Δημητρης Λεντζος, συγγραφεας-στιχουργος «Τεχνη που δεν αντιλαμβανεται το κοινωνικο γιγνεσθαι και δεν ειναι εναντια, ειναι τουλαχιστον γελοια»

Ο Δημήτρης Λέντζος με τη νέα του συλλογή διηγημάτων «Λαμά Σαβαχθανί», αποδεικνύει ότι αποτελεί εξέχον παράδειγμα πραγματικού δημιουργού, του οποίου η αγάπη του για την προσωπική του μυθολογία, σε ισορροπία με την ιστορία και το περιβάλλον που μονίμως αλλάζουν, οδηγεί την γραφίδα του να συνθέτει στίχους και να αφηγείται ιστορίες με τρόπο αυθεντικό για τα σημερινά συγγραφικά δεδομένα, που μιλούν λιτά πλην όμως ευθέως στην καρδιά του αναγνώστη και τον ανυψώνουν σε ένα πρωτόγνωρο επίπεδο ταύτισης. Μόνιμος συνεργάτης σε αρκετές δουλειές του μουσικού περιοδικού «Μετρονόμος» και του εκδότη του Θανάση Συλιβού, ο Δημήτρης Λέντζος επανέρχεται, 5 χρόνια μετά την «Μεγάλη Διαδήλωση Του Ενός» με μια νέα συλλογή διηγημάτων που φέρουν το χαρμάνι της ελληνικής επαρχίας, τη κιτρινισμένη φυρά των πεσμένων φύλλων, την αγάπη για τις ρίζες μας. Στην εποχή της αβεβαιότητας και της σύγχυσης, η καταφυγή στη σίγουρη αγκαλιά που προσφέρει το σύμπαν που πλάθει ο Λέντζος, αυτό του γλυκά οικείου, είναι κάτι περισσότερο από παρηγοριά, είναι πηγή δύναμης για να συνεχίσουμε λίγο και να πάμε παραπέρα. Την έκδοση συνοδεύει μια μουσική συλλογή, καρπός συνεργασίας με πολλούς εξέχοντες μουσικούς, υπό τον τίτλο «Αμάρτημα Προπατορικό».

«Η ανάγκη στην τέχνη είναι μια υπαρξιακή και καθαρτήρια διαδικασία»

ΠτΘ.: «Λαμά Σαβαχθανί». Το τελευταίο σας πόνημα είναι, μαζί με άλλα, κι ένα σταυροδρόμι φίλων (για το «Αμάρτημα Προπατορικό», το cd οκτώ εκλεκτών κομματιών που συνοδεύει το βιβλίο, δουλέψατε με τους μόνιμους συνεργάτες σας τα τελευταία χρόνια, Χρήστο Λεοντή και Νεοκλή Νεοφυτίδη καθώς και με πληθώρα σημαντικών μουσικών και ερμηνευτών). Γιατί επιλέξατε αυτή τη μορφή για την κυκλοφορία των έργων σας, πεζών και στιχουργικών;
Δ.Λ.:
Το τελευταίο μου βιβλίο, με οχτώ διηγήματα «Λαμά Σαβαχθανί», ήταν προγραμματισμένο να εκδοθεί μόνο του. Η παρούσα έκδοση με την προσθήκη του δίσκου «Αμάρτημα Προπατορικό», έγινε μετά από πρόταση του εκδότη, την οποία και δέχτηκα αμέσως για την καλύτερη προοπτική της έκδοσης αυτής. Τα τραγούδια υπήρχαν, οι φίλοι υπήρχαν και το αποτέλεσμα είναι ενώπιον του κοινού. Στο μόνο που επιμείναμε ήταν η λιτότητα αυτής της εργασίας, η τεχνική της αρτιότητα και οι παράλληλες πορείες των δύο έργων, δημιουργώντας μεταξύ του αυστηρές διαχωριστικές γραμμές.

ΠτΘ: Τι είδους ανάγκες σας ωθούν, πέραν ασφαλώς από την ανάγκη της ψυχής να εκφραστεί, να δραστηριοποιείστε σε δυο διαφορετικά επίπεδα, σε αυτό της πεζογραφίας και στο άλλο της στιχουργίας;
Δ.Λ.:
Η ανάγκη είναι μεγάλη λέξη. Αυτή καθορίζει τα πάντα, πόσο μάλλον η ανάγκη της ψυχής. Έτσι και η ανάγκη στην τέχνη είναι μια υπαρξιακή και καθαρτήρια διαδικασία, που χωρίς αυτή ο θάνατος θα ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του παντός. Η τέχνη αμφισβητεί και αντιπαλεύει αυτήν του την κυριαρχία. Όσον αφορά τη συνέκδοση αυτή διηγημάτων και τραγουδιών, η ίδια αυτή ανάγκη καθόρισε τα πράγματα, έτσι ως ακριβή πάντα προϋπόθεση της ύπαρξης και της ζωής.

 

«Η έμπνευση σε εντοπίζει ως θήραμα η ίδια…»

ΠτΘ: Στα πεζά σας έργα τώρα. Στα ράφια με τις νέες κυκλοφορίες ελληνικών τίτλων κυριαρχούν από αφηγήματα μεγάλης φόρμας, μυθιστορήματα πολυπρόσωπα και κυρίως πολυσέλιδα. Εσείς από το 2008, με την «Μεγάλη Διαδήλωση Του Ενός», επιμένετε στην γενικά αγαπητή πλην όμως αντιεμπορική και τεχνικά απαιτητική, μικρή φόρμα του διηγήματος. Γιατί επιλέγετε να γράφετε έτσι;
Δ.Λ.:
Τα διηγήματα είναι δύσκολη υπόθεση. Ένα πράγμα δηλαδή σαν τα τραγούδια. Μέσα σε λίγες σελίδες πρέπει να τα πεις όλα, απλά και καθαρά, χωρίς πολυλογίες, χωρίς επαναλήψεις και περιστροφές. Τα διηγήματα είναι μικρά θεατρικά δρώμενα με αρχή, μέση και τέλος στη μεγάλη σκηνή της τέχνης. Στην κιβωτό, στο μεγάλο κατακλυσμό, ο τελευταίος άνθρωπος θα έπαιρνε μαζί του λίγα πράγματα: Δύο τραγούδια, ένα ποίημα, άντε και ένα διήγημα.

ΠτΘ: Αποδεικνύεστε πάντως ικανός στη διαχείριση του υλικού σας. Η λιτότητα που απαιτεί η φόρμα δένει αρμονικά με τον πηγαίο λυρισμό σας, και μαζί με τις πολλές ηθογραφικές και τοπικές πληροφορίες ζωντανεύουν την αφήγηση και αυτή ρέει αβίαστα. Από που αντλείτε την έμπνευση για τις ιστορίες σας και, κυρίως, για τους δυναμικούς χαρακτήρες σας;
Δ.Λ.:
Οι ιστορίες είναι δίπλα μας και εντός μας, αρκεί να ανοίξεις την ψυχή σου και τα μάτια σου να τις δεις. Εγώ ανέκαθεν ήμουν εντός του κόσμου ως άγαλμα και ως δέντρο, πάντοτε με ρίζες. Η έμπνευση σε εντοπίζει ως θήραμα η ίδια, αρκεί εσύ να έχεις αποφασίσει να σκοτωθείς στις λαιμητόμους της γεννήσεως.

«Η δική μου επαρχία είναι «υψιπετής», με εμπνέει και με καθορίζει»

ΠτΘ: Το θρησκευτικό στοιχείο πρωτοστατεί στις περισσότερες από τις ιστορίες σας. Η ιστορία «Λαμά Σαβαχθανί» αναδίδει μονίμως ένα κατανυκτικό χαρμάνι και δίνει μια αίσθηση βιβλική. Η θρησκεία στις αφηγήσεις σας είναι αμιγώς ηθογραφικό στοιχείο ή εκφράζει κάτι βαθύτερο;
Δ.Λ.:
Η θρησκεία ως υπαρξιακή και μεταφυσική θεώρηση δεν με απασχόλησε ποτέ. Είμαι ίσως πιο πολύ στο περιθώριο του Θείου, αιρετικός και ορθόδοξος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν δέχομαι και δεν αντιλαμβάνομαι τα πολύ δυνατά φιλοσοφικά και υπαρξιακά στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας. Η πολιτιστική δύναμη της ορθοδοξίας και η παράδοση που μας κληρονομήθηκε μέσα από τη μεγάλη της μουσική και ποίηση πάντα με γοήτευε. Μ’ αρέσει να μπαίνω μέσα σε αυτά τα πράγματα ως «πιστός».

ΠτΘ: Στο διήγημα «Το Λαχείο», ο Γιώργος, ο πρωταγωνιστής και επίδοξος ποιητής, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον υψιπετή του πνεύματος και τη σκληρή πραγματικότητα των διαψεύσεων. Γιατί η επαρχιακή νοοτροπία ήταν -και ίσως παραμένει- ασυμβίβαστη με την πνευματική και καλλιτεχνική εργασία;
Δ.Λ.:
Η επαρχία είναι μια δύσκολη υπόθεση και εγώ προσωπικά την κουβαλάω μέσα μου. Δεν γλίτωσε ποτέ κανένας από τις «επαρχίες», που τον ακολουθούν ως άγονες γεωγραφίες. Η δική μου επαρχία είναι «υψιπετής», με εμπνέει και με καθορίζει. Ποτέ της δεν μου στέρησε το λίγο της νερό, την ψίχα το ψωμί της. Και τώρα εδώ στο μεγάλο άστυ, ζω στις άνυδρες αιρετικές του επαρχίες. Δεν κατοικώ σε καμιά επαρχία πια. Αυτές κατοικούν μέσα μου σαν πέτρες ακανόνιστες.

ΠτΘ: Ήρωες στις ιστορίες σας είναι συνήθως παιδιά και ηλικιωμένοι, που αναλαμβάνουν γονικά καθήκοντα -φιγούρες που σχηματίζουν παιδικές αναμνήσεις. Η καταβύθιση του οικείου παρελθόντος αγγίζει τον αναγνώστη. Τι εξυπηρετεί αυτή η καταφυγή στην παιδική αθωότητα; Μια πιο αθώα οπτική στα σκληρά και δύσκολα της ζωής που όλοι αντιμετωπίζουμε;
Δ.Λ.:
Όταν καταφεύγει κανείς στην παιδική του ηλικία, θέλει να πάρει ακόμη δύναμη από τον κομμένο λώρο του. Μονάχα σε αυτόν τον βυθό γίνεσαι αιώνιος και αθάνατος. Δεν είναι ότι αποφεύγεις το τώρα και τη δύναμή του, ούτε θέλεις να γίνεις πιο αθώος, απλώς ξαναδοκιμάζεις το προπατορικό αμάρτημα και ξαναχάνεις για άλλη μια φορά. Ξανακάνεις ακριβώς τα ίδια λάθη ως πρωτόπλαστος στον κήπο της Εδέμ. Είναι τελικά ένας εξαγνισμός και ένα αναβάπτισμα στις εσωτερικές κολυμβήθρες των ανωνύμων Θεών. Η μνήμη είναι η μεγάλη καθοδηγήτρια με τις ρήτρες και τις κυρώσεις των ξεχασμένων παθών.

«Η τέχνη αφουγκράζεται τη μεγάλη κυοφορία της επανάστασης και ετοιμάζει το λίκνο της με τα μικρά εκείνα λευκά εργόχειρα του ονείρου»

ΠτΘ: Στα διηγήματα «Άξιος», «Λαμά Σαβαχθανί» και στην σκηνή της Επιτροπής στον Πύργο που περιγράφεται στα «Κόκκινα Παπούτσια», υπάρχουν σχόλια, υπόγεια αλλά αιχμηρά, για το πολιτικοκοινωνικό κατεστημένο του χρόνου αφήγησης. Υπάρχει, πιστεύετε, σύνδεση αυτών των ιστοριών της επαρχίας με τη σημερινή κοινωνική κατάσταση; Τι μας οδήγησε εδώ που βρισκόμαστε σαν κοινωνία;
Δ.Λ.:
Η τέχνη, ως υπεραξιακή ανάγκη που λέγαμε, είναι από μόνη της απέναντι στην εξουσία. Στην κάθε εξουσία. Τέχνη που δεν αντιλαμβάνεται το κοινωνικό γίγνεσθαι και δεν είναι ενάντια, είναι τουλάχιστον γελοία. Η τέχνη έχει μια αρχέγονη αποστολή να αλλάξει τον κόσμο, έστω και αν αυτό είναι η μεγαλύτερη αυταπάτη και ουτοπία. Σ’ αυτήν την κατάσταση φτάσαμε γιατί δεν κάναμε όλα αυτά τα χρόνια καμιά αντίσταση, αντίσταση σε ένα σύστημα που κάθε μέρα κατέρρεε σαν Ρωμαίος αυτοκράτορας και που δυστυχώς μαζί του καταρρέαμε και εμείς. Ότι μείναμε μακριά από τη μεγάλη τέχνη, ως καταναλωτές θεαμάτων στις μεγάλες κρεαταγορές των μέσων προπαγάνδας και του διαδικτύου έχει και αυτό μεγάλη συμμετοχή σε αυτήν την κατρακύλα. Και εμείς πάντα γελασμένοι, εμείς οι αφελείς ότι ο κόσμος θα αλλάξει από μόνος του, ευεργετώντας μας. Εμείς, οι κουτοί παντογνώστες του τίποτα, μαθημένοι μονάχα στα ναι και τα χειροκροτήματα των μεγάλων πλειοψηφιών. Στα όχι και στα μη γεννιέται το «άλλο», το νέο και το καινούργιο. Η τέχνη αφουγκράζεται τη μεγάλη κυοφορία της επανάστασης και ετοιμάζει το λίκνο της με τα μικρά εκείνα λευκά εργόχειρα του ονείρου.

ΠτΘ: Πώς αντιπαρέρχεται ένας άνθρωπος δημιουργικός τη σκληρότητα των καιρών μας; Εμπνέεται από αυτήν στο έργο του ή υπομένει και ελπίζει σε κάτι καλύτερο;
Δ.Λ.:
Όπως είπαμε και πριν για την τέχνη, έτσι και ο δημιουργός είναι στοιχείο και αυτός του καιρού του. Τι κι αν μερικές φορές ζει εξόριστος στο πένθος του και στην άλλη του πατρίδα, το έργο του, το αληθινό του έργο, είναι η αίρεση όλων των δογμάτων. Ο δημιουργός «αναμάρτητος» είναι ο ίδιος ο λιθοβολιστής και ο ίδιος ο λιθοβαλόμμενος στις πλατείες των αισθημάτων.

ΠτΘ: Τι θα προτείνατε σε έναν επίδοξο συγγραφέα ή στιχουργό που κάνει τώρα τα πρώτα του βήματα;
Δ.Λ.:
Δουλειά, πολύ δουλειά. Τίποτα άλλο.

«Η αντίσταση ξεκινάει από τις παρέες και τις κοινότητες»

ΠτΘ: Κλείνοντας, θέλετε να στείλετε κάποιο μήνυμα στους αναγνώστες σας στη Θράκη; Να τους προτείνετε κάποιο ανάγνωσμα;
Δ.Λ.:
Κλείνοντας, θα ήθελα να στείλω πολλά χαιρετίσματα στους Θρακιώτες και θα τους πρότεινα να διαβάζουν ό,τι τους κάνει καλύτερους ανθρώπους και καλύτερους πολίτες. Θα πρότεινα επίσης να κουβεντιάζουν. Να κουβεντιάζουν πολύ και να συναθροίζονται. Η αντίσταση ξεκινάει έτσι κι αλλιώς από τις παρέες και από τις κοινότητες. Οι ακρίτες άλλωστε επωμίζονται ακόμα πιο πολύ το βάρος της επαρχίας που λέγαμε. Σας ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία.

 

«Οι εκδόσεις «Μετρονόμος» σημαντικό αποκούμπι για τους μεγάλους ακτήμονες του λογοτεχνικού κλήρου»

ΠτΘ: Το τελευταίο σας βιβλίο βγήκε σε μια άρτια έκδοση του «Μετρονόμου». Πείτε μας δυο λόγια για τη συνεργασία σας με τον εκδοτικό οίκο καθώς και για τα μελλοντικά σας σχέδια.
Δ.Λ.:
Οι εκδόσεις Μετρονόμος είναι μια προσωπική ιστορία του Θανάση Συλιβού. Στις δύσκολες αυτές στιγμές, ο Συλιβός εκδίδει ένα σπουδαίο μουσικό περιοδικό, τον «Μετρονόμο». Εκδίδει επίσης σημαντικές λογοτεχνικές και μουσικές εργασίες με πολύ μεράκι και με πολύ προσπάθεια και αγάπη. Οι εκδόσεις «Μετρονόμος» θα μείνουν και θα είναι ένα σημαντικό αποκούμπι για όλους εμάς τους μεγάλους ακτήμονες του λογοτεχνικού κλήρου. Με τον Θανάση Συλιβό ετοιμάζουμε αρκετά πράγματα που σύντομα θα εκδοθούν.

 

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ερμηνεία του αξέχαστου Δημήτρη Μητροπάνου»

ΠτΘ: Στο παρελθόν έχετε συνεργαστεί με σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής μουσικής σκηνής στην πορεία της δουλειάς σας, όπως ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Μανώλης Μητσιάς και ο Διονύσης Τσακνής και πολλοί άλλοι. Μιλήστε μας για τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις που αποκομίσατε από τις συνεργασίες σας.
Δ.Λ.:
Σ’ όλες τις δισκογραφικές μου εργασίες ευτύχισα να συνεργαστώ με πολλούς μεγάλους τραγουδιστές, αυτούς που αναφέρατε αλλά και άλλους παλαιότερους και νεώτερους, όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, ο Παντελής Θαλασσινός, η Α. Στρατηγού και άλλοι. Αυτό που έχω κρατήσει από τις συνεργασίες αυτές είναι η απλότητα και ο επαγγελματισμός των μεγάλων τραγουδιστών, αλλά και το μεγάλο άγχος των νεωτέρων, που και αυτό βεβαίως είναι φυσιολογικό. Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ την ερμηνεία του αξέχαστου Δημήτρη Μητροπάνου, τη στάση του σώματος του όταν τραγουδούσε, θαρρείς ότι άγγιζε το Θείο. Μεγάλη απώλεια.

 

Συνέντευξη: Γιώργος Κόσσυφας
Ε-mail:[email protected]

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.