«Χρυσος κανονας στην αγορα οι δημοσιες σχεσεις και το αποθεματικο κεφαλαιο»
Ο Γρηγόρης Γεωργιάδης, είναι 69 ετών και βρίσκεται στην αγορά της Κομοτηνής από το 1955. Γυρίζουμε το χρόνο πίσω και, με αφορμή την θερινή εκπτωτική περίοδο που διανύουμε, πηγαίνουμε σε μια άλλη αγορά της Κομοτηνής, τότε που στην πόλη «δέσποζε» ο «Μπουκλουτζάς», το μεγάλο ποτάμι με τις τουλάχιστον 14 γέφυρές του. «Η αρχή του ήταν από το σημείο όπου διοργανώνονταν το ζωοπάζαρο, ήταν όπου βρίσκεται σήμερα το «Ανατόλια» μέχρι την σιδηροδρομική γραμμή. Μπορεί να ήταν και πάνω από δεκαπέντε οι γέφυρες.» θυμάται και περνά στους ρυθμούς της αγοράς της παλιάς Κομοτηνής.
Οι γέφυρες παλιά στο ποτάμι ήταν για να περνούν άνθρωποι ή και αυτοκίνητα;
Περνούσαν άνθρωποι. Άλλωστε αυτοκίνητα τότε δεν είχαν. Όλες οι γέφυρες στην αρχή ήταν ξύλινες, μετά έγιναν οι τσιμεντένιες, η πρώτη κάτω στην σιδηροδρομική γραμμή. Μια άλλη μεγάλη ήταν στο σημείο του ΠΙΚΠΑ και μια άλλη στη Λέσχη Κομοτηναίων.
Πότε βγήκατε στην αγορά για πρώτη φορά;
Εγώ στην αγορά βγήκα το ’55, σε ηλικία 17 ετών.
Πώς ήταν τα καταστήματα της πόλης τότε;
Η Κομοτηνή είχε μαγαζιά τότε χωρίς στορ. Υπήρχαν δύο τάβλες που αναδίπλωναν και έκλειναν το μαγαζί. Τις σηκώναμε με ξύλα.
Δεν μου ακούγεται και πολύ σίγουρο κλείδωμα, πώς απέτρεπε κανείς τους κλέφτες;
Ήταν ασφαλές το κλείσιμο για εκείνον τον κόσμο, που έτσι κι αλλιώς δεν έκλεβε. Σήμερα σίδερα βάζουν και τα ανοίγουν. Ο κόσμος τότε δεν έκλεβε. Είχαμε κανένα περιστατικό κλοπής πού και πού.
Από πού γινόταν η προμήθεια των προϊόντων;
Στο χώρο της ένδυσης δεν είχε σχεδόν τίποτα. Κατεβαίναμε με τον πατέρα μου στη Θεσσαλονίκη και στην Καβάλα και παίρναμε αμερικάνικα ρούχα, σακάκια, παντελόνια που ήταν δεμένα σε «μπάλες», περί τα διακόσια ρούχα κάθε «μπάλα». Ερχόμασταν εδώ, τα βγάζαμε, τα σιδερώναμε με σίδερα που λειτουργούσαν με κάρβουνα. Προσπαθούσαμε εμείς να βγάλουμε το ψωμί μας και να ντύσουμε τον κόσμο.
Ποιοι εμπιστεύονταν την έτοιμη ένδυση;
Όλοι αγόραζαν. Δεν είχαμε πολλούς πλούσιους στην Κομοτηνή, ήταν λιγοστοί και δεν κατέβαιναν στην Αθήνα για να κάνουν αγορές. Ένα ταξίδι στην Αθήνα σχεδιάζονταν δύο χρόνια πριν πραγματοποιηθεί. Αυτή ήταν η Κομοτηνή, μέχρι το ‘56 και το ‘57 που άρχισε και το εμπόριο να παίρνει μπροστά.
Δύσκολα χρόνια για τον καταστηματάρχη;
Βεβαίως δύσκολα. Δεν είχε σκοπό για μεγάλα πράγματα. Να βγαίνει απλά το ψωμί το δικό του και της οικογένειάς του.
Ποια χρονιά σηματοδότησε την αλλαγή;
Μετά το ‘65 πήρε μπροστά. Κάθε δέκα χρόνια σημειώνονταν μια μικρή διαφορά, αλλά ουσιαστικά στο δρόμο της ανάπτυξης βγήκε από το ‘65 και μετά. Ερχόταν τα εμπορεύματα σωστά και υπήρχε επάρκεια.
Και στο χώρο της ένδυσης υπήρξαν ριζικές αλλαγές;
Έγιναν εργοστάσια πάρα πολλά, με υφάσματα, είδη προικός, στη Νέα Ιωνία είχε πολλές βιοτεχνίες με υφάσματα, τραπεζομάντιλα, σεντόνια κ.ά. Είχαμε παλιά φημισμένα υφάσματα, τα υφάσματα του «Δημητριάδη» συναγωνίζονταν τα εγγλέζικα. Και σήμερα βγάζει, αλλά λίγα. Ήταν του «3Α», της «Πειραιώς», της «Μπριτάννια». Κάποτε ένας Κομοτηναίος που ήταν στα καράβια σε λιμάνι της Ιαπωνίας κατέβηκε να αγοράσει κοστούμι για τον πατέρα του και αγόρασε ύφασμα «Δημητριάδη», ήταν τόσο καλό που πωλούνταν μέχρι και στην Ιαπωνία.
Πότε κατά την άποψή σας ντύνονταν καλύτερα ο κόσμος, τότε ή σήμερα;
Τώρα ντύνεται καλύτερα, ακολουθούν και τη μόδα άλλωστε. Αλλά τώρα που παρατηρώ την νεολαία, βλέπω να φοράει αυτό το κοντό παντελονάκι που στην εποχή μου το φορούσαν όσοι ζύμωναν με τα πόδια τα τούβλα. Τα φορούσαν για να κατεβαίνουν στη «λάκα» και να κάνουν τα πλιθιά, τα τούβλα. Σήμερα τα φοράνε ως μοντέρνα. Η μόδα είναι κύκλος. Να μην έρθει ανάποδα μόνο και επιστρέψουμε πίσω…
Είχαμε πραγματικές εκπτώσεις τότε;
Οι εκπτώσεις τότε, στο maximum, ήταν γύρω στο 20%, αλλά και το κέρδος του καταστηματάρχη ήταν αυστηρά ελεγχόμενο. Δεν μπορούσες να κάνεις ό,τι θέλεις. Ήταν όλα αγορανομικά ελεγχόμενα. Τώρα, όταν κάποιος λέει 55% έκπτωση και δεν είναι ξεπούλημα, είναι περίεργο. Πόσο το πήρε; Κάνουν και εικονικές εκπτώσεις, αγόρασαν κάτι πενήντα και το βάζει εκατόν πενήντα, εικονική τιμή.
Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός μεταξύ των καταστηματαρχών;
Υπήρχε ανταγωνισμός, αλλά βοηθούσε κι ο ένας τον άλλον στις τράπεζες να βάλει μια υπογραφή, να πάρει ένα δάνειο. Εγώ υπέγραφα και έμπαινα εγγυητής σε κάποιον άλλον. Σήμερα σπάνια γίνεται αυτό. Τότε τα λεφτά ήταν λίγα, δούλευες για τις τράπεζες, αλλά το έκανες από ανάγκη.
Με δόσεις δεν ψώνιζε κανείς; Έλειπαν δηλαδή οι κάρτες της εποχής;
Είχαμε και το λεγόμενο «επί πιστώσει», το λεγόμενο «βερεσέ», έπρεπε να παρακαλάς να πάνε καλά τα σιτάρια, οι παραγωγές για να πάρεις τα λεφτά σου, γιατί αν δεν πήγαιναν καλά, τι θα έπαιρνες;
Και τα περίφημα «φέσια»;
«Φέσια»; Αν υπήρχαν λέει; Θυμάμαι έναν πελάτη του πατέρα μου, ήθελε να ντύσει τον γαμπρό του, ήρθε στο μαγαζί μας Οκτώβριο μήνα και τον ρωτά: «Αυτά που αγοράσατε πότε θα τα πληρώσετε;». «Θα τα πληρώσουμε στα αλώνια» απαντά και ο πατέρας μου του λέει: «Τα αλώνια είναι μακριά», εννοώντας χρονικά. «Δεν είναι μακριά, κοντά στο χωριό είναι» απαντά εκείνος εννοώντας τον τόπο και όχι το χρόνο. Το γύριζαν στο αστείο, τι να κάνουν; Είχαν ανάγκες…
Ποιος έδινε ιδιαίτερη σημασία στο ντύσιμο τότε, η γυναίκα ή και ο άντρας;
Πάντα ήταν η γυναίκα σχολαστική με το ντύσιμό της και λιγότερο οι άνδρες. Τώρα τελευταία και οι άνδρες ενδιαφέρονται για την εμφάνισή τους. Τότε πάντα η γυναίκα προηγούνταν. Σήμερα η οικονομική ευημερία έφερε αλλαγές και στις συνήθειες. Τότε υπήρχαν επτά μαγαζιά με είδη ένδυσης, τώρα έχει γεμίσει η πόλη.
Στα χέρια της 3ης γενιάς το κατάστημά σας, τι νιώθει ένας έμπορος;
3η γενιά ο Γιώργος, ο γιος μου, ναι… Μεγάλες φιλοδοξίες δεν έχει ένας μαγαζάτορας. Σκοπός είναι να τα φέρνει βόλτα και να προσέχει μην τυχόν και μπει σε τράπεζα, αν μπει σε τράπεζα, «καθάρισε». Αλλά και η τράπεζα για έναν έμπορο είναι αναγκαίο κακό, εγώ έτσι τις έβλεπα όλα αυτά τα χρόνια και προσπάθησα να τις αποφύγω, όσο μπορούσα.
Στο τέλος της επαγγελματικής σας καριέρας τι συμπεραίνετε, ποιος είναι ο «χρυσός» κανόνας της αγοράς;
«Χρυσός» κανόνας στην αγορά είναι οι δημόσιες σχέσεις και το αποθεματικό κεφάλαιο. Εφόσον έχεις αποθεματικό κεφάλαιο, τότε κάνεις τα επιπλέον βήματα. Κανόνας είναι να υπάρχει το αποθεματικό κεφάλαιο, τουλάχιστον το 50% του τζίρου που κάνεις. Το αποθεματικό κεφάλαιο είναι για δύσκολες ώρες, για ώρες κρίσης στην αγορά, να μην αναγκαστείς να μπεις σε τράπεζες. Μπήκες σε τράπεζες, πας, έβαλες συνέταιρο στο μαγαζί.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
