Διαστασεις,4798

1ο «Πώς λέγεται η γυναίκα που ανά πάσα στιγμή γνωρίζει πού βρίσκεται ο άνδρας της;» άρχισε πάλι. Δεν πτοείται ούτε από την επιδείνωση του καιρού ούτε από τις δυσμενείς διαθέσεις της διεύθυνσης… «Χήρα!». Γράφει τη διατριβή της τώρα που σας γράφω πάτερ μου (με την καλή έννοια)… «Γιατί το 90% των ανδρών δεν πάνε στον παράδεισο;», το γνωστό βιβλίο: «Ανδρισμός πηγή δυστυχίας, ο έρωτας στα χρόνια του Κοτσάκη…». «Γιατί θα γίνει κόλαση!»… Η Ταραντούλα πάλι πάτερ ασκεί αντιπολίτευση, στην αντιπολίτευση φυσικά, σιγά, μην ολόκληρο ιστορικό ΚΚΕ, ασχοληθεί με την κυβέρνηση του Καραμανλή junior… Μέχρι και την κοπή της βασιλόπιτάς τους στα «Λαϊκά Προάστια» θα την κάνουν… στο ΚΚΕ όλα έχουν τον συμβολισμό τους, αντί για ευρώ – κέρμα στην πίτα, βάζουν πάντα ένα ρούβλι… «Γιατί το 90% των γυναικών δεν πάνε στον παράδεισο; Γιατί δεν ξέρουν τι να φορέσουν!»… Η αλήθεια είναι ότι και τη θεία Ροδούλα τη δυσκολεύουν λιγάκι οι ενδυματολογικές της επιλογές, γι’ αυτό και προτιμά τον γυμνισμό… «Τι διαφορά έχουν οι γυναίκες από τους ληστές; Οι ληστές ζητάνε ή τα λεφτά ή τη ζωή σου. Οι γυναίκες τα θέλουν και τα δύο». Μου αρέσει που βάζουμε ψηλά τον πήχη…

2ο Την ιστορία του δημάρχου των Τιράνων την ξέρετε;

Επιχειρεί τη δική του, μοναχική επανάσταση για να κάνει την πόλη του καλύτερη, ομορφότερη, πιο καθαρή και πιο πράσινη. Ο δήμαρχος των Τιράνων πάτερ μου, να θυμίσω ότι τα Τίρανα βρίσκονται στην Αλβανία και κατοικούνται από Αλβανούς, που, όπως λένε οι Ελληναράδες, «δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ!». Ο κ. Έλντι Ράμα μιλάει για τη δύναμη της πράξης (οι υπηρεσίες του Δήμου έχουν ισοπεδώσει 2.000 αυθαίρετα μέχρι σήμερα) και τη δύναμη της αλλαγής που εμπνέει τους πολίτες, τους καθιστά συμμάχους σ’ έναν κανονικό πόλεμο χαρακωμάτων με την κεντρική εξουσία και τους ακλόνητους πόλους της διαφθοράς και της μαφίας (που δεν είναι λίγοι). Τα λόγια του δημάρχου των Τιράνων αποπνέουν αγάπη για την πόλη του και πίστη στο μέλλον. Στην Κομοτηνή μας λείπουν ακόμα άνθρωποι που να κάνουν το ένα ή το άλλο, για δε και τα δύο μαζί, δεν το συζητώ καν. Δεν θέλω να σας το χαλάσω, αλλά ένα ταξίδι στα Τίρανα δεν θα έβλαπτε την εδώ δημοτική αρχή, ίσα – ίσα που θα της δινόταν η ευκαιρία να διαπιστώσει: α) τι κάνει ένας δήμαρχος; β) πώς λειτουργεί μια δημοτική αρχή; γ) πώς εμπνέονται οι πολίτες και στηρίζουν το δημοτικό έργο; Δεν είναι όλα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση διορισμοί σε προεδρικές καρέκλες, αντιμισθίες, αργομισθίες και βόλεμα ημετέρων…

3ο «Βιβλία κι ανάμεσα μια γάτα/ Φίλοι για κάθε εποχή/ Που αν λείψουν άδεια είν’ η ζωή».

Με στίχους Απολινέρ ξεκινά το κεφάλαιο με τον τελεσίδικο τίτλο «Το τέλος». Από τις πρώτες γραμμές, τόσο σαφές! «Τι σκληρό που είναι. Να πηγαίνεις για πολτοποίηση. Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε ένα βιβλίο». Ένα βιβλίο αφηγείται την ιστορία του: πρωτοπρόσωπα, με παιγνιώδη διάθεση, κωμικά, τραγικά, αλληγορικά, ανατρεπτικά, συγκινητικά, υπερβατικά… Ελπίζει, αγαπά, διψά για αγάπη, συζητά, νοσταλγεί το παρελθόν και παθαίνει κρίσεις πανικού για το μέλλον. Αντικρίζει κατάματα τον θάνατο, θέτει ερωτήματα για τη χαοτική πορεία του κόσμου, επιθυμεί διακαώς να διασώσει ό,τι αξίζει. Εκφράζεται με δάκρυα και φιλιά δανεικά, μοιράζεται σοφία με ξένες φράσεις, βγάζει τη γλώσσα στο εκδοτικό στάτους, ακροβατεί ανάμεσα στη φαντασία και την αλήθεια, ανακαλύπτει την καθημερινή ευτυχία, την κάνει κτήμα του, μας τη χαρίζει: «Δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί κανείς να περνά δίπλα από ένα δέντρο χωρίς να χαίρεται που υπάρχει» (Ντοστογιέφσκι). Γεμάτο φράσεις μαγικές, στοργικές, λυτρωτικές, σοφές, ανατρεπτικές, διαβρωτικές, αλληγορικές, μας χαρίζει την έμπλεη νοημοσύνης «χάρτινη σάρκα» του. «Στο Ράβενσμπρουκ ανακαλύψαμε ότι ένα βιβλίο ήταν πολυτιμότερο από το ψωμί» (Genevieve de Gaulle Anthonioz). Κάτι που οι αναγνώστες γνωρίζουν καλά!

«Δεν έχω παρά λέξεις/ όλα τα άλλα τα ξεφορτώθηκα/ Οι λέξεις μού χρησιμεύουν σαν απόθεμα, πολεμοφόδια, κατάρτι βάρδιας, αστέρι πολικό, φως στην ομίχλη/ Μου φτάνουν για να προχωρώ/ Και με ζεσταίνουν», ισχυρίζεται. «Που τις ανακατεύω και ξανά τις ανακατεύω/ Με την κρυφή ελπίδα μια μέρα να ζεστάνουν άλλων ανθρώπων την καρδιά/ Ανάλαφρος, άδειος/ Με τις λέξεις για μοναδικούς συντρόφους μου// Ο θάνατος ας έρθει/ Δεν υπάρχει τίποτα πια να πάρει», καθαρίζει για μας. Και παραθέτει με μότο φράση του Έμερσον «ένα ονειρεμένο βιβλιοπωλείο»: «Όταν ένας άνθρωπος ξέρει να κάνει το καλύτερο κήρυγμα, να γράφει την καλύτερη ιστορία ή να κατασκευάζει την καλύτερη ποντικοπαγίδα, ακόμα κι αν πάει να κατοικήσει στη μέση του δάσους, το πλήθος των επισκεπτών θα βρει ένα μονοπάτι για να φτάσει στην πόρτα του». Όλα αυτά σε ένα βιβλίο απρόσμενο, πρωτότυπο, «Ένα βιβλίο για πέταμα» που υπογράφει ο Paul Desalmand (η αλήθεια είναι ότι όλα όσα υπογράφω είναι για πέταμα. ΩΩΩ ναι! Το παραδέχομαι! Χιλιάδες λέξεις, όλες για πέταμα. ΕΕΕΕ και; Μια βόλτα την ημέρα από τα νεκροταφεία κι αμέσως όλα μπαίνουν στην θέση τους), μεταφράζει η συγγραφέας Μαρία Γαβαλά και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πόλις». Κάνοντας πράξη τη φράση του Nicole Vedres: «Μου φαινόταν πως, εάν το βιβλίο έμενε εκεί, χωρίς καν να το ανοίξω, θα άρχιζε να μιλά, με μια φωνή που τη θυμάμαι πάντα, πως ίσως τη νύχτα θα σηκωνόταν, θα έπαιρνε σχήμα, ανθρώπινη μορφή…». Τη μορφή της, πάτερ μου, όλα τα βιβλία, χρόνια τώρα έχουν τη μορφή της…

4οΕδώ γελάτε…

Ένα παιδάκι λέει στη μαμά του:

– Τι ωραίο φόρεμα! Ο μπαμπάς σου το χάρισε;

– Αν περίμενα από αυτόν τον τσιγκούνη ούτε εσένα δεν θα είχα!

Υ.Γ.

«Όποιος δίνει προσοχή στη μέρα την οποία ζει ανακαλύπτει τη μαγική στιγμή»

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.