«Χτιζει δικες της πολεις η μνημη…»!
Αφιερωμένο στη φίλη μου, την Ελένη Σκάβδη, μια από τις πιο ευαίσθητες δημοσιογραφικές πένες που τιμά και τη δημοσιογραφία κι εμένα που μ’ έχει φίλο της… Με αφορμή την όμορφη εκδήλωση που οργάνωσε στην Αμαλιάδα, για τον αγαπημένο μας συγγραφέα, τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο
Παράξενο δεν μπορώ να πω ότι ήταν που με τραβούσε ο τίτλος του βιβλίου του Λασκαράτου «Ιδού ο άνθρωπος». Είχα διαβάσει στον «Ήλιο» ότι σ’ αυτό το βιβλίο ο Λασκαράτος μιλούσε για τους ανθρώπινους χαρακτήρες… Το άλλο ήταν οι «Ασθενείς και οδοιπόροι» του Γιώργου Θεοτοκά, ένας συγγραφέας που πολύ αγάπησα. Τελικά μη νομίζετε ότι μου έμειναν απωθημένα. Εκείνα τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά είπα τα κάλαντα, όπως πάντα κάναμε τα παιδιά, και με τα λεφτά που μάζεψα αγόρασα και τα δυο βιβλία. Και τα έχω ακόμη σαν δυο εικονίσματα…
Τώρα, θα σκεφτείτε ότι αθεράπευτη είναι η μανία μας να νομίζουμε ότι όλα αρχίζουν και τελειώνουν σε μιαν ηθογραφική περιγραφή των εικόνων που ξεδιπλώθηκαν στα μάτια μας. Αλλά θα σας πω ότι τότε ήταν που εμείς τα παιδιά ψάχναμε γύρω μας κι ας ήμασταν χαμένοι στην αγωνία των μεγάλων να ορθοποδήσουν, να στήσουν τις δουλειές τους, να ξεφύγουν από την κατάρα της φτώχειας και να μη λογαριάσουν τη μανία του αστυφύλακα που σε κοίταζε περίεργα για να δει τι εφημερίδα αγοράζεις ή να μη φωνάξεις δυνατά και σ’ ακούσει ο θυρωρός που ήταν χαφιές και ρουφιάνος.
Η πόλη που ξαναχτίζω είναι η πόλη των παιδικών μου χρόνων, στο Μεταξουργείο, σε μια κρίσιμη στροφή της ελληνικής κοινωνίας, όταν ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους για να επικοινωνήσει, να φωνάξει, να διεκδικήσει, γιατί ήθελε ν’ αλλάξει τη ζωή του. Εγώ ακολουθούσα τ’ αχνάρια του πατέρα μου που ήταν βαθιά δημοκρατικός κι όταν μπορούσα πήγαινα μαζί του στο κέντρο της Αθήνας, στις κινητοποιήσεις. Αλλά, η μέσα ματιά μου ήταν στραμμένη στα βιβλία. Δεν ήταν εύκολο σ’ εκείνη την πολιτική και κοινωνική ανεμοζάλη, να προσανατολιστώ σε ό,τι αγαπούσα: στα βιβλία! Ήταν όμως ζωντανοί οι ίσκιοι που έδιναν ανάστημα στον δικό μου ορίζοντα. Ήθελα να μη χαθώ στην κοσμοπλημμύρα, να μην πέσω κι εγώ θερισμένος κι αναπολόγητος στο σύνορο της χίμαιρας. Τώρα τα σκέφτομαι αυτά. Τότε κάτι ψυχανεμιζόμουν αλλά δεν ήταν εύκολο να το προσδιορίσω. Η περπατησιά ήταν απροσδιόριστη και λίγο ζαλισμένη.
Από τα βάθη του μυαλού, ωστόσο, ξεπροβάλλουν κι άλλες εικόνες, μνήμες, υπάρξεις, που τα λένε σχεδόν άφωνα, με τη θωριά τους μονάχα, χωρίς σχόλια. Το σχολείο, οι συμμαθητές, οι δάσκαλοι, ο δρόμος, και ξανά ολόκληρη η γειτονιά κι ο Άη Γιώργης. Α, να κι ο πατέρας, βιαστικός και φουριόζος, βγαίνει από το σπίτι. Πάει στην επιχείρησή του. Η μάνα πάλι στην εξώπορτα να τον κοιτάζει που χάνεται στο βάθος του δρόμου…
Εικόνες ζεστές, καλά φυλαγμένες στον κόρφο, για να μη χάνονται οι ρίζες, να ξεγελάμε τον χρόνο, και οι μνήμες να γονιμοποιούν το νου, δηλαδή να δίνουν ζωή, ακόμα και σ’ έναν αυριανό αντίλογο. Γιατί το κάθε παιδί είναι ο επίδοξος αντίλογος του πατέρα, χωρίς να ξεφορτώνεται τις μνήμες εκείνου. Και ο άνθρωπος και ο κόσμος όλος και οι πόλεις δεν μπορούν ζήσουν δίχως μνήμες. Και οι μνήμες είναι η ανησυχία, οι αγώνες, το αίμα των ανθρώπων, η εφιαλτική ίσως πινακοθήκη όλων αυτών που πάλεψαν, χτυπήθηκαν, μάτωσαν, και προσπάθησαν να αχρηστέψουν το χρόνο. Όπως λέει με τον τρόπο του ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: «Αυτά που μένουν»!!
Αυτά που μένουν, λοιπόν, είναι που χτίζουν πόλεις, που κρατάνε όρθιους τους ανθρώπους, που τους δίνουν ζωή, αισθήσεις, δύναμη, πάθος. Μπορεί οι άνθρωποι να έχουμε την άγνοια της ιστορικής οικονομίας, αλλά δεν παύουμε να ζούμε με κάποιες ψευδαισθήσεις, που τις θέλουμε, τις αγαπάμε, τις περιφρουρούμε.
Υ.Γ.: Τελειώνοντας την περιπέτεια του πρώτου δεκαήμερου του Αυγούστου δηλώνουμε ευτυχείς που συναντηθήκαμε επί χάρτου με τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο πρώτα πρώτα, τον υπέροχο Μήτσο, κι ακολούθως με την Ελένη (Σκάβδη), τον Αντώνη Σιμιτζή και τον Νίκο Λαγκαδινό… Που μπορεί να μην το ξέρει αλλά ό,τι τότε πρωτοδιαβάζαμε, εμείς που στερούμασταν το βιβλίο, από το φύλλο που διηύθυνε, την «Εξόρμηση», ήταν τα κείμενά του… Για τα βιβλία και το θέατρο… Ελένη, Νίκο, Αντώνη, να’ στε καλά να θυμάστε αυτούς που στέριωσαν την πόλη σας… Καταστρώνοντας βραδιές τιμής και μνήμης…
*Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Λαγκαδινός
Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος. Σπούδασε νομικά και θεατρολογία. Εργάστηκε στη ΕΡΤ και στις εφημερίδες «Ελεύθερη Γνώμη», «Νίκη», «Ενημέρωση», «Βραδυνή», «Ακρόπολις», ενώ διηύθυνε την εφημερίδα «Εξόρμηση», μέχρι το 1997, το περιοδικό «Αγωνιστής» (της Νεολαίας ΠΑΣΟΚ) και «Μαθητικός Αγώνας» (1974-1976). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Θέατρο», «Τετράδια», «Βιβλιοθήκες και Ενημέρωση», «Θ» (του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών), «Χρονικά», «Πολιορκία», «Αιολικά Γράμματα», «Ένα», «Δελτίο Δημόσιων Βιβλιοθηκών» κ.ά. Υπήρξε εκδότης και διευθυντής του θεατρικού περιοδικού «Δρώμενα» και του περιοδικού «Και τέχνες και γράμματα Κ.ΛΠ.». Επιμελήθηκε πολλές εκδόσεις μεταξύ των οποίων: «Το όραμα του Ρήγα/Ο Ρήγας στις παραδουνάβιες ηγεμονίες», «Αντίσταση κατά της δικτατορίας 1967-1974», του Παναγ. Κρητικού, «Λέξεις και χρώμα/Σπουδή για το περιβάλλον», «Ο Ύλας», της Μάνιας Σεφεριάδη, «Αιγαίο, ελληνισμός μέσα στους αιώνες» (έκδοση του υπουργείου Αιγαίου), «Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου-Μηνύματα 1962-2001»-Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου (Κέντρο Καλλιτεχνικής Πράξης, Τρίπολη 2001) και τα βιβλία της Λίζας Μιχελή «Η Αθήνα σε τόνους ελάσσονες», «Πειραιάς-από το Πόρτε Λεόνε στη Μαγχεστρία της Ανατολής», «Η Αθήνα των Ανωνύμων», «Αιγαίο», «Προσφύγων βίος και πολιτισμός». Επίσης «Τα τετράδια της Ερατώς» και «Αστυγραφία της ελάσσονας Ασίας».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
