Χριστουγεννιατικα καλαντα της Μεσσουνης

Αναμνήσεις από μια άλλη εποχή

«Παππού», ρώτησαν οι εγγονές μου, η Μαρία και η Χαρά, «τι δώρο θέλεις για τα Χριστούγεννα;».

«Τι δώρο;» σκέφθηκα.  Ήθελα παιδιά, έστω για λίγο, για μερικές στιγμές, να γίνω μικρό παιδί, σαν και σας. Να  βρεθώ,αυτές τις Χριστουγεννιάτικες ημέρες στο χωριό μου, στο παλιό μας σπίτι, με τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα, τη μάνα, τα αδέλφια μου και τους αξέχαστους φίλους και συμμαθητές μου.
 
Η αγάπη των εγγονών μου, η ευχή τους, η νοσταλγία της ψυχής μου, η αναμονή της γέννησης του Χριστού, άνοιξαν εκείνο το βράδυ το μπαούλο με τις αναμνήσεις και με οδήγησαν, στα τέλη της δεκαετίας του ‘50, να περιφέρομαι παγωμένος, στους λασπόδρομους της Μεσσούνης, με τα λαστιχένια παπούτσια, το υφαντό παντελόνι, το στενό σακάκι, το κουρεμένο κεφάλι. Παρέα με τα παιδιά της γειτονιάς, να παρακολουθούμε το σφάξιμο των γουρουνιών, κρατώντας μια μεγάλη βέργα να ψάλουμε τα πανελλήνια κάλαντα ή τα Σιναπλιώτικα, φωνάζοντας «κόλιντα-κόλιντα», εισπράττοντας λίγες δεκάρες και αρκετά καρύδια, ξυλοκέρατα, μανταρίνια.
 

Πριν νυχτώσει, συμμαζεύτηκα στο σπίτι, να περιμένω πρώτα την αγαπημένη μου ξαδέλφη τη Σιδερούλα και μετά, τα παλληκάρια του χωριού. Απόψε θα τραγουδούσαν «το Χριστό», τα παραδοσιακά κάλαντα της Μεσσούνης, σε όλα τα νοικοκυριά του χωριού.
 
Η μάνα, είχε έτοιμη από νωρίς την τρανή κάμαρα. Μια σειρά καθίσματα στους απέναντι τοίχους, όπου θα καθόντουσαν τα παλληκάρια, σε δυο ομάδες.
 
Κάποιες στιγμές η κούραση της μέρας, η ζέστη της ξυλόσομπας, έκλειναν τα μάτια μας. Όμως η επιθυμία να απολαύσουμε τη μεγάλη στιγμή, μας κρατούσε ξύπνιους.
 
Τα σκυλιά άρχισαν να γαυγίζουν, έφθασε ο προπομπός, «τσιλιγκίρης», κατάλαβε η γιαγιά, άνοιξε την πόρτα και οι πρώτες μελωδίες ακούσθηκαν: 
 

«Άνοιξε κυράμ΄ τις πόρτες σου κι έρχεται η Παναγία, με το Χριστό στην αγκαλιά, με το Σταυρό στα χέρια, στρώσε σκαμνιά, προσκέφαλα, να κατς΄ν τα παλληκάρια».

 
Γρήγορα τα παλικάρια, με πρώτο τον αρχηγό και δάσκαλό τους, τον Τάκη Γ. Ζυμταρούδη, κάθισαν στις προκαθορισμένες θέσεις και τα τραγούδια διαδέχονται το ένα τ΄ άλλο.
 
Στα κεφάλια φορούσαν στεφάνια από πρασινάδες του κήπου, (μπροσλικά και τσιμσίρια),στολισμένα με βαράκια (χρυσόφυλλα).
 

Είναι όλοι εκεί, ο Δήμος, ο Μιχάλης, ο Μήτσιος, ο Ηλίας, ο Στέφανος, ο Τζέλας, ο Τζελάκης, ο Χρήστος, ο Θόδωρος, ο Δήμος, ο Γκόγκος, ο Βασίλης, ο Γιάννης, ο Πασχάλης.
 
Τα τραγούδια είναι αφιερωμένα, στο Χριστό, στα αρχόντια, στον αφέντη, στην αφέντισσα, στο ανδρόγυνο, στα παλληκάρια, στους αρραβωνιασμένους, στον ξενιτεμένο, στο γραμματικό, στα παιδιά, (μωρά, μικρά, μεγάλα, αγόρια, κορίτσια).
 
Ο παπάς, από το σπίτι του οποίου ξεκίνησε «Ο Χριστός», έχει ξεχωριστό τραγούδι.«Αφέντη μ΄ κι αφεντίτσι μου πέντε βολές αφέντη, εσένα πρέπ΄ αφέντη μου να σε τιμά ο κόσμος…».
 
Ξεχωριστά τραγούδια θα ακουσθούν και στα σπίτια με  χήρες γυναίκες και χήρους άνδρες.
Όρθιοι μετά το τέλος, τα παλληκάρια και οι οικοδεσπότες άκουσαν απαγγελία, σε μια αναπνοή, το «ντουβά», την προσευχή.
 

«Όσα να πήραμε απ΄ τον αφέντη μας, έναν καλόν βαρύν κανύς΄ (δώρο), κατά τίμσιν ο Θεός, τ΄ άλας, το ψωμί, τ΄αλογάρ΄ της Βενετιάς, έτσι να τιμήσουμε κι μεις, τον Θεό μας, τον αφέντη μας, τ΄ ασήμι, τ΄αλογάρ΄ της Βενετιάς.
 
Χρόνους πολλούς, καλούς, πάντα να’ χει να δίνει.
 
Πέτε παλληκάρια αμήν».

 
«Αμήν», απάντησαν με βροντερή φωνή, όλοι μαζί.
 
Τότε η γιαγιά-αφέντισσα παρέδωσε στον αρχηγό την κούρα (χριστόψωμο), που με μεγάλη φροντίδα και μεράκι ετοίμασε νωρίς το πρωί και ένα κομμάτι χοιρινό κρέας, που σήμερα έσφαξε η οικογένεια στην αυλή της.
 
Ο παππούς-αφέντης έβγαλε από το ζωνάρι του και δώριζε ένα νόμισμα, αφού πρώτα κεράστηκαν τα παλικάρια, με γλυκό κρασί, από τις μπόμπες (μεγάλα βαρέλια) της ίζβας (υπόγειο).
Όλα αυτά, από τη Σιναπλιώτικη παράδοση και φιλοξενία.
 

Με αυτό τον τρανταχτό τρόπο αναγγέλθηκε και φέτος σε όλο το χωριό η γέννηση του Χριστού και αναπέμφθηκε ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Θεό, για την καλή χρονιά, που σε λίγες μέρες τελειώνει.
Σκύβοντας τα παλληκάρια, από το φόβο μήπως κτυπήσουν τα κεφάλια τους στη χαμηλή πόρτα του σπιτιού, βρέθηκαν στην αυλή, όπου όλοι μαζί ευχαριστώντας τους οικοδεσπότες, ειδοποιούν το επόμενο σπίτι να προετοιμασθεί και να ανοίξει.
 
Ποιος ξέρει, ίσως εκεί υπάρχει και κάποια αγαπημένη.
 

«Από αφεντικό σπίτι βγαίνουμε, σ΄ αρχοντικό θα πάμε,
άναψε κόρημ΄ το κερί και βάλτο στο φανάρι
και φέγγε μου καλά-καλά να περπατώ το βράδυ,
να πάω στην κόρη που αγαπώ, στην κόρη που γυρεύω.
Ρίξε νερό στην πόρτα σου να διάβω (περάσω) να καϊντήσω (γλιστρήσω),
να βρω τη μάνασ΄ μοναχή και σένα να φιλήσω».

 
«Άιντε», είπε η μάνα μου η Ντόλη, «ύπνο τώρα, η Παπαμάρους δα χτυπίς΄τ΄ν καμπάνα πέντι η ώρα, πώς δα ξυπνίστει».
 
‘Έτσι, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι που ακούσαμε τα τραγούδια μας, «Γραμματικός» για μένα και «Μια περδικίτσα πλουμιστή» για τη Σιδερούλα, μόλις κλείσαμε τα μάτια μας αποκοιμηθήκαμε, για να είμαστε έτοιμοι το πρωί να ακούσουμε το «Χριστός γεννάται…», από την βροντερή φωνή του Παπαμάρου και να γευτούμε τους νόστιμους χριστουγεννιάτικους μεζέδες, αμέσως μετά την απόλυση της εκκλησίας.
 
Χρόνια πολλά σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα όμως στους Μεσσουνιώτες και τους Σιναπλιώτες, όπου κι αν βρίσκονται.
 
Μακάρι ο δραστήριος σύλλογος των γυναικών να αναβιώσει και φέτος τη Χριστουγεννιάτικη παράδοση της Μεσσούνης, τα «Κόλιντα», «Τα τραγούδια στο Χριστό», «Την καμήλα, την αρκούδα, το γιατρό», «τα σούρβα». Για να θυμούνται νοσταλγικά οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.