά του στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (1983-1985) που πάντα κέρδιζε το ενδιαφέρον μας και κρατούσε αμείωτη την προσοχή από την αρχή ως το τέλος. Πνεύμα ελεύθερο ήθελε να μας μπολιάσει με μια κριτική διάθεση και με την ουσιαστική και πολύπλευρη διαχείριση των πηγών και πληροφοριών, που θα μας επέτρεπε σε συνδυασμό με την αγάπη του για την ελληνική γλώσσα και τη σωστή χρήση, την ανθρώπινη και επαγγελματική μας αξιοπρέπεια. Έκτοτε χώρισαν οι δρόμοι μας. Δυο τρεις φορές βρεθήκαμε στην Αθήνα εντελώς τυχαία. Πάντα όμως παρακολουθούσα με προσοχή τα όσα έλεγε ή έγραφε. Την ίδια αίσθηση αποκόμιζα από τα λεγόμενά του καθώς έδειχνε να γνωρίζει την εκδοτική δραστηριότητά μου με τις εκδόσεις ιστορικής και πολιτιστικής αυτογνωσίας «ΡΗΣΟΣ» στην Αθήνα την περίοδο 1989-1992.

Τελευταία, πριν λίγους μήνες, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων ΤΡΙΠΟΡΙ 2011 τον περασμένο Αύγουστο ο σεφ Νίκος Φωτιάδης, εκεί στην αυλή του παλιού δημοτικού σχολείου Σπηλαίου, που είχε γίνει ένας χώρος εκπαίδευσης και μύησης στα γαστρονομικά μυστικά της κουζίνας του Τριγώνου, είχε να μας αφηγηθεί τα πολλά τους σχέδια για την παραδοσιακή μαγειρική και τα τοπικά προϊόντα. Δεν είναι τυχαίο που επέλεξε να ζει στους Βαρυάδες των Ιωαννίνων. Ένας λάτρης της τοπικότητας κι ένας κοσμοπολίτης του πολιτισμού και της γαστρονομίας. Χαρακτηριστικό της πορείας και της φιλοσοφίας του το βιβλίο του «Ελιά και Ρύζι» που αναφέρεται στην μαγειρική κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας και της αρχαίας Κίνας. Αυτό το βιβλίο το πρότεινα να γίνει η αφορμή για την κοινή συνάντησή μας στις εκδηλώσεις ΤΡΙΠΟΡΙ 2012 στο Σπήλαιο Τριγώνου Έβρου. Δυστυχώς δεν θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε όλοι μαζί αυτή την πρωτοβουλία. Όπως κι αν γίνει, η μνήμη του θα είναι ζωντανή και η διάθεσή του για ζωή ένας δρόμος και μια επιλογή ζωής.

Ο αποχαιρετισμός των ανθρώπων της σχολής μαγειρικής “Le Monde”

Ένας από τους μεγάλους της Ελληνικής Γαστρονομίας, ένας «δικός μας» άνθρωπος, ο Αλέξανδρος Γιώτης, σεφ, γευσιγνώστης, συγγραφέας δημοσιογράφος και Μέγας Γαστρονόμος της Λέσχης Γαστρονομίας Ηπείρου, έφυγε από τη ζωή το Σάββατο, 12-11-2011. Ο Αλέξανδρος Γιώτης ήταν πνεύμα ανήσυχο, δημιουργικό, καινοτόμο. Άνθρωπος ευθύς, αξιοπρεπής, με ιδιαίτερη γαστρονομική κουλτούρα. Υπήρξε πρωτοπόρος στη σύνδεση της σύγχρονης ελληνικής κουζίνας με την παραδοσιακή αλλά και τη γαλλική κουζίνα.

 

Βιογραφικό σημείωμα του Αλέξανδρου Γιώτη

 

Ο Αλέξανδρος Α. Γιώτης δίδασκε Ιστορία Μαγειρικής και Διατροφής και Διεθνή Γαστρονομία στον Εκπαιδευτικό Όμιλο Le Monde. Σπούδασε ψυχοκοινωνιολογία και δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Μπορντό, στη Γαλλία. Εργάστηκε στη γαλλική ραδιοφωνία στο Παρίσι και ως ανταποκριτής στην Αθήνα. Συμμετείχε ως ιδρυτικό στέλεχος στη δημιουργία του πρώτου μη κρατικού ραδιοφώνου του «Αθήνα 9,84» και στη συνέχεια δεκάδων άλλων ραδιοσταθμών στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Εξετέλεσε δεκάδες δημοσιογραφικές αποστολές σε Σαχάρα, Ισραήλ, Ισπανία, Ελβετία, Ολλανδία, Αφρική, Γαλλία και Ελλάδα. Κριτικός γαστρονομίας από το 1983, εδεσματολόγος και μελετητής της μαγειρικής παράδοσης, ιστορίας και λαογραφίας έχει δημοσιεύσει συγγράμματα καθώς και άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες. Ως γαστρονομικός σύμβουλος ή διευθυντής κουζίνας έχει συνεργαστεί με γνωστά εστιατόρια στην Ελλάδα.

Για τον Αλέξανδρο Γιώτη, άνθρωπο της γεύσης και της καλής ζωής

Όταν σχεδιάζαμε, σελίδα-σελίδα, το «τεύχος μηδέν» του «Κ», κανένα άλλο όνομα δεν συζητήθηκε για τη στήλη της Γεύσης. Ο Αλέξανδρος Γιώτης ήταν ιδανικός για να υπηρετήσει μια ιδέα που έδινε βάρος στην εποχικότητα, την εντοπιότητα και την αγνότητα μιας πρώτης ύλης, τη συνδύαζε με λογική και φαντασία, τη μαγείρευε με τεχνικές που αναδείκνυαν τις αρετές της και την ανύψωνε στη σφαίρα της εφικτής γαστρονομίας.

 

Οι συνταγές του, σοφές μέσα στην απλότητά τους, ανέδιδαν τις ευωδιές της βαθιάς του ελληνικότητας, ξεδίπλωναν το μπουκέτο γεύσεων της γαλλικής του παιδείας και πασπαλίζονταν με το καρύκευμα των ταξιδιών του στις κουζίνες του κόσμου. «Να ξαναμπεί η νοημοσύνη στο ελληνικό τραπέζι» ήταν η αρχή που τηρούσε απαράβατα. «Χωρίς δογματισμούς, με μέτρο, μπορούμε να συνθέσουμε μια καθημερινή μαγειρική, με βάση τα προϊόντα του τόπου, τα συν και τα πλην τους, χωρίς να έχουμε υποχρεωτικά στο μυαλό μας δίαιτες, αδυνατίσματα κ.λπ., αλλά μια απόλυτη ισορροπία και αρμονία, τρεις φορές την ημέρα, στο πιάτο μας».

 

Ο Αλέξανδρος Γιώτης εντρυφούσε στον πολιτισμό του φαγητού και δημιουργούσε, πολύ πριν διαμορφωθεί το «σταρ σίστεμ» των μαγείρων, στο οποίο ποτέ δεν εντάχθηκε, αν και ήταν ανώτερος πολλών από αυτούς που μεσουρανούν. Προσωπικότητα ισχυρή, δύσκολος για όσους δεν τον γνώριζαν καλά, ασυμβίβαστος, βαθιά ερωτευμένος με το αντικείμενό του, ποτέ δεν θα το εξαργύρωνε διαφημίζοντας βιομηχανοποιημένα τρόφιμα. Οι πιο παλιοί ίσως τον θυμούνται από τη χρυσή, πρώτη εποχή του «Αθήνα 9,84», τότε που «κεντούσε» στη μεσημεριανή ζώνη, με υψηλοτάτου επιπέδου ελληνικά, βαθιά καλλιέργεια, ένα εντελώς προσωπικό στυλ και καίριες απόψεις για τα τρέχοντα. «Ώρες-ώρες αισθανόμουν ότι τον χαρακτήριζε το ιπποτικό πνεύμα της Γαλλίας», μου λέει ο Ιάσων Τριανταφυλλίδης, που τον γνώριζε από τότε. «Έδινε μια αίσθηση εστετισμού, πορευόταν με όσα είχα ζήσει και μάθει στη Γαλλία, αλλά όχι με την επιφανειακή, κούφια έννοια, του πώς πίνουμε μια Dom Perignon, αλλά σε βάθος».

 

Ο Αλέξανδρος Γιώτης πέθανε το περασμένο Σάββατο, μόλις 58 ετών, στο σπίτι του στους Βαρυάδες Ιωαννίνων, έχοντας προηγουμένως υπαγορεύσει στην αγαπημένη του Κορίν τις δύο τελευταίες του συνταγές –τη μια εκ των οποίων δημοσιεύουμε σήμερα. Ορφάνεψε η σελίδα μας της Γεύσης, ορφάνεψαν και οι κατσαρόλες του… Μας έμεινε, για πρώτη φορά μετά 442 συνταγές, η πικρή γεύση της απώλειας ενός ανθρώπου που δεν ζήσαμε από κοντά, όχι για άλλο λόγο, αλλά επειδή οι φυσικοί του χώροι ήταν η κουζίνα και η σχολή όπου κάποτε δίδασκε τους νέους μαγείρους, και όχι το δημοσιογραφικό γραφείο.

 

Έμειναν όμως οι συναρπαστικές ιστορίες που αφηγείτο με αφορμή κάθε πρώτη ύλη –για τους Ρωμαίους που πρωτοκαλλιέργησαν το μπρόκολο ή για τον παππού του που του αγόραζε κάστανα όταν ήταν παιδί. Έμειναν, κυρίως, οι συνταγές. Στα τεύχη του «Γαστρονόμου» και του «Κ», στα βιβλία του για τη Βιβλιοθήκη Γεύσης της «Καθημερινής» ή για τις εκδόσεις Le Monde. Όπως θα μείνει και η χαρά τού να τον διαβάζεις, να συγκεντρώνεις τα υλικά, να εκτελείς, να απολαμβάνεις με αυτούς που αγαπάς. Όπως ακριβώς θα το ήθελε και ο ίδιος.

 

«Αναχωρώντας, απαιτώ να μην κατατεθούν στεφάνια, να μην κατατεθούν λουλούδια, να μη βγουν καφέδες και κονιάκ και άλλα κόλλυβα. Απαιτώ όμως ένα μεγάλο γαστρονομικό γεύμα για όλους τους παρόντες, σε όποιο χώρο. Δεν θέλω κλάματα, αλλά γέλιο, διότι έτσι έζησα. Θέλω γέλιο, όπως οι αρχαίοι Θράκες, γιατί έτσι έζησα. Αντί στεφάνων, τα χρήματα να δοθούν στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα»• αυτή ήταν η τελευταία του επιθυμία.

Καλό ταξίδι, Αλέξανδρε.

Γ.Τσ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.