«Δεν ηταν εκπληξη το αποτελεσμα των εκλογων στην Τουρκια»
Αυτοδύναμη κυβέρνηση ψήφισε τη Κυριακή ο τουρκικός λαός δίνοντας σαρωτική νίκη στο ΑΚΡ, το κόμμα του Ταγίπ Ερντογάν, αλλά ταυτόχρονα έδωσε απάντηση στους Τούρκους στρατηγούς. Ωστόσο το ΑΚΡ δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τις 367 έδρες, που θα χρειαστεί για να εκλέξει τον επόμενο Πρόεδρο χωρίς συνεργασία με την αντιπολίτευση. Η είσοδος και τρίτου κόμματος στη Βουλή, του ακροδεξιού ΜΗΡ, του στοίχισε έδρες.
Η χθεσινή μεγάλη νίκη του Ταγίπ Ερντογάν τον κάνει κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού στην Τουρκία, χωρίς να αφήνει περιθώρια στους Τούρκους στρατηγούς να τον αμφισβητήσουν, αλλά ούτε και να αντιδράσουν. Τις πρώτες διαπιστώσεις από αυτή τη νίκη καταγράφει σήμερα ο ΠτΘ, σε μια συζήτηση με τον τακτικό καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου κ. Γρηγόριο Καλαβρό. Ο κ. Καλαβρός επισημαίνει ότι η νίκη Ερντογάν σηματοδοτεί αλλαγές στην τουρκική κοινωνία και θα επιφέρει εξελίξεις, τόσο στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, όσο και στο θέμα των διμερών ελληνοτουρκικών σχέσεων.
ΠτΘ: κ. Καλαβρέ, μια μέρα μετά τις τουρκικές εθνικές εκλογές και την θριαμβευτική επανεκλογή του Ερντογάν πώς κρίνετε το εκλογικό αποτέλεσμα;
Γ.Κ.: Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα των χθεσινών βουλευτικών εκλογών στην Τουρκία δεν ήταν έκπληξη. Από τον Απρίλη, με την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου και το άτυπο πραξικόπημα των Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο εκδηλώθηκε με το διάγγελμα του Απριλίου, τα πράγματα μεταξύ των δύο αντιμαχομένων πόλων της εξουσίας στη γείτονα χώρα ήταν φανερό ότι οδηγούνταν σε μια εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών για την οριστική και τελική νομή της πολιτικής εξουσίας μέσα στην Τουρκία. Είναι όμως επίσης φανερό ότι οι κινήσεις αυτές ενίσχυσαν το πολιτικό προφίλ του Ερντογάν, ως φιλελεύθερου πολιτικού ηγέτη και, εν πάση περιπτώσει, ως του ανθρώπου, ο οποίος από το 1950 – που είχε εκδηλωθεί το πρώτο πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης του δημοκρατικού κόμματος που οδήγησε στην ανατροπή του Μεντερές από τις Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες λίγο-πολύ μπήκαν σε μια διαδικασία ουσιαστικής συγκυβέρνησης με τις πολιτικές δυνάμεις της Τουρκίας – ήταν ο μόνος πολιτικός ηγέτης που ανελάμβανε το βάρος να δώσει τη μάχη για την εκκαθάριση της κατάστασης, με την έννοια δηλαδή της ώθησης και του άλματος προς την περαιτέρω φιλελευθεροποίηση, η οποία όμως δεν θα μπορούσε παρά να περάσει μέσα από τη λαϊκή κυριαρχία, δηλαδή τις εκλογές. Τα γεγονότα δηλαδή του Απριλίου ενίσχυσαν το προφίλ του και προσέδωσαν στην προσπάθειά του ένα λίγο-πολύ δραματικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι έδινε μια μάχη επιβίωσης κατά του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων στη σύγχρονη Τουρκία από το 1950 μέχρι σήμερα.
Δεν ήταν όμως έκπληξη και για την άλλη πλευρά των ενόπλων δυνάμεων, τους κεμαλιστές δηλαδή, των οποίων αποκλειστική επιλογή ήταν ο διορισμός, η υπόδειξη και η επιλογή του απερχόμενου προέδρου Σεζέρ, που είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου, χωρίς να ερωτηθούν τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα, τα οποία πρέπει να πω ότι ήταν σε διάλυση πριν εμφανιστεί το κόμμα του Ερντογάν. Είναι φανερό ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις είχαν φθάσει στα όρια της εξουσίας του ιστορικού τους ρόλου που ασκούν από το 1950, διότι επιλέγοντας ένα πρόεδρο χωρίς να ερωτηθούν τα κόμματα, του οποίου η πολιτειακή συμπεριφορά είναι γνωστή, πλέον αυτή τη στιγμή έμπαιναν σε μια φάση πάση θυσία διατήρησης των κεκτημένων. Η φάση αυτή εκδηλώθηκε με την αποτροπή της εκλογής του Γκιουλ, τότε που το κόμμα του Ερντογάν είχε τη δυνατότητα να το κάνει, και νομίζω ότι έγινε με τρόπο πραξικοπηματικό, διότι η απόφαση του Συναταγματικού Δικαστηρίου είναι μη νόμιμη, με την έννοια ότι απαιτεί να υπάρχει απαρτία, ενώ το Σύνταγμα της Τουρκίας αυτό δεν το προβλέπει. Από τη στιγμή που οι ένοπλες δυνάμεις έφτασαν με την εκλογή του Σεζέρ στο απόγειο της εξουσίας του ιστορικού τους ρόλου, από το 1950 μέχρι σήμερα, ήταν φανερό ότι επεδίωκαν την διατήρηση των κεκτημένων και άρα δεν μπορούσαν να απαιτήσουν περισσότερα. Οι ένοπλες δυνάμεις επεδίωξαν να οδηγηθούν τα πράγματα σε εκλογές, οι οποίες ήταν από τότε γνωστό ότι θα οδηγούσαν σε μια επικράτηση και μάλιστα θριαμβευτική πολιτική επικράτηση του Ερντογάν, πλην όμως θα απέτρεπαν την εκλογή προέδρου της αποκλειστικής επιλογής του κόμματος του Ερντογάν, πράγμα το οποίον επετεύχθη με τις χθεσινές εκλογές – παρά το γεγονός ότι η πολιτική επικράτηση με ό,τι αυτό σημαίνει σε μια δημοκρατία, η οποία δεν λειτουργεί μεν με τους κανόνες και όπως ακριβώς λειτουργούν οι δυτικές δημοκρατίες, αλλά είναι φανερό ότι καταγράφει ιστορικές αλλαγές στην τουρκική κοινωνία και στη γείτονα γενικότερα – είχε σαν αποτέλεσμα ο Ερντογάν να επικρατήσει πολιτικά, αλλά να μην έχει τη δυνατότητα όμως να κάνει αυτό που είχε τη δυνατότητα να κάνει τότε. Άρα το αποτέλεσμα των εκλογών συνιστά και νίκη για τον Ερντογάν και νίκη για τους κεμαλιστές από τη στιγμή δηλαδή που μπήκε μέσα και το εθνικιστικό κόμμα των Γκρίζων Λύκων.
ΠτΘ: Οι εξελίξεις είναι προβλέψιμες;
Γ.Κ.: Οι εξελίξεις δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν. Διαπιστώσεις μόνο μπορεί να γίνουν τώρα. Η διαπίστωση που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι αναμφίβολα έχουμε μία πολιτική επικράτηση του Ερντογάν, η οποία όμως θα έχει αλυσιδωτές συνέπειες σε ολόκληρο το μηχανισμό λειτουργίας της Τουρκίας. Οι εξελίξεις δεν αποτελούν οριστική λύση της διαπάλης μεταξύ των κεμαλιστών και των μετριοπαθών ισλαμιστών, όμως δημιουργούν ένα εξαιρετικά ευνοϊκό κλίμα. Εάν τυχόν ο Ερντογάν δεν μπορέσει να εξασφαλίσει την αριθμητικά απαραίτητη πλειοψηφία των 2/3 για την εκλογή προέδρου – πράγμα το οποίο μπορεί και πρέπει να θεωρείται πιθανό ίσως και επιθυμητό από τον Ερντογάν – θα οδηγήσει σε δημοψήφισμα για τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που έχουν ζητηθεί από την Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση. Με δεδομένη την πολιτική επικράτηση του Ερντογάν σήμερα, η οποία δρομολογεί αναμφισβητήτως την ουσία και αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, πιθανότατα θα οδηγήσει σε αποδοχή και εκλογή εφεξής του Προέδρου της Δημοκρατίας με άμεση εκλογή. Σε αυτήν την περίπτωση, που πρέπει να θεωρείται πιθανή, θα έχουμε μία μετατόπιση του κέντρου βάρους της εξουσίας, λόγω της άμεσης εκλογής του Προέδρου στην Τουρκία – όπως συμβαίνει στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες όταν ο πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται με άμεση εκλογή και αντλεί την εξουσία του από την άμεση εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας – αυτός μεταβάλλεται αυτόματα σε πόλο. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση που ευδοκιμήσει πρέπει να θεωρείται πολύ πιθανή πλέον η συνταγματική μεταρρύθμιση και ο επόμενος πρόεδρος εκλεγεί από το λαό με άμεση εκλογή, θα έχουμε μια μετατόπιση του κέντρου βάρους, οπότε πιθανότατα μετά το δημοψήφισμα νέος πρόεδρος θα εκλεγεί ο κ. Ερντογάν και πιθανότατα θα έχουμε ανάδειξη στη θέση του Πρωθυπουργού του Γκιουλ. Αυτά ως προς την πλευρά στοιχειώδους πρόβλεψης πιθανών εξελίξεων στο εσωτερικό της Τουρκίας.
ΠτΘ: Αλλάζει ο ρόλος της Τουρκίας;
Γ.Κ.: Οι χθεσινές εκλογές δεν επιλύουν το πρόβλημα της διαπάλης μεταξύ των δύο πόλων, ενισχύουν θεαματικά πολιτικά τον Ερντογάν, επιτρέπουν την πρόβλεψη ότι η τελική επικράτηση μέσω δημοψηφίσματος θα είναι να εκλεγεί απ’ ευθείας πρόεδρος από τον τουρκικό λαό και θα έχουμε μια μεταβολή του κέντρου βάρους της εξουσίας, διότι μέχρι τώρα η διαπάλη για την εκλογή του προέδρου είχε συμβολική σημειολογική σημασία, με την έννοια ότι ο πρόεδρος μεν δεν είχε εξουσίες αλλά είχε καταστεί μήλον της έριδος στη διαπάλη μεταξύ κεμαλιστών και μετριοπαθών ισλαμιστών. Όταν όμως ο Πρόεδρος εκλεγεί απευθείας από τον Τουρκικό λαό τότε θα έχουμε και συνταγματική μεταρρύθμιση και πιθανώς θα έχει και ουσιαστικές αρμοδιότητες, πιθανότατα θα είναι ο Ερντογάν με πρωθυπουργό τον Γκιούλ. Σε μια τέτοια περίπτωση αυτό θα έχει επιπτώσεις καταλυτικές πιστεύω και για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και για τις διμερείς σχέσεις και για τη ασφάλεια και ειρήνη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Όλα αυτά βέβαια μέσα στο περίγραμμα της διεθνούς συγκυρίας στο χώρο που δραστηριοποιείται η Τουρκία, ο οποίος είναι πολύ ευρύτερος και μεγαλύτερος από όσο νομίζουμε εμείς από τις διμερείς σχέσεις. Θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις της υπόθεσης του Ιράκ, ο ρόλος της Τουρκίας θα εξαρτηθεί εν πολλοίς από τη διαπάλη μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης, η οποία Ρωσία αναζητεί ένα νέο ρόλο, θα εξαρτηθεί από το πού θα οδηγήσουν οι νέες γεωοικονομικές συνθήκες στην περιοχή που εξαρτώνται από τον έλεγχο της ενέργειας των πετρελαίων του Καυκάσου και του φυσικού αερίου και θα εξαρτηθεί επίσης πάρα πολύ από το αποτέλεσμα των επόμενων αμερικανικών εκλογών το 2008.
ΠτΘ: Στη νέα εθνοσυνέλευση συμμετέχει και το εθνικιστικό κόμμα, αλλά και Κούρδοι ανεξάρτητοι βουλευτές. Μπορεί αυτό να σηματοδοτήσει προβλήματα εντός του Κοινοβουλίου;
Γ.Κ.: Προβλήματα δεν θα δημιουργηθούν διότι μια εθνοσυνέλευση, στην οποία θα πλειοψηφούν μετριοπαθείς ισλαμιστές δεν επιτρέπει στους εθνικιστές αποφασιστικό ρόλο, πολύ περισσότερο όταν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι μεγάλη και αναμφισβήτητη για το κόμμα του Ερντογάν. Αντίθετα έχει και μια άλλη ανάγνωση αυτή η πολιτική εξέλιξη. Θα αποστερήσει τον Ερντογάν από το επιχείρημα ότι «δεν μπορώ να τα κάνω αυτά διότι με πιέζουν οι εθνικιστές». Διότι από τη στιγμή που οι εθνικιστές θα είναι μέσα στην Εθνοσυνέλευση και μάλιστα μειοψηφία, η πλειοψηφία έχει τη δυνατότητα να κάνει ό,τι θέλει. Το ζήτημα βέβαια δεν είναι αν θα τους αφήσουν οι εθνικιστές, αλλά κατά πόσον μεγάλα ζητήματα των διμερών σχέσεων που έχουν σχέση με τη μειονότητα τη χριστιανική και το οικουμενικό πατριαρχείο θα δουν να δρομολογείται λύση προς την κατεύθυνση που θα ικανοποιεί τις ελληνικές επιδιώξεις. Νομίζω και αυτό είναι φανερό ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας ευνοείται από το χθεσινό αποτέλεσμα, η ίδια ευνοεί την επίλυση τέτοιων ζητημάτων προς την κατεύθυνση του Διεθνούς Δικαίου, όπως το αντιλαμβάνεται αυτό η Δύση και όχι όπως το αντιλαμβάνονται εκείνοι που το επικαλούνται χωρίς να το εφαρμόζουν, δρομολογεί την αντιμετώπιση των μειονοτήτων προς την κατεύθυνση που νοεί και προβλέπει το σύγχρονο διεθνές δίκαιο. Πρέπει όμως να πω ότι στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο, έχει μεγάλη σημασία και θα το πω, κυριαρχεί πλέον η λεγόμενη ρεαλιστική σχολή του Πανεπιστημίού του Γέηλ, δηλαδή η σχολή που θεωρεί ότι πολλές αρχές, δόγματα και κανόνες του διεθνούς δικαίου αναθεωρούνται από την πρακτική, η οποία εφαρμόζεται στις διεθνείς σχέσεις με opinion juris με συνείδηση δικαίου, έννοιες νομικές, αλλά ταυτόχρονα και πολιτικές, οι οποίες όμως κυριαρχούνται από την έννοια του ρεαλισμού. Αυτή δε η σχολή του ρεαλισμού στο Διεθνές Δίκαιο, η οποία εφαρμόστηκε στη Βοσνία -Ερζεγοβίνη – πιθανότητα θα λειτουργήσει και στο Κόσσοβο – ρίχνει το βάρος της στις διεθνείς σχέσεις. Δηλαδή δεν είναι δυνατόν το 2007 με ένα κόσμο που έχει αλλάξει εντελώς και αλλάζει ραγδαία να συζητούμε για ένα διεθνές δίκαιο που ανταποκρίνεται σε μία κατάσταση του κόσμου και των διεθνών σχέσεων που υπήρχε πριν από ένα αιώνα. Είναι μια σχολή η οποία ναι μεν μπορεί να βρίσκει τους παραδοσιακούς διεθνολόγους αντίθετους, όμως συζητείται ευρύτατα, είναι ένας τρόπος σκέψης που τείνει λίγο πολύ να επικρατήσει και έχω την αίσθηση ότι πρέπει και αυτός ο τρόπος σκέψης να βρει την προσεκτική του προσέγγιση και στα πλαίσια της χάραξης της εθνικής εξωτερικής πολιτικής από τα κράτη, πολύ περισσότερο από εκείνα τα κράτη τα οποία εμπλέκονται σε αμφισβητήσεις αναζητώντας λύσεις εκ μέρους των μερών, τα οποία εμπλέκονται σε αυτές καθένα από τα οποία επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο όμως το διαβάζει και το ερμηνεύει διαφορετικά.
ΠτΘ: Αποκλείετε τη συνεργασία Ερντογάν με άλλο κόμμα για την εκλογή προέδρου;
Γ.Κ.: Δεν το αποκλείω καθόλου, αλλά ενώ ο Σεζέρ επιλέγηκε από τις ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας και επιβλήθηκε στα κόμματα τώρα ο νέος πρόεδρος σε μια τέτοια περίπτωση – δηλαδή σε περίπτωση εκλογής από τη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, όπως λέγεται, θα είναι επιλογή του Ερντογάν και απλώς οι άλλοι θα συμφωνήσουν ή δεν θα συμφωνήσουν, όμως τα όρια των διλημμάτων τους και των επιλογών τους είναι εξαιρετικά περιορισμένα λόγω του αποτελέσματος των χθεσινών εκλογών. Και εν πάση περιπτώσει η τυχόν μη συμφωνία σε κάτι τέτοιο, απλά να συμφωνήσουν σε ένα πρόεδρο που θα υποδείξει ο Ερντογάν – θα μετρηθεί και θα σταθμιστεί και με την προοπτική του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος. Πρέπει να πω ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να είναι ο Ερντογάν. Επίσης πιθανότατα να μην είναι ο Γκιουλ. Πιθανότατα δηλαδή να είναι τρίτο πρόσωπο σε αυτήν την περίπτωση. Οπότε, το θέμα που τίθεται κατά τη γνώμη μου είναι κατά πόσο ο Ερντογάν θα ήταν διατεθειμένος να μην είναι ο ίδιος πρόεδρος ούτε ο Γκιουλ και να υποδείξει κάποιον άλλο. Κατά τη γνώμη μου αυτό μετά τα αποτελέσματα των χθεσινών εκλογών αυτό θα πρέπει να αποκλεισθεί. Μάλλον οι μετριοπαθείς ισλαμιστές αισθάνονται τόσο πολιτικά ισχυροί ώστε δεν θα σπεύσουν σε κάτι τέτοιο, δεν θα σπεύσουν σε κάποιο συμβιβασμό. Άρα θα προτείνουν ένα τρίτο πρόσωπο αφού προηγουμένως θα έχουν γίνει διαπραγματεύσεις με τους ανεξάρτητους και με τα κόμματα της αντιπολίτευσης μείζονος και ελάσσονος. Εάν επιλεγεί αυτή η οδός αναβάλλεται η τελική αναμέτρηση κεμαλιστών – ισλαμιστών, ο νέος πρόεδρος δεν θα είναι Σεζέρ, αναμφιβόλως δεν θα είναι Ερντογάν, δεν θα είναι ο Γκιουλ αλλά σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι Σεζέρ και η τελική αναμέτρηση αναβάλλεται για το μέλλον. Το πότε θα γίνει αυτό, κάποια στιγμή θα γίνει οπωσδήποτε, είναι άγνωστο, θεωρώ ότι δεν είναι καλό για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Είναι προτιμότερο να εκκαθαριστεί το ζήτημα τώρα με δημοψήφισμα και όχι με εκλογή στην εθνοσυνέλευση που θα σημάνει συμβιβασμό τουλάχιστον στο πρόσωπο και βέβαια σε αυτή την περίπτωση δεν θα έχουμε αλλαγή συνταγματική, διότι θα εξακολουθήσει το κύριο βάρος εξουσίας να ανήκει στον πρωθυπουργό.
ΠτΘ: Πόσο εφικτό είναι οι ένοπλες δυνάμεις στην Τουρκία να περιορισθούν στο ρόλο που παίζουν μέχρι σήμερα;
Γ.Κ.: Θεωρώ ότι τον Απρίλιο οι στρατηγοί έπαιξαν το μεγαλύτερο και πιο ισχυρό χαρτί που μπορούσαν να παίξουν. Δηλαδή ανοικτό πραξικόπημα αποκλείεται, είναι απλά μια παρτίδα πόκερ αυτό που γίνεται, δηλαδή ποντάρεις περισσότερο στο να προβλέψεις σωστά τι θα κάνει ο άλλος αν εσύ κάνεις αυτό ή το άλλο. Θέλω να πω ότι αυτό το πόκερ θα συνεχιστεί, οι Ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας είναι σημαντικός παράγοντας εξουσίας με συμμετοχή πολύ σημαντική στην πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας, ασφαλώς έχουν τεράστια συμφέροντα αλλά πρέπει να πω ότι η συγκυρία η πολιτική και η διεθνής είναι αυτή που θα προσδιορίσει τον βαθμό και το εύρος των μελλοντικών επεμβάσεων των ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες θεωρώ ότι τον Απρίλιο εξήντλησαν τα όριά τους. Περισσότερο δεν μπορούσαν να κάνουν και δεν θα μπορέσουν και στο μέλλον να κάνουν περισσότερα, εάν δηλαδή χάσουν τον Πρόεδρο, ο οποίος επιλέγει, όπως και εδώ άλλωστε, την ηγεσία της δικαιοσύνης. Εκεί επιλέγει και τους πρυτάνεις των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και συνεπώς ελέγχει το μηχανισμό. Aπό κάποια πλευρά θα έχουν χάσει σημαντικά ερείσματα στο πόκερ και πιστεύω ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκασθούν να προσαρμοσθούν στα πλαίσια ενός εσωτερικού συμβιβασμού σε ένα καινούργιο ρόλο. Το ποιος θα είναι αυτός ο ρόλος δεν μπορώ να ξέρω. Όλα αυτά είναι εικασίες.
Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας
ΠτΘ: Ποιες πιστεύετε ότι θα είναι οι επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας με την επικράτηση του Ταγίπ Ερντογάν;
Γ.Κ.: Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα των χθεσινών εκλογών καταγράφει νέες προοπτικές και διλήμματα για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, διότι ένα από τα επιχειρήματα τα οποία τυπικώς προεβάλλοντο – όχι τα πραγματικά, τα ουσιαστικά, διότι τα πραγματικά επιχειρήματα για την αναθεώρηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ως προς τον τελικό στόχο ήταν ότι, σε περίπτωση που η Τουρκία μπει θα έχουμε μια αλλαγή της σύνθεσης της Ένωσης, η οποία θα παρασύρει μεταρρυθμίσεις στη διάρθρωση και λειτουργία των κοινοτικών οργάνων, λόγω του μεγέθους της Τουρκίας, αφορούσαν στο ότι είναι άγνωστο αν η Ευρώπη μπορεί, αν είναι ώριμη να απορροφήσει ένα νέο κράτος, πολύ περισσότερο αν αυτό το νέο κράτος δεν φαίνεται να έχει ανταποκριθεί σήμερα τουλάχιστον στο βαθμό που εζητήθη και συνεφώνησε στα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης. Και ναι μεν είναι ακριβές ότι η Τουρκία πράγματι δεν έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία προσαρμογής στα κριτήρια της Κοπεγχάγης, αλλά είναι βέβαιον επίσης ότι ο Ερντογάν και η κυβέρνησή του, στο σύντομο διάστημα που ήταν στην εξουσία προώθησε το στόχο αυτό, εισάγοντας μεταρρυθμίσεις που μπορούσε βέβαια να κάνει με τα δεδομένα της εσωτερικής πολιτικής σκηνής της Τουρκίας και με τα δεδομένα ότι η εξουσία στην Τουρκία διαμοιράζεται και ασκείται μέχρι σήμερα από δύο πόλους, ο ένας εκ των οποίων, οι Κεμαλιστές, αν και δεν το έλεγε, ήταν κατ’ ουσίαν αντίθετος με την ευρωπαϊκή προοπτικής της Τουρκίας, επισείοντας τον κίνδυνο διαμελισμού του κράτους – που πρέπει να σας πω ότι είναι υπαρκτός και ίσως είναι και επιθυμητός με την πλήρη ανεξαρτησία του Κουρδιστάν, δηλαδή τη διάσπαση του Ιράκ – παρεμπόδισε τις εξελίξεις και επιβράδυνε τη διαδικασία της προσαρμογής. Το αποτέλεσμα των χθεσινών εκλογών δημιουργεί καινούργια δεδομένα και υποχρεώνει όλους εκείνους οι οποίοι είχαν κατ’ ουσίαν επιφυλάξεις να τηρήσουν μια στάση αναμονής. Όταν δηλαδή ολοκληρωθεί η διαδικασία της οριστικής εκκαθάρισης των λογαριασμών μεταξύ των μετριοπαθών ισλαμιστών και κεμαλιστών και ο Ερντογάν μετατραπεί σε απόλυτο μονάρχη και αναμφισβήτητο μονάρχη τότε θα εκλείψει και η τελευταία αντίρρηση, εάν εκείνος δεν επιταχύνει και δεν ολοκληρώσει τη διαδικασία προσαρμογής της χώρας του στα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Η χθεσινή εξέλιξη αφαιρεί επιχειρήματα από τους σκεπτικιστές για την οριστική και πλήρη ένταξη της Τουρκίας και ενισχύει εκείνους, όπως η χώρα μας, οι οποίοι θεωρούν ότι η πλήρης ένταξη μιας δημοκρατικής Τουρκίας είναι επιθυμητή και για την Ευρώπη και για τη χώρα μας και για τη σταθερότητα και ειρήνη στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Ελληνοτουρκικές σχέσεις
ΠτΘ: Η επικράτηση του Ερντογάν πώς μπορεί να επηρεάσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;
Γ.Κ.: Θεωρώ ότι είναι πρόωρο και μη επιθυμητό να προβλέψει κανείς τις μελλοντικές εξελίξεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα των εκλογών σημαίνει πλήρη πολιτική επικράτηση του Ερντογάν, σημαίνει όμως και λιγότερες ψήφους, σημαίνει και είσοδο στη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση των εθνικιστών, ενδέχεται να σημαίνει επίσης, όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία και μπει η νέα πολιτική εξουσία του Ερντογάν σε διαδικασία ολοκλήρωσης των μεταρρυθμίσεων, και μια βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων με την έννοια της πραγματικής αναζήτησης λύσεων μέσω διαπραγματεύσεων για τα εκκρεμή ζητήματα, λύση όμως την οποία πρέπει να είναι ώριμη όχι μόνο η τουρκική πλευρά, αλλά και η ελληνική να δεχτεί. Πρέπει να σας πω ότι η Τουρκία εδώ και 15 χρόνια επιζητεί επίλυση των διμερών ζητημάτων, ή όποιων η ίδια θεωρεί διμερή ζητήματα, με διαπραγματεύσεις. Η λύση των προβλημάτων κατά το Διεθνές Δίκαιο με διαπραγματεύσεις προβλέπεται από τον Καταστατικό Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Είναι μια προβλεπόμενη διαδικασία από το Διεθνές Δίκαιο. Το ζήτημα είναι βέβαια τι θεωρείται διμερές ζήτημα. Αυτό όμως είναι θέμα συμφωνίας. Εάν δηλαδή δεν συμπίπτουν τα μέρη στο θέμα τι θεωρείται διμερές ζήτημα, τότε οι διαπραγματεύσεις δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο. Η χώρα μας με μια τακτική απαρεγκλίτως τηρούμενη ηρνείτο τη διαπραγμάτευση λέγοντας ότι το μόνο ζήτημα που υπάρχει προς ρύθμιση είναι όχι ο ορισμός, αλλά η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και είχε προτείνει κατά διάφορες εποχές την παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, λύση η οποία δεν εξασφαλίζει πλήρως τα ελληνικά συμφέροντα. Εν παρενθέσει, σας λέω ότι η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου, αλλά και ad hoc οργάνων που έχουν επιλεχθεί για να οριοθετήσουν την υφαλοκρηπίδα, δεν είναι πάγια στο κύριο ζήτημα, αν δηλαδή έχουν ή όχι και τα νησιά υφαλοκρηπίδα, ως προς το οποίο βέβαια δίνει μια ώθηση η συνθήκη του Μοντεβίδεο υπέρ των ελληνικών θέσεων. Η ελληνική πλευρά ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχουν άλλα ζητήματα προς επίλυση. Πρέπει να προετοιμαστεί και η ελληνική κοινή γνώμη βέβαια με άλλα δεδομένα. Μέχρι τώρα εζητείτο από την Τουρκία με την λανθάνουσα επίκληση του casus belli, και θα συνεχίσει να ζητείται και τώρα όπως εζητείτο και πριν, αλλά πρέπει και η Ελλάδα να μην φοβάται τις διαπραγματεύσεις και βέβαια πρέπει να τις κάνει όπως τις κάνουν οι διπλωματίες όλων των χωρών, δηλαδή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητος, διότι γίνεται και τώρα διάλογος, -άλλο αν ανάλογα με τη συγκυρία αυτός ο διάλογος επιταχύνεται ή επιβραδύνεται, -αλλά όχι δημοσίως. Πρέπει να προετοιμασθεί και η ελληνική κοινή γνώμη για επίλυση ζητημάτων μετά από προσεκτικό καθορισμό βέβαια της ατζέντας των εκκρεμών ζητημάτων που πρέπει να αντιμετωπισθούν. Είναι και μια λύση και μια πολιτική, η οποία ανταποκρίνεται και στη διεθνή κοινή γνώμη και στην πρακτική των διεθνών σχέσεων που είναι καθιερωμένη και αποτελεί και μια συνεχή υπόδειξη όλων των κυβερνήσεων και καγκελαρίων της Ευρώπης, ότι δηλαδή «λύστε τα προβλήματά σας με μεταξύ σας διαπραγματεύσεις». Αυτό το πράγμα μπορεί να το κάνει η ελληνική εξωτερική πολιτική, η ελληνική διπλωματία με μια κυβέρνηση ισχυρή μετριοπαθών ισλαμιστών με πολύ λιγότερους κινδύνους και βεβαίως με πολύ λιγότερο φόβο από ό,τι στο παρελθόν. Διότι πιστεύω ότι μία Τουρκία στη φάση της προϊούσας επιταχυνόμενης δημοκρατικοποίησης, με τα κριτήρια της Δυτικής Ευρώπης και τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, είναι περισσότερο αξιόπιστος συνομιλητής για επίλυση διμερών ζητημάτων, όποια κι αν είναι αυτά και όσα κι αν εγείρονται, απ’ όσο ήταν αξιόπιστος συνομιλητής μία Τουρκία με αυτό το διπολιτικό σύστημα άσκησης της εξουσίας.
ΠτΘ: Τις τελευταίες ημέρες υπάρχει μία ένταση γύρω από το θέμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου…
Γ.Κ.: Έχω την αίσθηση ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο όπως είναι σαφές η γείτων χώρα το χρησιμοποιεί και στα πλαίσια των διμερών σχέσεων και στα πλαίσια της ευρωπαϊκής της προοπτικής. Πιστεύω ότι τα εκκρεμή ζητήματα θα αντιμετωπισθούν σε μεσοπρόθεσμη βάση προς τη σωστή κατεύθυνση με αυτές τις εξελίξεις ούτως ή αλλιώς χωρίς βέβαια να περιμένει κανείς ανατροπή της καταστάσεως από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά είναι βέβαιον ότι σε μια μεσοπρόθεσμη βάση και με ένα ορίζοντα δεκαετίας πιθανώς τα περισσότερα ζητήματα από αυτά θα θεωρούνται παρελθόν.
ΠτΘ: κ. Καλαβρέ σας ευχαριστούμε πολύ.
Γ.Κ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
