Χριστουγεννα στο χωριο…

“Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας

Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας.

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει

οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η φύσις όλη.

Εν τω σπηλαίω τίκτεται εν φάτνη των αλόγων

ο Βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων”.

Να τα πούμε; Στο χωριό τα λένε χωρίς να περιμένουν απάντηση…

Τις μέρες των Χριστουγέννων τα χωριά ξαναζωντανεύουν… Ήθη, έθιμα και κυρίως τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια ακούγονται και πάλι στους θρακιώτικους δρόμους. Κάθε χωριό είχε τα δικά του τραγούδια, διαφορετικά και ξέχωρα από το διπλανό, αλλά όλα εξίσου εμπνευσμένα από το θρησκευτικό κύκλο, όσο και από τον κύκλο των μεταμφιέσεων.

«Η Θράκη δικαιολογημένα κατέχει την πρωτιά στο μεγάλο αριθμό χριστουγεννιάτικων τραγουδιών. Αφού μόνο η Μάνη, χωριό της επαρχίας Διδυμοτείχου, έχει να μας παρουσιάσει 47 χριστουγεννιάτικα τραγούδια» δηλώνει ο Δημήτρης Βραχιόλογλου, ερευνητής – μελετητής και λαογράφος και σπεύδει κι εκείνος να σημειώσει ότι τα παλιά όμως, γραφικότατα, χριστουγεννιάτικα έθιμα έχουν χάσει την παλιά ελκυστική τους δύναμη και τον παλιό γιορταστικό τους χαρακτήρα.

Στη Θράκη τα παιδιά μέχρι το 1930 και λίγο αργότερα, από βδομάδες μπροστά και σαν έμπαινε η Σαρακοστή για τα Χριστούγεννα, άρχιζαν να ετοιμάζονται για τα «Κόλιαντα», κάνοντας πρόβες, φωνάζοντας στις γειτονιές κάθε βράδυ σχεδόν. Έτσι το πρωί της Παραμονής των Χριστουγέννων, πανέτοιμα πλέον, με τις ομάδες τους ξεχύνονταν στα θεοσκότεινα σοκάκια του χωριού, κρατώντας στα χέρια τους χοντρά και μακριά ξύλα, τις «τσουμάκες». Τα ξύλα αυτά δεν ήταν μόνο σύμβολο της γιορτής, που συμβολίζανε τα ραβδιά των ποιμένων της Βίβλου. Ήταν τα προστατευτικά τους μέσα από τις επιθέσεις των σκυλιών. Μ’ αυτές επίσης θα χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών, για να τους ανοίξουν.

Στα χωριά των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη τα παιδιά (πάντα τα αγόρια) έλεγαν τα δικά τους «κόλιντα», σαν αυτά που λένε ακόμα στο Φυλακτό, χωριό του Δήμου Τυχερού, του νομού Έβρου:

Κόλιντα μπάμπου

Δος μας μια κλουρίτσα

Ας είνι σταρίσια

Ας είνι καλαμποκίσια

Κόλιντα μπάμπου

Στο Πύθιο, χωριό της επαρχίας Διδυμοτείχου, τα μικρά παιδιά έβγαιναν στους δρόμους του χωριού, για να πουν τα « κόλιντα», όχι την Παραμονή των Χριστουγέννων, αλλά στις 23 Δεκεμβρίου, την προπαραμονή. Λέγαν λοιπόν τα Πυθιωτάκια:

Κόλιντα μπάμπου, τσικ, τσικ, τσικ

Στη Νέα Βύσσα, της επαρχίας Ορεστιάδας, τα μικρά παιδιά, κρατώντας το καθένα από μακριά βέργα, που στην άκρη κατέληγε σε θύσανο, την παραμονή των Χριστουγέννων, λέγαν το:

Κο, κο, κο

Μπι, μπι, μπι

Τικ, τικ, τικ

Κόλιντρα

Να τη φαν τα σκυλιά

Κι την αλιπούς

Που’ φαγε μια πουλιά

Κι έναν κουτσοπέτεινου

Τα πολύ μικρά αυτά «τραγούδια», κατάλληλα όμως για την ηλικία τους, τα λέγανε τα αγοράκια από τις πρώτες πρωινές ώρες της Παραμονής μέχρι το μεσημέρι. Από εκεί και μετά είχαν το λόγο οι παρέες των μεγάλων παιδιών, των παλικαριών, που τραγουδούσαν τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια τους από το βράδυ της Παραμονής, όλη τη νύχτα μέχρι και ολόκληρη την Πρώτη μέρα των Χριστουγέννων. Κάθε χωριό, βέβαια, είχε και τα δικά του χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που διαφέρανε από τα γειτονικά χωριά τόσο στη μελωδία όσο και στα λόγια…

Τα Τσιτσί…

Τα «τσιτσί» συνδέονται με τον ερχομό των καλικάντζαρων στον επάνω κόσμο και παρομοιάζονται με πολύ μεγάλες γάτες, οι οποίες εμφανίζονται το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων και προκαλούν ζημιές σε όσα σπίτια δεν προσφέρουν λεφτά, όταν χτυπούν στους τοίχους τους. Ανήμερα τα Χριστούγεννα χτυπούν οι καμπάνες σημαίνοντας το τέλος της κυριαρχίας αυτών των πλασμάτων, ενώ τα παιδιά του χωριού περιφέρονται με το τσατάλ, βέργα με διχάλα στο ένα άκρο της, και ένα ταψί στο οποίο συγκεντρώνουν τα κεράσματα και τραγουδούν «Τσιτσί κολουντρί χάπε ντέρε σε ιγκούδιν» (δηλαδή: Τσιτσί κολουντρί ανοίξτε την πόρτα, γιατί ξημέρωσε). Στο παρελθόν, εκείνοι που δεν άνοιγαν την πόρτα τους τιμωρούνταν παραδειγματικά με τη μεταφορά κάποιου αντικειμένου από την αυλή τους στο δρόμο ή στην πλατεία του χωριού. Σήμερα η σκανταλιά έχει μεγαλύτερη σημασία από αυτό καθ’ αυτό το κέρασμα.

Τηγανίδες…

Σ’ όλα τα σπίτια, παραμονές Χριστουγέννων θα έπλαθαν και θα έψηναν τις τηγανίδες. Στο σοφρά ή σε κάποιο τραπέζι κοντά στην φωτογωνία, η μητέρα και τα κορίτσια έπλαθαν το έτοιμο ζυμάρι σε χοντρό μακαρόνι, τις τηγανίδες, και το δίπλωναν τεχνικά στα τέσσερα. Μετά το έριχναν στη μεγάλη τηγάνα που ήταν γεμάτη καυτό λάδι πάνω στη φωτιά, για να ψηθεί. Η πρώτη τηγανίδα, μεγάλη και στρογγυλή με σταυρό στη μέση ήταν του Χριστού, η δεύτερη παρόμοια του σπιτιού κ.λ.π. Τις ψημένες τηγανίδες τις έβαζαν μέσα σε μπουρέκια (στρογγυλά μπακιρένια ταψιά) και σε λεκάνες. Όταν στράγγιζαν καλά τις έβαζαν σε κοφίνια και τις κρεμούσαν ψηλά. Η ποσότητα του ζυμαριού που θα γινόταν τηγανίδες ήταν αρκετή και πάντοτε ανάλογη με τον πληθυσμό της φαμελιάς. Η φωτιά για τις τηγανίδες έπρεπε να είναι δυνατή και να έχει διάρκεια. Γι’ αυτό ο πατέρας είχε σκίσει σκίζες τα χοντρά κούτσουρα. Ήταν η καλύτερη καύσιμη ύλη για την περίπτωση. Τα παιδιά παρακολουθούσαν και όλοι, αν δεν ήταν Τετάρτη ή Παρασκευή, δοκίμαζαν και έκαναν τις κρίσεις τους. Και κάθε χρόνο σχεδόν εύρισκαν τα ίδια ελαττώματα στο πλάσιμο και το ψήσιμο, όταν μάλιστα κάποιος ήθελε να πιει νερό του έλεγαν να γυρίσει την πλάτη προς το τηγάνι για να μην… τον βλέπουν οι τηγανίδες και ρουφάνε το λάδι. Οι «λυπημένοι», που είχαν πρόσφατο θάνατο, δεν έψηναν τηγανίδες, τους πήγαιναν όμως συγγενείς και φίλοι. Άλλα γλυκά που έφτιαχναν στο σπίτι την περίοδο αυτή ήταν οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.

Σφαγή του γουρουνιού

Βάρβαρο έθιμο; Για τους vegetarians ναι… Αλλά για τους παλιούς συγχωριανούς μου όχι… Σαν ιεροτελεστία γινόταν σε κάθε οικογένεια η σφαγή του γουρουνιού, το οποίο εξέτρεφαν για το σκοπό αυτό. Το γουρούνι αναλάμβαναν να το σφάξουν οι άντρες του σπιτιού την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα μέλη της οικογένειας αντάλλαζαν μεταξύ τους ευχές. Το χοιρινό κρέας αποτελούσε το κύριο φαγητό στο χριστουγεννιάτικο γεύμα, όπως άλλωστε και σήμερα. Ειδικά φέτος με την τιμή της ξενόφερτης Γαλοπούλας στα ύψη. Επίσης, έφτιαχναν λουκάνικα από το γουρούνι, τα οποία κρεμούσαν μέχρι να στεγνώσουν, ενώ το λίπος του γουρουνιού το αποθήκευαν σε δοχεία και το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική… Ο φόβος της χοληστερίνης έχει κλείσει ερμητικά τα ανοίγματα αυτών των δοχείων, ωστόσο, τα Χριστούγεννα στο Χωριό, όλο και επιτρέπουν τις μικρές «παρασπονδίες» με τους καλικάντζαρους άριστους συμμάχους…

Το κόκκινο κρασάκι ρέει άφθονο και το χοιρινό ποτέ δεν λείπει από τραπέζι…

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.