Χριστουγεννιατικο Παραμυθι
Αν και τα Χριστούγεννα έχουν πια παρέλθει, το μήνυμά τους παραμένει ζωντανό, διαχρονικό και πανανθρώπινο για όλη τη χρονιά, για όλο το χρόνο που υπολείπεται μέχρι και τα επόμενα Χριστούγεννα. Ποτέ, λοιπόν, δεν είναι αργά για ένα τρυφερό παραμύθι, για να νιώσουμε όλοι παιδιά και για να καταλάβουμε όλοι ότι αυτός ο κόσμος δεν φτιάχτηκε μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για όλα τα ζωντανά που αξιώνουν κι αυτά την αγάπη… γιατί η αγάπη είναι μία…την αξίζουν όμως όλοι…
«Τα Χριστούγεννα του Πάφυ»
Κομοτηνή, παραμονή Χριστουγέννων. Απόγευμα και η κεντρική πλατεία της πόλης κατάμεστη από κόσμο που τρέχει να προλάβει τα τελευταία ψώνια των γιορτών. Τα μαγαζιά φωτισμένα και στολισμένα συνθέτουν το πνεύμα των Χριστουγέννων. Μικροί και μεγάλοι πηγαινοέρχονται με ζεστά, πλατιά χαμόγελα να ζεστάνουν αυτές τις άγιες μέρες, παρά το κρύο και την παγωνιά. Σε μια γωνιά ο μικρός Πάφυ κοιμάται…
– Μα… μα τι συμβαίνει;
Ανοίγει σιγά σιγά τα μάτια του και βλέπει μπροστά του το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο κέντρο της πλατείας.
– Ααα!!! Τι συμβαίνει; Γιατί το δέντρο αναβοσβήνει; Κοιτάει γύρω του…
– Και τι κόσμος είναι αυτός Πρώτη φορά «αυτοί» έρχονται όλοι μαζί εδώ! Πώς μου τους είπε να δεις κάποτε ένας μεγαλύτερος σκύλος… Α! Άνθρωποι… ναι άνθρωποι!!! Όμως… τι έγινε;
Σηκώνεται σιγά σιγά. Κοιτάζει με απορία αριστερά και δεξιά.
Ουπς… Σιγά, παραλίγο να με πατήσεις… Έφυγε… Γιατί πάντα φεύγουν; Και γιατί ποτέ δεν προσέχουν; Ίσως και να φταίει η γούνα μου! Έτσι μαύρη που είναι, πού να με ξεχωρίσουν βραδιάτικα!!! Θα πάω κοντά στα φώτα.
Προχωρά και κάθεται στη μέση της πλατείας.
– Εδώ είναι καλύτ… άου!!! Μου πάτησες το πόδι!!! (κλαίει σιγά)
Πονάω.. πού πας; Μμμμ… πάλι δε με είδαν… Αχ, το πόδι μου όμως πονάει… Α! Ένας μικρός άνθρωπος με κοιτάζει…!!! Φαίνεται καλός. Μου χαμογελάει… Θα πάω κοντά του, ίσως κάνει κάτι να μου φύγει ο πόνος…
Προχωράει κουτσαίνοντας προς το μέρος του παιδιού. Ξαφνικά όμως ακούγεται η φωνή της μαμάς του…
– Γιωργάκη, τι κάνεις εκεί; Σήκω αμέσως!!!
– Μα μαμά, το σκυλάκι πονάει! Το πάτησε ένας κύριος και κλαίει… απαντά ο μικρός.
– Τι;;; Σήκω αμέσως… Δεν πιστεύω να το ακούμπησες; Βγάζει γρήγορα από την τσάντα της χαρτομάντιλα και του σκουπίζει τα χέρια.
– Δεν είπαμε εκατό φορές να μην τα ακουμπάς; Θες να αρρωστήσεις;
Ο Πάφυ πλησιάζει κουνώντας την ουρά του…
– Ααα τι καλά… ήρθε και μεγάλος άνθρωπος να με βοηθήσει…
– Ξουτ, ξουτ… φύγε από δω… Ξουτ μη με πλησιάζεις… Έλα Γιωργάκη, φεύγουμε…
– Μα μαμά…
– Φύγαμε είπα!!!
Ο μικρός Πάφυ στέκεται…
– Μα πού πάνε; Γιατί φεύγουνε και πηγαίνουν γρήγορα… πώς θα τους προλάβω; Το πόδι μου πονάει… Εεεε περιμένετε … Χμ, φύγανε κι αυτοί… Θα πάω πιο κάτω… να εκεί. Θα είναι πιο ασφαλές…
Πηγαίνει και κάθεται κάτω από ένα δέντρο. Αρχίζει σιγά σιγά να γλύφει το πόδι του… Κοιτάζει ξανά τον κόσμο…
– Μάλλον και σήμερα είναι θυμωμένοι! Γι΄ αυτό ίσως δεν με προσέχουν… Απλώς νόμιζα πως σήμερα ήταν κάτι διαφορετικό… Τους είδα κι όλους μαζί εδώ, μερικοί τραγουδούσαν κιόλας!!! Καλύτερα να φύγω… Θα πάω εκεί που οι άνθρωποι το λένε «πάρκο».
Προχωράει και φτάνει στο δρόμο. Σταματάει.
– Καλύτερα να προσέξω. Δεν θέλω πάλι να με χτυπήσει κανένα από αυτά τα σιδερένια κουτιά που κάνουν θόρυβο και να με κλωτσήσουν κι από πάνω…
– Τρέχοντας περνάει απέναντι
– Ουφ τα κατάφερα… Μα κι αυτοί δεν περιμένουν λίγο… Όλο τρέχουν και βιάζονται…
Προχωράει και φτάνει στο πάρκο…
– Εδώ μπορεί και να βρω παρέα. Αρκεί να μη πέσω πάλι στην παρέα με τους μεγάλους σκύλους!!! Την προηγούμενη φορά παραλίγο να με φάνε… Μάλλον είμαι μικρός και γι΄ αυτό δε με θέλουν… Αυτοί είναι παλιοί εδώ… Ένας μου είπε ότι κι αυτοί κάποτε ήρθαν εδώ όταν ήταν μικροί… Και ότι είναι σοφοί γι΄ αυτό είναι άγριο. Ο ένας μάλιστα έχει μόνο ένα μάτι και το πόδι του είναι πάντα κουτσό… Λένε ότι του το έκαναν έτσι οι άνθρωποι, γι΄ αυτό και τους φοβάται και είναι άγριος… ποιος ξέρει…
Συνεχίζει να προχωράει, προσεκτικά κοιτάζοντας γύρω του …
– Μμτς, μτς, εϊ σκυλάκι, έλα δω…
Ο Πάφυ γυρίζει και βλέπει πίσω του έναν κύριο με μαύρο σακάκι. Τον κοιτάζει απορημένος…
– Ποιος είσαι; Σκέφτεται ο Πάφυ.
– Μτς, μτς έλα μικρέ μου κοντά …
Ο Πάφυ κοπάζει πίσω του και γύρω.
– Εμένα λες να θέλει; σκέφτεται.
– Έλα, μη με φοβάσαι …
– Μάλλον εμένα πρέπει να λέει … να πλησιάσω;
Ο Πάφυ διστακτικά πηγαίνει προς το μέρος του.
– Έτσι μπράβο, έλα… έλα κοντά μου… τι είναι, με φοβάσαι; Γιατί;
Ο Πάφυ πλησιάζει πιο θαρρετά, κουνάει την ουρά του και τρίβει το κεφάλι του στα χέρια του κυρίου.
– Καλός φαίνεσαι … και δείχνεις να μ΄ αγαπάς!!! Και γω σ΄ αγαπώ και γι΄ αυτό θα σου γλείψω τα χέρια!!!
– Εε, εε σιγά… με γέμισες σάλια, χα χα. Χάρηκες μικρό μου.
– Φαίνεται να του αρέσει… θα ξαπλώσω να μου χαϊδέψει και την κοιλιά…
– Είσαι χαριτωμένος… Πώς να σε λένε άραγε; Μμμ …έτσι μικρούλης που είσαι, σου ταιριάζει μάλλον το «Αράπης»… Ναι, καλό ακούγεται …
– «Αράπης», χμ … τι να πω, καλά είναι … Έτσι και αλλιώς το όνομά μου δε το θυμάμαι πια, δε με φωνάζει κανείς άλλωστε… Πάει καιρός από τότε που με είχαν βαπτίσει… τότε ήμουν πολύ μικρός και βρισκόμουν σ΄ αυτά τα πολύχρωμα πέτρινα κουτιά …. Τα σπίτια!! Όλοι με παίζανε, με φρόντιζαν και το σημαντικότερο… δεν κρύωνα!!! Με έβγαζαν βόλτα και μετά γυρίζαμε πάλι στο ζεστό σπίτι… Από τότε όμως που ο μεγάλος άνθρωπος με έβαλε στο σιδερένιο, θορυβώδες κουτί του και με άφησε εδώ δεν τους ξαναείδα… Μάλλον με ξέχασε… Αλλά θα΄ ρθουν να με πάρουν, γι΄ αυτό και έρχομαι συχνά εδώ… Α! Μήπως αυτοί σ΄ έστειλαν; Να με πάρεις; Αρχίζει να γαβγίζει χαρούμενος και να χοροπηδάει.
– Τι έξυπνος που είσαι!!! Όμως πρέπει να φύγω, βιάζομαι… μονολογεί ο κύριος.
– Εντάξει, εντάξει … έρχομαι! Μισό λεπτό να ξύσω τη μουσούδα μου και έρχομαι…
– Ωχ, με πήρες από πίσω… όχι, όχι Αράπη, πρέπει να φύγω …
– Πάμε… πάμε, βιάζομαι να τους δω… δεν πειράζει που με ξέχασαν … αφού με βρήκαν … πάμε, πάμε…
Ο κύριος προχωρά γρήγορα και φτάνει στο δρόμο.
– Ταξί, ταξί …
– Πάμε, πάμε, γαβγίζει ο Πάφυ και κουνάει την ουρά όλο χαρά… Εε, που πας, περίμενε, με ξέχασες.
Ο Πάφυ τρέχει πίσω απ΄ το ταξί αλλά… αυτό χάνεται… λαχανιασμένος σταματάει …
– Μα …πού πήγε; Πώς θα τους βρω τώρα;
Κατεβάζει το κεφάλι του, φεύγει λυπημένος.
– Δε βαριέσαι … θα γυρίσω πίσω!
Πηγαίνει πίσω προς το πάρκο. Φτάνει και ψάχνει να βρει ένα μέρος να ξαπλώσει. Βλέπει πιο κάτω ένα άδειο παγκάκι.
– Εδώ φαίνεται καλά. Δεν είναι και κανείς και έτσι θα είναι ήρεμα. Είμαι πολύ κουρασμένος… (χασμουριέται). Θα ξαπλώσω λίγο να ξεκουραστώ!
Ξαπλώνει και κλείνει τα μάτια του. Σιγά σιγά τον παίρνει ο ύπνος.
– Μα, τι φως είναι αυτό;
Ανοίγει τα μάτια του και βλέπει ένα όμορφο φως να έρχεται προς το μέρος του. Ακίνητος και έκπληκτος κοιτάζει όλο απορία… ώσπου βλέπει μπροστά του ξαφνικά να προβάλλει μια γλυκιά μικροσκοπική μορφή και να του χαμογελάει…
– Ποια είσαι, τη ρωτάει ο Πάφυ με σιγανή φωνή.
– Γεια σου Πάφυ, του απαντά …
– Μα πώς; Καταλαβαίνεις τι σου λέω;
– Χα, χα, μα και βέβαια μικρέ μου!
– Και πως ξέρεις τ΄ όνομά μου; της απαντά ο Πάφυ. Έχουμε γνωριστεί;
– Εγώ σε γνωρίζω. Όπως επίσης γνωρίζω ότι είσαι πολύ κουρασμένος και ταλαιπωρημένος.
– Μα πώς, αποκρίθηκε ο Πάφυ.
Η μικρή νεράιδα τίναξε απ΄ τα μαλλιά της τη χρυσόσκονη και χαμογελώντας γλυκά κάθεται, δίπλα του.
– Λοιπόν, Πάφυ, το ξέρεις ότι είναι Χριστούγεννα σήμερα
– Χριστούγεννα, ρωτάει με απορία ο Πάφυ… τι είναι Χριστούγεννα;
– Είναι η μέρα που γεννήθηκε Αυτός για να σώσει και ν΄ αγαπήσει όλα τα πλάσματα της Γης!
– Ακόμα και τα ζωάκια; Ρωτά γρήγορα ο Πάφυ…Και τα ζωάκια, και τα πουλιά και και…. Και ακόμα εμάς τα σκυλάκια;
– Όλα, Πάφυ μου, όλα! Του απαντά χαμογελώντας.
– Και, και είναι εδώ; Πού πού ε; πού;
Ο Πάφυ τρέχει πάνω κάτω ψάχνοντας ανυπόμονα και χοροπηδώντας.
– Χα, μικρέ μου Πάφυ … έλα εδώ κοντά μου…
– Μα… γιατί; Που είσαι; Ρωτάει όλο απορία… μήπως έφυγε και Αυτός;
– Πάφυ μου, δεν έφυγε… είναι πάντα εδώ κοντά μας. Αλλά δε τον βλέπω. Μόνο τον νιώθεις… και αυτός πάντα σε ανταμείβει…
– Δηλαδή, ρωτάει ο Πάφυ, μη μπορώντας να καταλάβει…
– Να, ας πούμε για παράδειγμα… εσύ τι θα ήθελες περισσότερο;
– Χμ… θα ήθελα … θα ήθελα… Α, ναι! Θα ήθελα να χω αφεντικά που να με φροντίζουν … να με παίζουν… ένα ζεστό σπίτι, χωρίς βροχές και μια γωνιά ζεστή να κοιμάμαι, χωρίς λάσπες…!!!
– Κατάλαβα μικρέ μου… Θες Αγάπη!!
– Ναι!! Φωνάζει όλο χαρά ο Πάφυ… Αγάπη, συνεχίζει να λέει χοροπηδώντας…
Αυτό είναι… Σ΄ ευχαριστώ…. Μα πού πήγες; Πού είσαι;
Ψάχνει γύρω του, αλλά όλα έχουν χαθεί. Σκύβει λυπημένος και μονολογεί…
– Τι χαζός που είμαι! Μπορώ να φταίει και η κούραση… έστω και λίγο όμως ήταν όμορφα…
– Ουφ! Ας κοιμηθώ τελικά… ίσως έτσι σταματήσει και η κοιλιά μου να κάνει αυτούς τους ενοχλητικούς θορύβους… ααα (χασμουριέται).
Ο Πάφυ κοιμάται και σιγά σιγά έρχεται το πρωί.
– Μαμά, μαμά κοίτα τι γλυκό σκυλάκι! Δεν είναι πολύ όμορφος;
– Ναι γλυκιά μου. Πράγματι είναι πολύ όμορφος!
– Μμμ, τι είναι; Ο Πάφυ ξυπνά και βλέπει ένα μικρό κοριτσάκι που του χαμογελάει και δίπλα τη μαμά του!
– Μαμά το θέλω!!! Μπορούμε να το πάρουμε σπίτι μας, σε … σε παρακαλώ…!!!
– Δεν ξέρω γλυκιά μου, απαντά η μαμά… – Αν και… χμ, το σπίτι είναι μεγάλο και θα έκανε καλό σε όλους κατοικίδιο στο σπίτι…
– Έλα μαμά…!!!
– Εντάξει λοιπόν! Θα το πάρουμε!!!
– Ναι! Σ΄ ευχαριστώ μαμά!!
– Έλα ας τον πάρουμε γιατί αργήσαμε ναι;
– Πάμε, πάμε. Θα χαρεί και ο μπαμπάς… σηκώνουν αγκαλιά τον Πάφυ!
– Εεε, τι συμβαίνει; Που με πάτε; Μαα…. Χμ τι όμορφη αγκαλιά!!! Και αυτός ο μικρός άνθρωπος φαίνεται καλός… και με χαϊδεύει! Και το κυριότερο; Δε φεύγουν μόνοι τους…. Παίρνουν και εμένα μαζί…!!! Λες; Λες να βρήκα αγάπη; Μα ναι…!!! Καλά Χριστούγεννα…
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
