Δασικες Πυρκαγιες, μια διαρκης απειλη

Εν μέσω καλοκαιρινής ραστώνης, ενώ η ανά την Ελλάδα σπουδάζουσα νεολαία απολαμβάνει τις τελευταίες μέρες των διακοπών, ο Χρυσόστομος Τάντσης, τριτοετής φοιτητής του Τμήματος Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων του Δ.Π.Θ. μάς ξυπνά από το λήθαργο της τρομολαγνικής πλέον τηλεθέασης και πραγματεύεται ένα θέμα πάντα επίκαιρο, έναν κίνδυνο που ελλοχεύει κάθε καλοκαίρι, όσο κι αν ελπίζουμε πως η φύση δεν θα ξεσηκωθεί εναντίον μας.

Ενώ κάθε καλοκαίρι τα δάση είχαν την τιμητική τους, φέτος φαίνεται να έχουν αντικατασταθεί στα δελτία ειδήσεων από τις αναφορές στην τρομοκρατία.

Είναι όμως η ανακάλυψη των μελών της 17Ν αυτή που στερεί από τα δάση τη δημοσιότητα; Μήπως φέτος δεν συμβαίνουν πυρκαγιές;

Η απάντηση είναι πως πυρκαγιές συμβαίνουν και μάλιστα στα ίδια περίπου επίπεδα με άλλες χρονιές, αλλά στη φετινή χρονιά δεν παρουσιάζουν την ίδια ένταση και δεν φαίνεται να απείλησαν οικισμούς για να δοθεί περισσότερη δημοσιότητα. Βέβαια, ο μήνας Αύγουστος είναι ο πλέον επικίνδυνος και δεν αποκλείεται κατά τη διάρκειά του να μας απασχολήσουν κάποιες δασικές πυρκαγιές.

Η φωτιά ως οικολογικός παράγοντας σταθερότητας στα δάση

της Μεσογείου

Καταρχήν θα πρέπει να κάνουμε ένα διαχωρισμό ανάμεσα στα δασικά οικοσυστήματα της χώρας μας. Μάλιστα θα περιορίσουμε τη διάκριση αυτή στα δάση της μεσογειακής ζώνης βλάστησης (κατά μήκος των ακτών σε βάθος 50 χιλιομέτρων και σε υψόμετρο 300 μέτρων) και στα υπόλοιπα υποορεινά και ορεινά οικοσυστήματα.

Τα είδη που συναντούμε στη ζώνη αυτή είναι ποικιλία φρύγανων, αγκαθωτών θάμνων, συστάδες χαλεπίου πεύκης ενίοτε και τραχείας, ρείκια, αγριελιές, πρινώνες (κ. πουρνάρια), ενώ οι καλλιέργειες αποτελούνται από ελαιώνες, εσπεριδοειδή, στα όρια δε της ζώνης καλλιεργούνται ποικιλίες αμπελιών.

Είναι περιοχές οι οποίες χαρακτηρίζονται από βροχές την άνοιξη και το φθινόπωρο και από μια μεγάλη, διάρκειας 4-6 μήνες, ξηροθερμική περίοδο.

Έτσι, λοιπόν, γίνεται σαφές πως τα φυτά έπρεπε να προσαρμοστούν στη μακριά άνομβρη περίοδο με το λιγοστό νερό που αποθηκεύεται στο λεπτό στρώμα εδάφους κατά τη βροχερή περίοδο.

Οι μηχανισμοί που ανέπτυξαν τα φυτά είναι χαρακτηριστικοί της θέλησής τους να επιβιώσουν.

Καταρχήν δεν είναι φυλλοβόλα, διότι αν συνέβαινε αυτό για την έκπτυξη νέων φύλλων θα χρειάζονταν 5πλάσια ποσότητα νερού. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι η σκληροφυλλία τους, που τους επιτρέπει να μην χάνουν νερό κατά τις υψηλές θερμοκρασίες.

Τρίτος μηχανισμός, και κάπως πιο έμμεσος, είναι η πυκνότητα με την οποία συναντούμε τις διάφορες φυτοκοινωνίες, ιδίως των θάμνων. Μ’ αυτόν τον τρόπο καθιστούν αδύνατη την βλάστηση ετησίων φυτών τα οποία ακριβώς για να εγκατασταθούν θα κατανάλωναν σημαντικά ποσά νερού.

Εδώ ακριβώς όμως ανακόπτεται και η αναγέννηση της πεύκης. Τα πεύκα για να αναγεννηθούν απαιτούν την ύπαρξη ελεύθερου αυξητικού χώρου, ο οποίος μπορεί να τους παρασχεθεί μόνο μέσα από κάποιας μορφής διατάραξη, στη προκειμένη περίπτωση οι πυρκαγιές εκτελούν αυτό το ρόλο.

Εάν μέσα από μια λανθάνουσα οικολογική ματιά μπορούσαμε να σταματήσουμε όποια πυρκαγιά ξεσπούσε σ’ αυτά τα οικοσυστήματα με το πρόσχημα της προστασίας των δασών, το αποτέλεσμα θα ήταν να μην αναγεννηθούν οι πεύκες και να χαθεί το υπό προστασία αντικείμενο! Τα φυτά της ζώνης που εξετάζουμε από πολλούς καλούνται «πυρόφιλα», αλλά το σωστό είναι «πυράντοχα», αφού έμαθαν να αντέχουν στη φωτιά και όχι να την αγαπούν.

Ο παχύς φλοιός, το πολύ σκληρό ξύλο είναι παθητικοί μηχανισμοί που ανέπτυξαν τα δέντρα. Η κουκουναριά ρίχνει τα χαμηλά κλαδιά της με αποτέλεσμα να αποκτά τη χαρακτηριστική της ομπρελοειδή κώμη της και να προστατεύεται από τις έρπουσες πυρκαγιές.

Οι διάφοροι θάμνοι μπορεί να καίγονται εύκολα όμως με την ίδια ευκολία μετά τη φωτιά παράγουν παραβλαστήματα και ριζοβλαστήματα από τη βάση τους.

Σε ό,τι αφορά τις πεύκες, αυτές περιμένουν την ύπαρξη του ελεύθερου αυξητικού χώρου γι’ αυτό διατηρούν έναν αριθμό από κώνους κλειστούς πάνω στα κλαδιά τους για ορισμένα χρόνια (5-10). Όταν λοιπόν διεγερθούν από την πυρκαγιά και αφού περάσουν ένα με δυο εικοσιτετράωρα από το σβήσιμό της, οι κώνοι ανοίγουν και απελευθερώνονται εκατομμύρια σπόροι.

Πού είναι λοιπόν το πρόβλημα και οι πυρκαγιές πρέπει να θεωρούνται καταστροφικές;

Σύμφωνα με έρευνες κάθε δάσος έχει καεί μια τουλάχιστον φορά από φυσική αιτία κάθε 100 με 150 χρόνια.

Αυτό που άλλαξε είναι η συχνότητα με την οποία καίγονται κάποιες εκτάσεις. Αν μια δασική επιφάνεια ξανακαεί μετά από 25 χρόνια, το πιο πιθανό είναι να αναγεννηθεί και πάλι γιατί τα άτομα που βρίσκονταν εκεί όντας ώριμα θα είχαν παράγει ικανό αριθμό σπόρων. Όταν όμως ένα δάσος ξανακαίγεται μετά από 5 ή 10 χρόνια είναι αμφίβολο (όχι όμως απίθανο, π.χ. τροφοδότηση σπόρων από γειτονικές συστάδες) αν θα μπορέσει να επανακάμψει.

Μην ξεχνάμε πως οι περιοχές αυτές χαρακτηρίζονταν από έντονη ενασχόληση με την κτηνοτροφία και πιο συγκεκριμένα τη γιδοτροφία.

Πολύ μεγάλο μερίδιο στην υποβάθμιση των δασικών μας εκτάσεων έχει η βόσκηση ιδίως κατσικιών σε πρόσφατα καμένες περιοχές. Μπορούμε να έχουμε ακόμα και πλήρη καταστροφή της αναγέννησης και μόνιμο υποβιβασμό του οικοσυστήματος σε βοσκότοπο.

Οι περιοχές αυτές, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, είναι πλησίον των ακτών, η αξία τους εκτινάχθηκε στα ύψη μέσα από την τουριστική ανάπτυξη αλλά και την ανάγκη των κατοίκων των πόλεων για μια δεύτερη εξοχική κατοικία. Συνεπώς πολλές εκτάσεις κάηκαν για αποδοθούν σε οικοπεδοποίηση.

Όμως αυτοί που απέκτησαν εξοχικά μέσα ή πλησίον δασικών εκτάσεων έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αμελείς με αποτέλεσμα πολλές πυρκαγιές να έχουν ξεκινήσει με δική τους υπαιτιότητα.

Καταλαβαίνουμε πλέον πως η συχνότητα με την οποία καίγεται μια περιοχή καθώς και οι ανθρωπογενείς δράσεις στην καμένη περιοχή καθιστούν τις πυρκαγιές καταστροφικές.

Ποια είναι η καύσιμη δασική ύλη;

•Φύλλα ή βελόνες στο έδαφος
: άριστο υλικό για αρχή και διάδοση πυρκαγιάς εφόσον όμως αποτελούν ένα συνεχές στρώμα.

Χόρτα: τα διάφορα αγρωστώδη και ποώδη φυτά που υπάρχουν στον υπόροφο των δασών χαλεπίου και τραχείας πεύκης από τη στιγμή που θα ξεραθούν αποτελούν άριστο μέσο αρχής και διάδοσης πυρκαγιών.

Φρύγανα: το ίδιο με τα χόρτα αφού ξεραθούν.

Θάμνοι: χαρακτηριστικός είναι το πουρνάρι το όποιο το συναντάμε είτε στον υπόροφο ή σε συνεχείς πρινώνες. Ιδιαίτερα εύφλεκτο και επικίνδυνο υλικό.

Ξερά κλαδιά στο έδαφος: αποτελούν άριστο υλικό για έναρξη και τροφοδότηση των πυρκαγιών.

Φύλλωμα: το φύλλωμα των πλατυφύλλων δεν καίγεται εύκολα, αντίθετα οι βελόνες των κωνοφόρων είναι ιδιαίτερα εύφλεκτες.

Σάπια δέντρα: προσοχή διότι καίγονται και εσωτερικά.

Καλαμιές, άχυρα: άριστο υλικό, πολλές φορές από το κάψιμο τους μεταδίδεται η φωτιά σε γειτονικούς θαμνώνες και δάση.

Στα ορεινά και υποορεινά δασικά οικοσυστήματα η καύσιμη ύλη μπορεί να προέλθει από ανεμορριψίες, χιονορριψίες και από τα υπολείμματα υλοτομιών. Τα τελευταία στη χώρα μας λόγω του είδους των υλοτομιών που γίνονται δεν αποτελούν σοβαρό κίνδυνο.

Ο τουρισμός ώθησε τους κατοίκους να εγκαταλείψουν κλασικές επαγγελματικές ασχολίες όπως η ρητίνευση. Επίσης, έπαψαν τα δασικά οικοσυστήματα να «καθαρίζονται» από τους τοπικούς πληθυσμούς, τα ξερά κλαδιά απομένουν στα δάση, ενώ και η κτηνοτροφία μειώθηκε. Όλα αυτά συνεπάγονται συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων εύφλεκτης ξερής φυτικής ύλης μέσα στο δάσος.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι οι πεύκες λόγω της ρητίνης έχουν μεγάλη θερμαντική αξία.

Όταν, λοιπόν, έχουμε συσσώρευση ξερής φυτικής ύλης στον υπόροφο μια φωτιά που θα μπορούσε να είναι έρπουσα και να κάψει μόνο την ανταγωνιστική για τα δέντρα υποβλάστηση «στέκεται» αναπτύσσει υψηλές θερμοκρασίες και μεταδίδει τη φωτιά στην κόμη των δέντρων (κυρίως πεύκες) με αποτέλεσμα να έχουμε αναζωπυρώσεις και νέες εστίες από καιγόμενα φύλλα και κλαδάκια (όχι κώνους).

Μια επικόρυφη πυρκαγιά είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αντιμετωπιστεί ενώ νεκρώνει και όλα τα δέντρα.

Ποιες είναι οι κύριες αιτίες των δασικών πυρκαγιών;

•Φυσικά τυχαία γεγονότα: Ως φυσικές αιτίες φωτιάς θεωρούνται η αυτανάφλεξη και ο κεραυνός.

Κάψιμο σκουπιδιών: Αμέλεια

Σπινθήρες: Από τραίνα, οχήματα (τα αέρια των εξατμίσεων μπορούν να βάλουν φωτιά σε ξερά χόρτα) , θεριζοαλωνιστικές μηχανές, αλυσοπρίονα, ηλεκτροφόρα σύρματα (;),σπασμένα γυάλινα μπουκάλια

Καύση αγρών: Αμέλεια

Τσιγάρα: Πρόθεση ή Αμέλεια;

Απρόσεκτοι εκδρομείς, κυνηγοί: Αμέλεια, μικρό ποσοστό.

Εμπρησμός: Πρόθεση, ανάλογα την περιοχή μπορεί να κυμαίνεται από 30 έως 50%.

Είναι στην ιδιοσυγκρασία του Έλληνα να αναζητεί ενόχους πάντα στο παρασκήνιο όμως ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των πυρκαγιών σχεδόν το μισό οφείλεται στην αμέλεια που επιδεικνύουμε όλοι μας.

Η δασοπυρόσβεση στη χώρα μας…

Ένα ζήτημα που προέκυψε τα τελευταία χρόνια ήταν η μεταφορά των αρμοδιοτήτων της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική Υπηρεσία στην Πυροσβεστική. Σε έρευνα που παρουσιάστηκε σε συνέδριο της Δασολογικής Εταιρείας επί συνόλου 85 δασολόγων μόλις οι 9 έκριναν πως ήταν θετική αυτή η αλλαγή.

Προσωπικά πιστεύω πως η Δασική Υπηρεσία πληρώνει το τίμημα των κάκιστων δημοσίων σχέσεών της με τον απλό κόσμο που την αντιμετωπίζει σαν μια αποξενωμένη γραφειοκρατική υπηρεσία με «αστυνομικές» δραστηριότητες.

Αυτό που μάλλον θα ήταν το πιο σωστό και φαίνεται να το ζητούν όλοι είναι η δημιουργία ενός ενιαίου φορέα δασοπυρόσβεσης που θα έχει σαν αποκλειστικό τομέα ευθύνης την πρόληψη και την καταστολή των πυρκαγιών.

Η επιχειρησιακές τακτικές των δυο υπηρεσιών είναι τελείως διαφορετικές, στην ουσία ο καθένας γνωρίζει να κινηθεί καλύτερα στο χώρο του.

Δυστυχώς, όπως συμβαίνει και σε άλλους τομείς του κράτους, έτσι και εδώ θα μπορούσα να αναλωθώ γράφοντας για τις ελλείψεις σε υλικοτεχνική υποδομή. Θα σταθώ όμως μόνο στην εναέρια δασοπυρόσβεση. Όσο και αν φανεί παράξενο, είναι μάλλον υπερτιμημένη από την κοινή γνώμη, και τούτο διότι δεν μπορεί να σβήσει μόνη της μια πυρκαγιά, μπορεί όμως να την επιβραδύνει ούτως ώστε να αναλάβουν οι επίγειες δυνάμεις αλλά όχι να την σβήσει, εκτός και αν πρόκειται για μικρής έκτασης και έντασης.

Συχνά βλέπουμε κατοίκους και δημοσιογράφους να διαμαρτύρονται γιατί δεν πετάει κάποιο πυροσβεστικό αεροπλάνο να σβήσει τη φωτιά, παραγνωρίζοντας την κόπωση των πληρωμάτων αλλά και των ίδιων των αεροσκαφών.

Όπως και να έχει το θέμα της δασοπυρόσβεσης, πρέπει να αναγνωρίσουμε κάποια πράγματα: α) πυρκαγιά με 40οC και 7 μποφόρ άνεμο είναι θεομηνία και δεν σβήνει, β) οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται σε μια δασική πυρκαγιά είναι τέτοιες που οδηγούν αυτούς που τη μάχονται στα φυσικά τους όρια, γ) από τη στιγμή που δεν γνωρίζουμε πώς πρέπει να κινηθούμε σε μια φωτιά το προτιμότερο είναι να απομακρυνθούμε παρά να εμποδίζουμε τους πυροσβέστες και να θέτουμε τον εαυτό μας σε κίνδυνο.

Θα ήθελα να ρωτήσω όλους εμάς πόσες φορές η κοινή γνώμη έχει ευχαριστήσει αυτούς τους ανθρώπους για τους αγώνες που έδωσαν, μην ξεχνάμε ότι ορισμένοι έδωσαν και τη ζωή τους, για τις περιουσίες και τις δασικές εκτάσεις που έσωσαν…;

Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο στη δασοπυρόσβεση είναι οι εθελοντές.

Και σε αυτή την περίπτωση, όπως και στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους, πολλές φορές το μεράκι και μόνο φτάνει να καλύψει όλες τις ελλείψεις. Οι εθελοντές δασοπυροσβέστες είναι ένας θεσμός που δυστυχώς δεν έχει προβληθεί, θα μπορούσε ωστόσο να προσφέρει πολλά ιδίως σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Τόσο η πυροσβεστική όσο και οι δασική υπηρεσία διαμαρτύρονται και δικαίως για το μικρό αριθμό προσωπικού, η δασοπυροφύλαξη και ο έγκυρος εντοπισμός των εστιών φωτιάς μέσα στο δάσος ίσως να επιβάλλεται να αποδοθεί σε ομάδες εθελοντών, μέχρι τουλάχιστον να αποκτήσουν την στοιχειώδη εκπαίδευση για να συμμετέχουν και στην δασοπυρόσβεση. Για να γίνει βέβαια αυτό θα πρέπει η πολιτεία να φροντίσει για την κατασκευή περισσότερων πυροφυλακίων, κατάλληλων και για διανυκτέρευση. Ο καθαρισμός των δασών, η σήμανση μονοπατιών είναι μερικά ακόμα πράγματα στα οποία μπορούν να συνεισφέρουν οι εθελοντές.

Τέλος, μεγάλο μερίδιο για τη διαφύλαξη του δάσους έχουν αυτοί των οποίων το εισόδημα ενισχύεται από το δάσος, παραδασόβιοι πληθυσμοί, ρητινεργάτες, μελισσοκόμοι, υλοτόμοι κ.α.

Ο μύθος των αναδασώσεων…

Παρακολούθησα τις μέρες που ήμουν στη Θεσσαλονίκη σε δελτίο ειδήσεων τοπικού καναλιού έναν γνωστό οικολόγο της συμπρωτεύουσας να διαμαρτύρεται για την κατάσταση στο καμένο δάσος του Σεϊχ Σου. Ο νόμος υποδηλώνει ότι αφού οριστεί η περιοχή που κάηκε, αφήνεται για δυο χρόνια να αναγεννηθεί μόνη της η φύση, κατόπιν την ενισχύει με τεχνητή αναδάσωση η Δασική Υπηρεσία.

Τα προβλήματα που συναντάει η αναγέννηση είναι δυο. Το πρώτο είναι η βόσκηση. Ο νόμος δηλώνει σαφέστατα πως σε περιοχή που κάηκε απαγορεύεται η βόσκηση για τα επόμενα πέντε χρόνια, δυστυχώς όμως κάτι τέτοιο φαίνεται να μην τηρείται σε σχεδόν καμία των περιπτώσεων.

Το δεύτερο είναι το χτίσιμο αυθαιρέτων κατοικιών στα καμένα. Αν γνώριζαν αυτοί που έκτισαν ή αγόρασαν σπίτι μέσα στο δάσος τους κινδύνους που διατρέχουν, ίσως να μην το έκαναν ποτέ. Δυστυχώς, όσο δεν θα υπάρχει κτηματολόγιο, θα ενισχύονται τέτοιου είδους αυθαιρεσίες.

Συνεπώς, η κοινή γνώμη πρέπει να απαιτεί τη φύλαξη των καμένων εκτάσεων από τη λαθροβοσκή και τους καταπατητές και ύστερα να διεκδικεί αναδασώσεις. Ένα καμένο δάσος που προστατεύεται στο πλείστον των περιπτώσεων θα καταφέρει να επανακάμψει.

Χρήσιμο θα ήταν επίσης να αναφέρουμε σ’ αυτό το σημείο πως η εκλογή του είδους ίσως διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε μελλοντική πυρκαγιά. Η Δασική Υπηρεσία τις προηγούμενες δεκαετίες φύτευε κατά κόρον πεύκες, που είναι ιδιαίτερα εύφλεκτες, ενώ πλέον δείχνεται μια προτίμηση και σε πλατύφυλλα είδη πιο ανθεκτικά στη φωτιά.

Συμπεράσματα

Το φετινό καλοκαίρι δεν θα μείνει στη μνήμη μας για τις δασικές πυρκαγιές, αν και φρόντισε η φύση με τις πλημμύρες στην κεντρική Ευρώπη και το ασιατικό φαιό νέφος να μας υπενθυμίσει πως απαιτείται να της δείξουμε περισσότερο σεβασμό.

Ο λόγος που πιθανότατα απέτρεψε τις μεγάλες πυρκαγιές είναι ότι φέτος είχαμε πολλά κατακρημνίσματα κατά τη βροχερή περίοδο και ακόμα περισσότερα από το αναμενόμενο κατά τη θερινή περίοδο, αυτό επιτρέπει στα αγρωστώδη και λοιπά ποώδη να παραμένουν πράσινα για περισσότερο καιρό και ταυτόχρονα να εμποδίζουν την εξάπλωση των πυρκαγιών.

Τα δάση όμως πιέζονται για διάφορους λόγους, όπως η οικοπεδοποίηση των δασικών εκτάσεων κυρίως στις περιαστικές ζώνες και στη ζώνη πλησίον των ακτών. Η βίαιη αλλαγή της δασικής γης για την εγκατάσταση ξενοδοχείων ή άλλων έργων. Η επιζήμια δασική πολιτική. Η αντιδασική νομοθεσία. Το αμφισβητούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασών λόγω της μακρόχρονης έλλειψης του εθνικού κτηματολογίου. Ακόμη, επειδή οι μεγαλύτερες δασικές πυρκαγιές έχουν συμβεί σε έτη πολιτικής αστάθειας και εκλογών, δεν αποκλείεται καθόλου να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσά τους, η οποία όμως πρέπει να αποδειχθεί. Η αρνητική συμπεριφορά προς τη φύση όλων μας, πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα για το υψηλό ποσοστό πυρκαγιών από αμέλεια.

Η έλλειψη οικολογικής συνείδησης

Κάθε χρόνο η έκταση των δασών που καίγεται στη Μεσόγειο αντιστοιχεί σε αυτή της Κρήτης. Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς πως τα ίδια που ισχύουν σε μας περίπου ισχύουν και για χώρες όπως η Ιταλία ή η Ισπανία.

Η διαφορά έγκειται στο εξής σημείο: τα δάση της χώρας μας είναι κατακερματισμένα και στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν έχουν οικονομική αξία, αλλά αποκτούν από τις κοινωφελείς επιδράσεις τους οι οποίες δεν μπορούν να υποκατασταθούν από κάτι άλλο.

Ο Samuel Danas είπε: «Ο σημερινός τεχνικός πολιτισμός θα μπορούσε πιθανόν να αναπτυχθεί παραπέρα χωρίς ξύλο, χωρίς δάσος όμως δεν μπορεί να επιβιώσει».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.