Χρηστος Καζαντζης, Νομικος-Προεδρος Ελληνοβουλγαρικου ΕΒΕ Β.Ελλαδος «Η Βουλγαρια προσφερει επιχειρηματικες δυνατοτητες και ενα πιο ασφαλες σε σχεση με το δικο μας φορολογικο καθεστως»
Γόνος της Κομοτηνής, ο κ. Χρήστος Καζαντζής έζησε, κατά τα πρώτα χρόνια των σπουδών του στη Βουλγαρία, όπου και ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς με τη γειτονική χώρα. Έχοντας γνώση τόσο της κουλτούρας του βουλγαρικού λαού όσο και των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, εκτός από νομικός και επιχειρηματίας, σήμερα διατελεί και πρόεδρος του ΕλληνοΒουλγαρικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Βορείου Ελλάδος, το οποίο εγκαινιάστηκε το 2012 στη Θεσσαλονίκη, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας. Παράλληλα, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας ενώ είναι και εκπρόσωπος των βουλγαρικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα.
Ο κ. Καζαντζής βρέθηκε στο στούντιο του Ράδιο Παρατηρητής, όπου και συνομίλησε με τις Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη και Νατάσσα Βαφειάδου για την κατάρριψη των στερεοτύπων παλαιότερων εποχών, που υπήρχαν μεταξύ των δύο λαών, λόγω του ότι «ανήκαμε σε διαφορετικούς κόσμους», για τις ευκαιρίες επιχειρηματικών συναλλαγών που προκύπτουν από τη διάνοιξη του κάθετου άξονα και για την πρόταση του Επιμελητηρίου αναφορικά με τις ελεύθερες οικονομικές ζώνες στις όμορες περιοχές, μεταξύ των οποίων και η δική μας, «έτσι ώστε να εκμεταλλευτούμε τις πλουτοπαραγωγικές πηγές που έχει η περιοχή, με ταυτόχρονα κίνητρα προς επιχειρηματίες αλλά και την περιστολή της ανεργίας».
Αλλά και για το ευέλικτο ως προς το επιχειρείν φορολογικό καθεστώς της Βουλγαρίας, εν αντιθέσει με αυτό της Ελλάδας, την αναγκαιότητα να αλλάξει η νοοτροπία των Ελλήνων επιχειρηματιών, με τη συνδρομή του ελληνικού κράτους και τη βαριά βιομηχανία της γειτονικής χώρας, που, εκτός από την επιχειρηματικότητα περιλαμβάνει τον πολιτισμό και την παιδεία, η οποία εξάλλου έχει απορροφήσει πάρα πολλούς Έλληνες φοιτητές, από τη δεκαετία του 1960 ακόμα.
«Με τη Βουλγαρία ανήκαμε σε διαφορετικούς κόσμους μέχρι το 1990 αλλά δεν είμαστε διαφορετικοί και ως άνθρωποι»
ΠτΘ: Κ. Καζαντζή μέχρι τώρα η εικόνα τόσο των Ελλήνων όσο και των Κομοτηναίων για τη Βουλγαρία μάλλον ήταν διαστρεβλωμένη…
Χ.Κ.: Αυτά νομίζω ότι ανήκουν στο παρελθόν. Είναι μια κατάσταση την οποία έζησε όλος ο διχασμένος πλανήτης. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου, πριν από 25 χρόνια, όλη η Ευρώπη ήταν διχοτομημένη. Ενώ είμαστε δίπλα στη Βουλγαρία ήταν σαν να υπάρχει ένα αόρατο τείχος ανάμεσά μας. Όλα αυτά λοιπόν αρχίζουν σιγά σιγά να πέφτουν και έτσι πρέπει. Ο βουλγαρικός λαός είναι πολύ φιλειρηνικός, έχουμε πάρα πολλές ομοιότητες και νομίζω ότι ο κάθετος άξονας θα βοηθήσει πάρα πολύ στο να αλληλογνωριστούμε καλύτερα και να «πέσουν» και όλες αυτές οι προκαταλήψεις που υπήρχαν στο παρελθόν και δεν μας έδιναν τη δυνατότητα να προχωρήσουμε παραπέρα.
ΠτΘ: Σύμφωνα με μια έρευνα του ειδησεογραφικού πρακτορείου της Σόφιας, το 95% και των Βουλγάρων έχουν θετική εικόνα για εκείνη την εποχή… Τι άλλαξε λοιπόν από τότε μέχρι σήμερα…
Χ.Κ.: Τα 25 χρόνια από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, σηματοδότησαν και την πτώση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών, που ανήκαν στο σύμφωνο της Βαρσοβίας. Η Βουλγαρία βγήκε από αυτή τη διαδικασία το 1990. Τα χρόνια που μεσολάβησαν λοιπόν οι νέοι ιδίως άνθρωποι δείχνουν αλλαγή στη συμπεριφορά και στη νοοτροπία.
Παλαιότερα ήταν αλλιώς τα πράγματα. Όχι ότι οι άνθρωποι το έκαναν εσκεμμένα –ούτε εμείς φυσικά– αλλά γενικότερα υπήρχε μία τέτοια πολιτική δυσπιστίας. Περνούσε μια πολιτική κάτω από το χαλί ότι επειδή ανήκουμε σε διαφορετικούς κόσμους, στον δυτικό και τον ανατολικό, θα πρέπει να έχουμε και μια διαφορετικότητα ως άνθρωποι. Τελικά αποδείχθηκε ότι αυτό δεν υπάρχει.
«Πρέπει και η Ελλάδα να αποκτήσει ένα ασφαλές νομικό και φορολογικό καθεστώς σαν της Βουλγαρίας»
ΠτΘ: Ποιες ευκαιρίες μας προσφέρονται από μία καλή γειτνίαση και επιχειρηματική συνδιαλλαγή με τη γειτονική χώρα;
Χ.Κ.: Εάν δεν επιχειρήσεις με τους γείτονες σου, είναι πολύ πιο δύσκολο να επιχειρήσεις με κάποιους που είναι ακόμα πιο μακριά. Ο πιο κοντινός γείτονάς μας σε αυτή τη γεωγραφική περιοχή που βρισκόμαστε είναι ο βουλγαρικός λαός. Είναι αναπόφευκτο να θέλουμε μία πολύ καλή συνεργασία στα επιχειρηματικά δρώμενα μαζί τους. Συν το γεγονός ότι η ίδια η χώρα προσφέρει δυνατότητες, με ένα πιο ασφαλές σε σχέση με το δικό μας –πράγμα το οποίο πρέπει και εμείς να κατορθώσουμε για να πάμε παραπέρα– φορολογικό καθεστώς. Ένα ασφαλές νομικό καθεστώς στο θέμα της σύστασης των εταιρειών, όχι απλά για να «στήσεις» μια εταιρεία, καθώς ταυτόχρονα απορροφάται και ένα μεγάλο κομμάτι της προβληματικής σε εμάς παροχής υπηρεσίας, η οποία πεθαίνει. Δηλαδή, μέσα από τη σύσταση των εταιρειών, ζούνε λογιστές, δικηγόροι, φοροτεχνικοί, η εφορία, το κράτος.
Θα σας αναφέρω κάποια στοιχεία που δεν γνωρίζει πολύς κόσμος. Η Βουλγαρία αυτή τη στιγμή συνολικά θεωρείται ότι έχει γύρω στις 20 με 25 εκατομμύρια επιχειρήσεις. Όλα αυτά είναι έσοδα που μπαίνουν στα ταμεία του βουλγαρικού κράτους. Θα μπορούσαν λοιπόν να μπαίνουν και στα ταμεία του ελληνικού κράτους σημαντικά έσοδα με κάποιες ενέργειες που εμείς ως Επιμελητήριο τις έχουμε δηλώσει στην κεντρική πολιτική σκηνή. Τις έχουμε καταθέσει με συγκεκριμένες προτάσεις. Μία από αυτές -πρόσφατα τη συζητούσαμε σε ένα ελληνοβουλγαρικό συνέδριο που έγινε στη Θεσσαλονίκη- έχει να κάνει με τις ελεύθερες οικονομικές ζώνες, ανεξάρτητες οικονομικές ζώνες δηλαδή που προτείναμε να γίνουν στα βόρεια σύνορα, έτσι ώστε να εκμεταλλευτούμε και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές που έχει η περιοχή, με ταυτόχρονα κίνητρα προς επιχειρηματίες –υπάρχουν πολλοί υγιείς επιχειρηματίες που θέλουν πολύ να επεκταθούν εδώ στην περιοχή μας– αλλά και την περιστολή της ανεργίας, που το ποσοστό της είναι μεγάλο στην περιφέρεια. Όλα αυτά συνάδουν στο να έχουμε σωστή συνεργασία αλλά η βάση τους είναι η γεφύρωση των σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ μας.
«Στην Ελλάδα αλλάζουν τα πάντα σχετικά με την επιχειρηματικότητα ανάλογα με το ποιος είναι στην κυβέρνηση»
ΠτΘ: Σας έχουν προσκαλέσει φορείς της Ροδόπης ώστε να συζητήσετε αυτά τα θέματα;
Χ.Κ.: Μέχρι τώρα κανένας. Δεν πιστεύω ότι γίνεται κάποια παράλειψη αλλά πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει επειδή το δικό μας Επιμελητήριο είναι νεοσύστατο, ξεκίνησε το 2012, και, επομένως, μέχρι να πάρουμε την τροχιά της δυναμικής που χρειάζεται, ενδεχομένως να μη μας γνωρίζουν. Ωστόσο, η έναρξή μας ήταν πολύ δυναμική, καλώντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα, έπειτα από δική μας εισήγηση έγινε επίτιμος δημότης της πόλης και επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Μακεδονίας. Οπότε θεωρώ ότι έτσι γνώρισαν το Επιμελητήριό μας οι περισσότεροι στη Βόρεια Ελλάδα. Από εκεί και πέρα, νομίζω ότι θα υπάρξουν τέτοιοι τομείς συνεργασίας.
Από την άλλη πλευρά, ο προορισμός ως Επιμελητήριο μας είναι το επιχειρείν. Στο πολιτικό κομμάτι δεν μπορούμε να εισέλθουμε αλλά πηγαίνουμε συμβουλευτικά να δώσουμε τις προτάσεις μας. Τόσο και από την άλλη πλευρά, τη βουλγαρική, που μας δέχεται και μας σέβεται. Γενικότερα, νομίζω ότι έχουμε κοινά θέματα με τη Βουλγαρία και σε πολιτικό επίπεδο. Παρά το ότι είμαστε πολύ πιο μπροστά σε θέματα δημοκρατίας, βλέπουμε ότι οι Βούλγαροι αντιμετώπισαν το ίδιο πολιτικό πρόβλημα που είχαμε κι εμείς. Είχαν συνεχόμενες εκλογές, δημιουργήθηκαν συνασπισμοί, όλα αυτά επηρεάζουν τη λειτουργία μιας χώρας. Όμως οι Βούλγαροι έχουν ένα καλό, το ότι η πολιτική αστάθεια δεν επηρέασε την κεντρική τους πολιτική πλατφόρμα σχετικά με τις επιχειρήσεις. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα που η Βουλγαρία περνούσε τις διακυμάνσεις της πολιτικής ανισορροπίας, δεν άλλαξε κάτι στο επιχειρείν. Εμείς έχουμε το πρόβλημα ότι ανάλογα με το ποιοι θα ανέβουν και ποιοι θα κατέβουν αλλάζουν τα πάντα.
ΠτΘ: Στη Βουλγαρία εξάλλου δεν υπάρχει η ελληνική γραφειοκρατία αναφορικά με τη σύσταση μιας επιχείρησης…
Χ.Κ.: Η απλοποίηση της γραφειοκρατίας έχει και πάλι να κάνει με τις επιλογές της δημόσιας διοίκησης να είναι ανεξάρτητη και μη κομματικοποιημένη. Η βουλγαρική δημόσια διοίκηση βλέπει τα πράγματα πιο απλουστευμένα και ανεξάρτητα από το ποιος είναι πάνω και ποιος κάτω. Εμείς έχουμε ένα πρόβλημα, που έγινε καθεστώς στο μυαλό του νεοέλληνα, η μονιμοποίηση της θέσης, που τον οδηγεί μετά στην επόμενη σκέψη, «δεν με κουνάει κανένας», και στην αμέσως επόμενη ότι «μπορώ και να μη δουλεύω». Γενικότερα όλοι οι άνθρωποι, όχι μόνο οι Έλληνες, έχουν μια ροπή στο να μη δουλεύουν, οπότε από ένα σημείο και μετά αυτό το πράγμα αρχίζει και κολλάει. Κάποιες άλλες χώρες λοιπόν σκέφτηκαν ότι αυτό το πράγμα δεν θα πρέπει να υπάρχει, ότι θα πρέπει να υπάρχει μια ευεξία και ότι χρειαζόμαστε πέντε έγγραφα από έναν επιχειρηματία για να τον αφήσουμε να κάνει μια δουλειά. Και αυτά όλα ηλεκτρονικά και χωρίς ιδιαίτερη γραφειοκρατία.
«Είναι στην κουλτούρα του Βούλγαρου να έχει στο εβδομαδιαίο του πρόγραμμα θεατρική παράσταση, όπερα και διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις»
ΠτΘ: Τελευταία ανακαλύπτουμε στην Ελλάδα ότι η Βουλγαρία είναι πολύ «μπροστά» και σε θέματα πολιτισμού…
Χ.Κ.: Ένα κομμάτι της βαριάς βιομηχανίας της Βουλγαρίας είναι και ο πολιτισμός που έχει παράγει τόσα χρόνια. Σε εμάς ήταν κλειστά όλα αυτά, δεν τα βλέπαμε και τώρα ξαφνικά τα ανακαλύπτουμε. Σε κάθε μεγάλη πόλη της Βουλγαρίας υπάρχει και ένα Μέγαρο Μουσικής. Είναι στην κουλτούρα του Βούλγαρου πολίτη να έχει οπωσδήποτε στο εβδομαδιαίο του πρόγραμμα θεατρική παράσταση, όπερα και, βεβαίως, για τα παιδιά του, διάφορες εκδηλώσεις θεατρικές ή γενικότερα πολιτιστικές. Είναι κάτι που σε εμάς δεν είχε αναπτυχθεί ιδιαίτερα και αυτό το κενό φαίνεται.
«Δεν έχει σημασία πού θα σπουδάσεις αλλά έχει σημασία τι θέλεις εσύ να κάνεις»
ΠτΘ: Στον τομέα της παιδείας εντοπίζετε διαφορές μεταξύ των δύο χωρών;
Χ.Κ.: Να ξεκινήσω από τη γενικότερη θεώρηση ότι δεν έχει σημασία πού θα σπουδάσεις αλλά έχει σημασία τι θέλεις εσύ να κάνεις. Άρα οποιεσδήποτε ταμπέλες έχουν περάσει μέσα από την εμπορική επεξεργασία των πανεπιστημίων είναι μόνο για οικονομικούς λόγους και για λόγους προσέγγισης. Προσωπικά ξεκίνησα τις σπουδές μου εκεί, μετέπειτα ήρθα στην Ελλάδα αλλά μέχρι και σήμερα συνεργάζομαι με τα πανεπιστήμια, είμαι επίσημος εκπρόσωπος των βουλγαρικών κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Τα πανεπιστήμια στη Βουλγαρία είναι πάρα πολύ εξελιγμένα. Όπως υπάρχει η εξέλιξη στην επιχειρηματικότητα έτσι υπάρχει και η εξέλιξη χωρίς ιδιαίτερη γραφειοκρατία και στο πανεπιστήμιο. Νομίζω ότι και αυτό είναι ένα κομμάτι της βαριάς βιομηχανίας της Βουλγαρίας. Και δεν σας κρύβω ότι οι Έλληνες έχουν αφήσει πάρα πολλά χρήματα σε αυτό τον τομέα. Εγώ θυμάμαι ότι, για ένα διάστημα το 1992, στην τοπική εφημερίδα της πόλης όπου σπούδαζα, έγραφε ότι μόνο για τον ΟΤΕ οι Έλληνες είχαν αφήσει 1,5 εκατομμύριο δολάρια.
Θα πρέπει να καταλάβουν επίσης οι Έλληνες γονείς της περιοχής, που πολλές φορές μας παίρνουν και μας λένε ότι τα παιδιά τους αντιμετωπίζουν προβλήματα στη Βουλγαρία ότι όλα πηγάζουν από εμάς τους ίδιους. Πρέπει λοιπόν να ξέρουμε ότι, σε ένα νέο καθεστώς που πηγαίνουμε, θα πρέπει να συγχρονιστούμε με αυτό, τους κανόνες και τους νόμους του. Δεν μπορούμε να επιβάλουμε τους δικούς μας κανόνες. Επίσης, θα πρέπει να σεβαστούμε τη λειτουργία του ιδρύματος. Αυτό που έχω διαπιστώσει από τη δική μου εμπειρία είναι ότι αυτός που διαβάζει, όπου και να βρίσκεται, προκόβει. Όποιος δεν θέλει να διαβάσει, ψάχνει για δικαιολογίες.
«Στη Βουλγαρία τα πανεπιστήμια είναι αυτοκέφαλα και ανοικτά, δεν υπάρχει όριο εισαγωγής, στους ξένους φοιτητές»
ΠτΘ: Υπάρχουν στοιχεία για τους ξένους φοιτητές στη Βουλγαρία; Πρέπει να υπάρχει υπερπληθώρα και ελλήνων…
Χ.Κ.: Σε ιατρική και φαρμακευτική έχουμε πάρα πολλούς πτυχιούχους, από βουλγαρικά πανεπιστήμια από την εποχή του 1967 ακόμα. Παρά το ότι είχαμε διαφορετικά καθεστώτα, εγώ έχω συναντήσει γιατρούς που είναι σήμερα στη σύνταξη και μου έχουν πει ότι σπούδασαν στη Βάρνα, στη Φιλιππούπολη και στη Σόφια. Από πολύ παλιά λοιπόν υπήρχε αυτό το άνοιγμα αλλά τα τελευταία 10 χρόνια είναι ορατό σε όλους μας, πόσω μάλλον στη δική μας περιοχή που είμαστε και δίπλα. Και με δεδομένο φυσικά ότι οι δικές μας ιατρικές και παραϊατρικές σχολές δεν μπορούν να πάρουν παραπάνω από 150-200 άτομα η κάθε μία, σύμφωνα με τη νόρμα του υπουργείου. Εκεί έχουν πετύχει το πανεπιστήμιο να έχει μια αυτοδυναμία και να είναι και αυτοκέφαλο. Λαμβάνει ένα είδος επιδότησης από το κράτος, ταυτόχρονα όμως έχει και την ελευθερία να κινείται μέσα στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς. Αυτό τους έδωσε τη δυνατότητα χωρίς να υπάρχει όριο στις εισαγωγές, να προσεγγίζουν ξένους φοιτητές, με ειδικά δίδακτρα και μέσω της διδασκαλίας στην αγγλική γλώσσα, για να σπουδάσουν εκεί χωρίς άγχος σε ό,τι αφορά τον τρόπο εισαγωγής.
«Οι ροδοπίτες επιχειρηματίες στο χώρο της εστίασης πρέπει να δουν το θέμα πιο ανταγωνιστικά και να κατεβάσουν τις τιμές τους»
ΠτΘ: Πολλοί εστιάτορες της Ροδόπης γκρινιάζουν ότι οι Βούλγαροι «έρχονται στην παραλία με το ταπεράκι τους» και αφήνουν ελάχιστα χρήματα…
Χ.Κ.: Είναι πολύ λογικά όλα αυτά διότι η κάθε περιοχή έχει τα συμφέροντά της. Το γεγονός ότι θα πάει κάποιος με το ταπεράκι του, όταν είναι στα 15 χιλιόμετρα και μπορεί να ανεβοκατέβει 15 φορές μέχρι την παραλία είναι πολύ λογικό. Ενδεχομένως και εμείς να κάναμε το ίδιο στη θέση τους. Ειδικά για κάποια όμορα χωριά, ακριβώς μετά τα σύνορα, η παραλία είναι πολύ κοντά. Εξάλλου η τροφή στη Βουλγαρία είναι πιο φτηνή. Αυτό είναι ένα κομμάτι που πρέπει να σκεφτούν οι Έλληνες επιχειρηματίες που είναι στον χώρο της εστίασης. Θα πρέπει να δουν το θέμα πιο ανταγωνιστικά και να κατεβάσουν τις τιμές τους. Έγιναν αρκετές μειώσεις στις τιμές των εστιατορίων αλλά θα μπορούσαν να γίνουν και μεγαλύτερες γιατί και ο Βούλγαρος θέλει να καθίσει να πιει το τσίπουρό του και να απολαύσει τους ελληνικούς μεζέδες.
Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι αφορά στα θέματα των εμπορευμάτων. Θέλουμε σίγουρα να υπάρχει τόνωση της τοπικής κοινωνίας, να μη σβήσει και πρέπει αυτό να το προσέξουμε αλλά θεωρώ ότι και ο Εμπορικός Σύλλογος και το Επιμελητήριο θα πρέπει να δούνε τα θέματα επίσης στην κατεύθυνση της ανταγωνιστικότητας. Πλέον, αυτό το άνοιγμα των συνόρων δίνει τη δυνατότητα σε πολλούς λαούς και πολιτισμούς αλλά και σε βιομηχανίες να κινούνται πιο ελεύθερα και η ανταγωνιστικότητα που υπάρχει σε άλλες χώρες με χαμηλότερο κόστος δίνει τη δυνατότητα να είναι πιο φθηνές οι τιμές τους εκεί.
ΠτΘ: Θεωρείτε ότι αυτό είναι εφικτό;
Χ.Κ.: Δεν φταίνε οι έμποροι κατά βάση αλλά και το γεγονός ότι το ίδιο το κράτος, δυστυχώς δεν στηρίζει την περιοχή με κάποια ειδικά προνόμια, κάτι το οποίο προτείναμε εμείς με την οικονομική ζώνη. Θα μπορούσε να έχει κάποια ειδικά προνόμια η περιοχή, ορίζοντας μια ζώνη, στην οποία θα μπορεί να επιχειρεί ο ντόπιος επιχειρηματίας, και από εδώ και από την άλλη πλευρά, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να λειτουργούν οι επιχειρήσεις με χαμηλότερο κόστος και με μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα, με απασχολούμενους που αυτή τη στιγμή είναι άνεργοι, και να έχουμε μία καλύτερη απόδοση η οποία θα φτάνει και στον παραλήπτη, αφού θα είναι καλύτερο και το προϊόν και η τιμή του. Όταν ο επιχειρηματίας έχει μόνο δέκα% φόρο, όταν δουλεύει με λιγότερα εργατικά, όταν δεν έχει το τεράστιο ασφαλιστικό κόστος τότε μπορεί να παράξει προϊόν πολύ πιο φθηνά, στο 30 με 40% της του κόστους στη χώρα μας.
Συνέντευξη: Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη, Νατάσσα Βαφειάδου
[email protected], [email protected]
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
