«Δεν θα πηγαινα σε συγκεντρωσεις των πατριωτικων μετωπων»
24 ώρες πριν την έναρξη της κρίσιμης συνόδου κορυφής της Κοπεγχάγης και ενώ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη ένα ανελέητο διπλωματικό και πολιτικό παρασκήνιο για την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε και την εξεύρεση αποδεκτής λύσης στο πολιτικό ζήτημα της επανένωσης της Μεγαλονήσου, ο ΠτΘ, συνομίλησε με τον αναπληρωτή τομεάρχη εξωτερικών της Ν.Δ, Ευριπίδη Στυλιανίδη και ζήτησε εξηγήσεις για τη θέση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης σ΄ αυτή την διαπραγμάτευση και την εναλλακτική πολιτική που θα ασκούσε σε περίπτωση που θα ήταν εκείνη υπεύθυνη για τη διαχείριση του ζητήματος.
Παρά το γεγονός ότι διαφωνεί με τους διαπραγματευτικούς χειρισμούς της κυβέρνησης και του υπουργού εξωτερικών, εντούτοις δεν συστρατεύεται με τις απόψεις του λεγόμενου πατριωτικού μετώπου που ζητά απόρριψη του «Σχεδίου Ανάν» ως βάση διαπραγμάτευσης, τάσσεται υπέρ της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε με προϋποθέσεις, ζητά την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε κατά το γερμανικό μοντέλο και υποστηρίζει ότι εφόσον επιτευχθεί τελικά η ένταξη, αυτό θα είναι «μια εθνική και όχι μόνο μια κυβερνητική επιτυχία».
ΠτΘ: Ασκείτε κριτική στο σχέδιο Ανάν και το αποκαλείτε ως «μη βιώσιμη λύση». Να υποθέσω ότι μετά από αυτά, θα παίρνατε μέρος στο συλλαλητήριο που διοργανώθηκε πρόσφατα στην Κύπρο εναντίον του σχεδίου και στο οποίο πρωταγωνίστησαν οι κ.κ. Αρσένης και Τσοβόλας;
Ε.Σ.: Όχι, όχι σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να πάω σε απόψεις οι οποίες δεν δημιουργούν προοπτική αποτελέσματος. Εγώ αντιλαμβάνομαι και σέβομαι απόλυτα τους προβληματισμούς και τις διαφωνίες μιας μεγάλης ομάδας υψηλόβαθμων στελεχών του ΠΑΣΟΚ που εκδηλώνονται στο εσωτερικό αλλά θα μου επιτρέψετε να οριοθετώ την δική μου θέση κάπως διαφορετικά.
ΠτΘ: Σε ποιο σημείο διαφωνείτε, τότε, με την κυβερνητική πολιτική;
Ε.Σ.: Η κριτική την οποία άσκησα στην κυβέρνηση ήταν για τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την πρόταση. Για τον τρόπο, μάλλον, με τον οποίο προσέγγισε την πρόταση. Είπα από την αρχή ότι υπήρχαν 3 δρόμοι: ο ένας δρόμος είναι αυτός που υιοθετεί το πατριωτικό μέτωπο στο οποίο αναφερθήκατε και που συνιστά την εξ’ αρχής απόρριψη της πρότασης Ανάν εξ΄ ολοκλήρου. Η δεύτερη λύση είναι η προσχώρηση στην πρόταση με απόλυτο ενθουσιασμό και αποδοχή ακόμη και των αδύνατων σημείων αυτής της πρότασης και ο τρίτος δρόμος είναι η προσχώρηση στην πρόταση ως βάση διαπραγμάτευσης αλλά με σοβαρή προετοιμασία, με υπευθυνότητα και με διεκδικητικό πνεύμα. Άσκησα λοιπόν κριτική στην κυβέρνηση διότι οι πρώτες δηλώσεις υποδοχής τόσο του πρωθυπουργού όσο και του Υπουργού Εξωτερικών ήταν δηλώσεις ενθουσιασμού. Πανηγύρισαν, δηλαδή, ως επιτυχία το σχέδιο και μάλιστα προσπάθησαν να μας πείσουν για αυτό στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής αναφερόμενοι στην αντίδραση της τουρκικής πλευράς και του απερχόμενου Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας και μ’ αυτό τον τρόπο, πιστεύω, ότι αποδυνάμωσαν, στην αρχή τουλάχιστον, την διαπραγματευτική θέση της χώρας μας, διότι δεν μπορείς να δέχεσαι κάτι ως απόλυτα καλό και μετά να διαπραγματεύεσαι την αλλαγή του.
Από τη δική μας πλευρά, είπαμε ότι πρέπει να δεχτούμε το σχέδιο ως βάση διαπραγμάτευσης, όπως τελικώς έκανε και ο πρωθυπουργός, και εν συνεχεία να θέσουμε τα βασικά ζητήματα που αποτελούν αδυναμίες του σχεδίου. Τα τρία ζητήματα που έθεσε η Ν.Δ. προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η εφαρμογή των ψηφισμάτων και των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών, δηλαδή, των αποφάσεων που αφορούν αγνοούμενους, πρόσφυγες, εποίκους και τα λοιπά. Δεύτερον, η εφαρμογή ενός λειτουργικού και βιώσιμου συνταγματικού μοντέλου για το οποίο επισημάναμε ποιες θεωρούμε εμείς αδυναμίες αυτού του σχεδίου που προτείνεται. Και τρίτον, απόλυτη εφαρμογή του Ευρωπαϊκού «κεκτημένου», τουλάχιστον, όσον αφορά τις 4 βασικές ελευθερίες της Ένωσης που είναι, η ελεύθερη μετακίνηση, εγκατάσταση, μεταφορά κεφαλαίων και εργασίας. Διότι μ’ αυτόν τον τρόπο, μόνο, μπορεί να δημιουργηθεί όσμωση μεταξύ των δύο κοινοτήτων και σταδιακά να αποκατασταθεί η πληγωμένη σχέση μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων και μέσα από την οικονομική και πολιτιστική συμβίωση να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, πραγματικά, στο μέλλον να μην έχουμε και προβλήματα.
ΠτΘ: Εάν, λοιπόν, η αντιπρόταση του κ. Ανάν επί των παρατηρήσεων που κατέθεσαν οι δύο πλευρές της Κύπρου, δεν περιέχει το σύνολο των ζητημάτων που θέσατε προηγουμένως, η ελληνική και η ελληνοκυπριακή πλευρά, θα πρέπει να απορρίψουν το κείμενο και να αποσυρθούν από την διαπραγμάτευση;
Ε.Σ.: Όταν πας σε διαπραγμάτευση δεν είναι δυνατόν να τα πάρεις όλα. Οφείλεις να περιφρουρήσεις τα ζωτικά και να επιτύχεις το μάξιμουμ των επιδιώξεών σου σε επίπεδο δευτερευόντων θεμάτων. Όταν πλήττονται τα ζωτικά οφείλεις να αντιδράσεις. Δεν ξέρουμε, λοιπόν, που έχει βάλει την κόκκινη γραμμή η κυβέρνηση και ούτε μας το λέει. Αυτό θα περιμένουμε να το δούμε. Σε κάθε περίπτωση, εκεί που εμείς είμαστε αδιαπραγμάτευτοι είναι στο σημείο του διαχωρισμού της ένταξης από τη λύση. Πιστεύουμε, ότι η Κύπρος με επιτυχία πρώτη συμπλήρωσε τα διαπραγματευτικά κεφάλαια πρώτη απ’ όλα τα κράτη και κανείς δεν δικαιούται, ειδικά, όταν δεν είναι μέλος της Ε.Ε., να εμποδίσει την ένταξη της Κύπρου. Η Κύπρος, επομένως, θα πρέπει να ενταχθεί στην Κοπεγχάγη. Από εκεί και μετά, είτε βρεθεί λύση είτε δεν βρεθεί, θα έχουμε επιδείξει το καλύτερο πρόσωπο για να επιτύχουμε λύση. Αλλά ακόμα και αν δεν βρεθεί, λόγω της αδιαλλαξίας της άλλης πλευράς, η ένταξη θα πρέπει να προχωρήσει.
ΠτΘ: Η κυβέρνηση μιλά σ΄ αυτή την περίπτωση για εφαρμογή του λεγόμενου γερμανικού μοντέλου ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διαφωνείτε με αυτή την προοπτική;
Ε.Σ.: Αυτή είναι η πρότασή μας. Σε περίπτωση που δεν βρεθεί λύση να εφαρμοστεί απόλυτα το γερμανικό μοντέλο. Αυτό στην πράξη σημαίνει να μπει ως ένα ενιαίο κράτος η Κύπρος με μια διεθνή προσωπικότητα και να μην χρειάζεται στο μέλλον διαπραγμάτευση ξεχωριστή για την ένταξη του κατεχόμενου τμήματος όταν θα επιλυθεί το ζήτημα από τις διαπραγματεύσεις που θα συνεχίζουν μετά την ένταξη της Κύπρου.
Το δεύτερο σημείο είναι ότι, βεβαίως, θα πρέπει να επιδιωχτεί και στη συνέχεια μια λύση στο κυπριακό που να ξαναβάζει στην λογική της συμβίωσης τα δύο σύνοικα στοιχεία, διότι αίσθησή μου είναι ότι η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων θέλουν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό και διαφωνούν με την αδιαλλαξία του Ντεκτάς. Τρίτον, εγώ θα έλεγα ευθαρσώς ότι θα έπρεπε να στηρίξουμε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας, γιατί πραγματικά από τη βελτίωση των καταστάσεων μέσα στην Τουρκία, δηλαδή, της ποιότητας της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της οικονομικής κατάστασης, εξαρτάται, όχι μόνο η λύση του Κυπριακού, αλλά και η βελτίωση των διμερών σχέσεων και αυτό θα πρέπει να είναι επιδίωξή μας χωρίς βέβαια η Ευρώπη να κάνει εκπτώσεις σε αρχές, αξίες και κανόνες τους οποίους έχουν σεβαστεί τα προηγούμενα κράτη που εντάχθηκαν μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια.
ΠτΘ: Κατηγορήσατε πρόσφατα τον κ. Παπανδρέου για υποχωρητική πολιτική ή όπως το είπατε «την πολιτική του καλού παιδιού». Σε ποιο σημείο εφάρμοσε μια τέτοια πολιτική ο κ. Παπανδρέου και πού έβλαψαν τα εθνικά συμφέροντα οι εν γένει πρωτοβουλίες του;
Ε.Σ.: Ο κ. Παπανδρέου έκανε ένα σωστό και ορισμένα λάθη. Το σωστό είναι ότι δημιούργησε, για πρώτη φορά, δυτικό προσανατολισμό στο κόμμα του το οποίο αν θυμάστε ήταν προσανατολισμένο τριτοκοσμικά και μιλούσε για τρίτο δρόμο. Αυτό το θεωρώ απολύτως θετικό και του το χρεώνω όπως και στον κ. Σημίτη. Από εκεί και μετά, όμως, στις επιμέρους διαπραγματεύσεις που κατά καιρούς έχει κάνει για τα εθνικά θέματα, επιδεικνύει έναν συμβιβασμό και μια υποχωρητικότητα η οποία δεν βοηθάει τελικά στη διασφάλιση ενός αποτελέσματος που επιδιώκει η Ελλάδα. Αυτό φάνηκε στη συμφωνία της Μαδρίτης, όπου αναγνωρίστηκαν κυριαρχικά, ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο, φάνηκε στο Ελσίνκι όπου στο τελευταίο κομμάτι του Ελσίνκι, στην ουρά όπως συνηθίζει να λέγεται, δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια ο διαχωρισμός της ένταξης από τη λύση και φάνηκε και από τον τρόπο με τον οποίο αποδέχθηκε καταρχήν το σχέδιο Ανάν, πράγμα που μειώνει την διαπραγματευτική μας θέση στη συνέχεια. Θα προσέθετα, δε, και το ζήτημα του Ευρωστρατού, όπου αν και γνώριζε για ένα χρόνο ότι εξελίσσεται μια διαπραγμάτευση μεταξύ της Αγγλικής, της Αμερικανικής και της Τουρκικής πλευράς, δεν παρενέβη καθόλου, καθησύχαζε το ελληνικό κοινοβούλιο και την αντιπολίτευση και στο τέλος βρέθηκε προ τετελεσμένου το οποίο το αναμόρφωσε μόνο όσον αφορά τον τίτλο του, όχι όμως όσον αφορά το περιεχόμενό του. Δηλαδή, τη συμφωνία της Κωνσταντινούπολης και στη συνέχεια της Άγκυρας, την ονόμασε συμφωνία των Βρυξελλών, χωρίς όμως να αλλάξει καθόλου τα βασικά σημεία που έθιγαν την ελληνική πλευρά.
ΠτΘ: Το γεγονός ότι η Κύπρος, σήμερα, βρίσκεται ένα βήμα πριν την Ε.Ε, να υποθέσω ότι είναι αποτέλεσμα της υποχωρητικότητας που επέδειξε όλο αυτό το διάστημα ο κ. Παπανδρέου;
Ε.Σ.: Η ένταξη της Κύπρου αναμφισβήτητα είναι μια εθνική επιτυχία που την χρεώνονται όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Ακόμα, το εθνικό κοινοβούλιο το οποίο ομόφωνα είπε ότι θα ασκήσει βέτο εφόσον η Κύπρος δεν συμμετέχει στην πρώτη ομάδα διεύρυνσης, και η κυβέρνηση αλλά και η αντιπολίτευση που πάντα στήριξε την κυβέρνηση σ΄ αυτή την προσπάθεια. Τα άλλα που σας λέω, όμως, είναι διαφορετικά ζητήματα. Αυτή η νοοτροπία, αν θέλετε, άσκησης εξωτερικής πολιτικής έχει κάνει κάποιες ζημιές, δηλαδή, η αναγνώριση στην Μαδρίτη των ζωτικών συμφερόντων της Τουρκίας στο Αιγαίο ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου. Ή το θέμα του Ευρωστρατού που δεν εντάσσει το Αιγαίο και την Κύπρο στις προστατευόμενες ζώνες του νέου σώματος που δημιουργείται και αυτό αφήνει υπονοούμενα για το μέλλον. Εμείς τι θέλουμε; Εμείς θέλουμε να βοηθήσουμε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας, θέλουμε την καλή γειτονία, αλλά σε ορισμένα ζητήματα που άπτονται των εθνικών κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε υποχωρήσεις ούτε συμβιβασμούς. Όπως, φαντάζομαι, δεν θα έκανε για τα αντίστοιχα δικά της ζητήματα και η τουρκική πλευρά.
ΠτΘ: Έχω την αίσθηση ότι στο θέμα της απόφασης για τον «ευρωστρατό», έθεσε βέτο η τουρκική πλευρά που υποστηρίζετε ότι έχει ευνοηθεί από τους ελληνικούς χειρισμούς. Δεν είναι αυτό μια αντίφαση;
Ε.Σ.: Αυτό δεν αλλάζει, όμως, το περιεχόμενο της πρότασης που έχει υποβληθεί προς την Τουρκία.
ΠτΘ: Αν βρισκόσασταν, εσείς ως υπουργός εξωτερικών στην Κοπεγχάγη, ποια στάση θα κρατούσατε στο θέμα της λήψης από την Τουρκία ημερομηνίας για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων;
Ε.Σ.: Εγώ δεν θα σας πω τι θα έκανα, θα σας πω τι έκανα τώρα, που επισκέφθηκα ως αναπληρωτής τομεάρχης των εξωτερικών της ΝΔ σ΄ ένα ταξίδι μιας εβδομάδας την Γερμανία. Εκεί συναντήθηκα με την ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας και είχα την ευκαιρία να συζητήσω αυτό το θέμα. Διότι την ίδια περίοδο ακριβώς εκεί βρισκόταν μια ομάδα κοινοβουλευτικών της Τουρκίας, του κόμματος του κ. Έρντογάν, για να προωθήσουν το θέμα της ένταξης και γινόταν ζωντανή συζήτηση στην ολομέλεια του γερμανικού κοινοβουλίου για το ποια στάση πρέπει να κρατήσει η Γερμανία όσον αφορά την ένταξη. Λοιπόν, σας πληροφορώ ότι η Ελλάς, και όταν λέω Ελλάς δεν είναι μόνο η κυβέρνηση, εννοώ και την αντιπολίτευση, συμπαρίσταται απόλυτα και αμέριστα στην προσπάθεια χάραξης ευρωπαϊκού προσανατολισμού από την πλευρά της Τουρκίας. Μάλιστα, ο πρόεδρος μου, ο κ. Καραμανλής, στην συνάντηση που είχε με τον κ. Ερντογάν εδώ στην Αθήνα, τον διαβεβαίωσε ότι είναι πρόθυμος να μεσολαβήσει προς το Ευρωπαϊκός Λαϊκό Κόμμα, όσο πιο δυναμικά και αποτελεσματικά μπορεί, για να διευκολύνει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας. Επομένως, από μας η Τουρκία σ΄ αυτή την κατεύθυνση πρόβλημα δεν έχει.
Αυτό το οποίο, όμως, πρέπει να κάνει και να καταλάβει και να σεβαστεί, είναι ότι υπάρχουν κάποιοι κανόνες και κάποιες αρχές στην Ε.Ε στις οποίες δεν χωράει καμιά εξαίρεση. Αυτοί οι κανόνες έχουν να κάνουν με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, έχουν να κάνουν με την βελτίωση της τουρκικής οικονομίας, με την μεταρρύθμιση του πολιτεύματος προς το δημοκρατικότερο, με τον απόλυτο σεβασμό των ατομικών και μειονοτικών δικαιωμάτων και με τον απόλυτο σεβασμό της Τουρκίας προς το Διεθνές Δίκαιο και τις Διεθνείς Συνθήκες. Όσο περισσότερο προσπαθεί προς αυτή την κατεύθυνση τόσο πιο κοντά θα έρχεται στην ευρωπαϊκή οικογένεια.
Η εκτίμηση μου είναι ότι αυτή η πρόθεση, έτσι θετικά και φιλικά όπως την ακούτε να σας την περιγράφω για την ελληνική πλευρά, δεν υπάρχει από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη. Και από τις δύο κατηγορίες που αναφέρατε, θα έλεγα ότι είναι περισσότερο αρνητικοί. Σας θυμίζω τις δηλώσεις του Ζισκάρ ντ΄ Εστέν, σας θυμίζω τις δηλώσεις του υποψηφίου καγκελαρίου του κ. Στόϊμπερ. Παντού οι Τούρκοι συνάντησαν διπλωματικές υπεκφυγές και μία προσπάθεια να βρούμε δικαιολογίες για να μην βοηθήσουμε. Η Ελλάδα, θεωρώ ότι σ΄ αυτή την προσπάθεια είναι ο πιο ειλικρινής συμπαραστάτης της τουρκικής πολιτικής. Απλά θα πρέπει η Τουρκία να καταλάβει ότι όταν θέλεις πραγματική φιλία και ειρηνική συμβίωση και συνεργασία οφείλεις εμπράκτως να δείχνεις κάποια πράγματα και όχι μόνο θεωρητικά. Και οφείλεις να απομονώνεις τις πολιτικές δυνάμεις, εκείνες, οι οποίες τα προηγούμενα χρόνια έχουν δηλητηριάσει τις σχέσεις των δύο πλευρών, δείχνοντας ότι τουλάχιστον εκεί που είχες άδικο το παραδέχεσαι και προσπαθείς να το διορθώσεις. Και η Κύπρος είναι ένα καλό πεδίο εξετάσεων της τουρκικής πολιτικής, όπου νομίζω ότι θα έχει την ευκαιρία η Τουρκία να δείξει ότι πραγματικά θέλει την καλή γειτονία, την φιλία και την συνεργασία με την Ελλάδα.
ΠτΘ: Σας ευχαριστώ
Ε.Σ: Και εγώ σας ευχαριστώ
Δάμων Δαμιανός
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
