Δημιουργιστες εναντιον δαρβινιστων
Αληθεύει πως το μυθιστόρημα της Γαλλίδας σεναριογράφου και βιβλιοθηκαρίου Βερονίκ Ρουά μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Ως παρωδία του «Κώδικα Ντα Βίντσι» και ως αυτοτελές ανάγνωσμα. Είτε έτσι διαβαστεί είτε αλλιώς, δύσκολα αποφεύγει τη ρετσινιά της παραλογοτεχνίας. Στην ουσία όπως και το βιβλίο του Νταν Μπράουν- είναι ένα μυθιστόρημα με «θέση», που χρησιμοποιεί όλα- ακόμη και τα πιο ευτελή- τα αφηγηματικά στερεότυπα (απιθανότητες στην πλοκή, εμμονή με την έκλυση της αναγνωστικής αδρεναλίνης) για να «αποδείξει» την ειλημμένη «θέση»- και από αυτήν την άποψη, δεν έχει σημασία αν το υπογράφει η Βερονίκ Ρουά, ο Νταν Μπράουν, ο Μάικλ Κράιτον ή και ο Αντρέι Ζντάνοφ αυτοπροσώπως. Θα μου πείτε: δεν έχει σημασία η «θέση»; Δεν έχει σημασία το «διακύβευμα»; Έχει και παρέχει- όχι όμως για τη λογοτεχνία. Είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Στον «Κώδικα ντα Βίντσι» το διακύβευμα ταυτιζόταν- κι επικροτούσε- με μια από τις πάμπολλες θρησκευτικές θεωρίες συνωμοσίας: τη συστηματική πλαστογράφηση κι εν τέλει αποσιώπηση του ρόλου της Μαρίας της Μαγδαληνής (κατ΄ επέκτασιν της… γυναίκας), με κύριο ηθικό αυτουργό την Καθολική Εκκλησία (εξ ου και η βίαια αντίδραση του Βατικανού για το βιβλίο). Στο μυθιστόρημα της Βερονίκ Ρουά, η Καθολική Εκκλησία παρουσιάζεται λιγότερο μονολιθική, δίχως να συγκαλύπτεται πλήρως και η οπισθοδρομική πλευρά της. Στο πρόσωπο του πατέρα Μαρτσέλο Μανιάνι, ενός από τους κεντρικούς ήρωες, εκπροσωπείται το πεφωτισμένο Βατικανό, εκείνο που τείνει κλάδο ελαίας προς τους επιστήμονες και δείχνει πρόθυμο (έως ποιο σημείο άραγε;) να βάλει νερό στο θεολογικό κρασί του.
Ήδη έχει προχωρήσει στην αναγνώριση της Βίβλου ως «συμβολικού κειμένου», γεγονός που τη φέρνει σε ευθεία αντίθεση με τους φονταμενταλιστές χριστιανούς, τους δημιουργιστές, όσους επιμένουν να διαβάζουν τις Γραφές ως… κυριολεκτικά κείμενα (οπότε και να πιστεύουν ότι ο κόσμος «κτίστηκε» πριν από έξι χιλιάδες χρόνια- ένα απειροελάχιστο διάστημα, με βάση τον πραγματικό γεωλογικό χρόνο- και άλλες παρόμοιες μπαρούφες).
Η έμπνευση
Στο επίμετρο των «Φόνων», η Ρουά παραδέχεται ότι εμπνεύστηκε την ιστορία της, μεταξύ άλλων, και από τα γραπτά του μακαρίτη καθηγητή Στίβεν Τζέι Γκουλντ. Με τις απόψεις του Γκουλντ- και ιδίως με το βιβλίο του «Εν αρχή ην ο Λόγος.Για τη συμφιλίωση θρησκείας και επιστήμης» (Εκδ. Τραυλός)- είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε αρκετά νωρίς από αυτήν τη σελίδα («ΤΑ ΝΕΑ», 18 Νοεμβρίου 2000). Ο νεοδαρβινιστής ζωολόγος και γεωλόγος Γκουλντ πίστευε στην πολυπόθητη συμφιλίωση- το ίδιο πιστεύει και η Ρουά- αρκεί, τόσο η επιστήμη όσο και η θρησκεία, να σεβαστούν την Αρχή των Μη Αλληλοκαλυπτομένων Πεδίων τουτέστιν, να μην μπαίνει η μία στα χωράφια της άλλης. Μολονότι συμμεριζόμαστε τη γνώμη ότι η εν λόγω συμφιλίωση είναι επιθυμητή από πλευράς κοινωνικής γαλήνης- ποιος σώφρων άνθρωπος θέλει πόλεμο με το παπαδαριό;-, εκφράζαμε από τότε την αμφιβολία μας για την επίτευξη του στόχου, αφ΄ ης στιγμής η μία πλευρά (η θρησκεία) θα πρέπει να αποδεχτεί έναν μακρόχρονο διάλογο, όπου θα καλείται μονάχα να δώσει, με διαρκείς αβαρίες στις πεποιθήσεις της και αβάσταχτα πλήγματα στο γόητρό της. Κατά παράδοξο τρόπο- διότι σαφώς τα ετερώνυμα έλκονται- το ίδιο ακριβώς πιστεύουν και οι δημιουργιστές: η Εκκλησία του Χριστού δεν έχει κανένα συμφέρον να συρθεί σε διάλογο με τους άθεους δαρβινιστές.
«Σκοτώστε τους μετριοπαθείς»
Ποια είναι η πιο πρόσφορη μέθοδος για να δυναμιτιστεί εξαρχής η προοπτική ενός τόσο ανεπιθύμητου διαλόγου; Μα η παλιά καλή τακτική: εάν επιθυμείτε αληθινά τον διπολισμό, σωπάστε τις φωνές που καλλιεργούν τη σύγκλιση.
Διαδώστε τη μισαλλοδοξία.
Σκοτώστε τους μετριοπαθείς. Ιδού το άκρως ενδιαφέρον «σημείο εκκίνησης» στο βιβλίο της Ρουά. Από εκεί κι έπειτα κοπιάρει τον «Κώδικα Ντα Βίντσι» και τον παρωδεί ανελέητα. Στη θέση του Λούβρου βάζει το Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Παρισιού, όπου η ίδια έχει εργαστεί επί χρόνια και που φαντάζει- θα συμφωνήσουμε μαζί της- ως το ιδανικό σκηνικό για ένα μυθιστόρημα με ιδεολογικό μεδούλι τη θεωρία της Εξέλιξης.
Όπως και στον «Κώδικα» εξάλλου, οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον με απίθανη συχνότητα, στον χώρο πάντα του Μουσείου (γιατί δεν «σφραγίζουν» το Μουσείο θα αναρωτηθεί ο σκεπτικιστής αναγνώστης- από την πρώτη κιόλας μέρα, από τον πρώτο κιόλας φόνο;), είναι απεχθείς, τελετουργικοί και συμβολικοί- αν και η εξήγηση που δίνει η Ρουά στο τέλος είναι εμφανώς τραβηγμένη από τα μαλλιά. Όσο για το γενεσιουργό κίνητρο του δολοφόνου; Αυτό κι αν είναι της πλάκας. Το παραβλέπουμε μονάχα με το ελαφρυντικό της παρωδίας. Σε οιονδήποτε «σοβαρό» μυθιστόρημα, θα έπαιρναν τη Βερονίκ με τις ντομάτες.
Το συμπέρασμα
Είπαμε. Δεν μιλάμε για λογοτεχνία. Ούτε όμως για ένα μυθιστόρημα τεχνικά χειρότερο από τον «Κώδικα Ντα Βίντσι»- αν θεωρείτε τον «Κώδικα» τεχνικά επαρκή. Κι εν πάση περιπτώσει, καλύτερα να ξεστραβωθούμε- έστω και με ένα ανάλαφρο ανάγνωσμα- γύρω από τη διένεξη δημιουργιστώνδαρβινιστών (θα τη βρίσκουμε για χρόνια μπροστά μας), παρά να κυνηγάμε συνωμοσιολογικές χίμαιρες. Άρα ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Εδώ σε θέλω, κάβουρα. Όπως άκουσα πρόσφατα να το θέτει μεταμεσονύκτια ο Στέλιος Ράμφος στη Βίκυ Φλέσσα: αν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, ποιος αγιάζει τον σκοπό;
Πέτρος Τατσόπουλος,
«Τα Νέα» 18/19/4/2008
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
