Χριστινα Μαξουρη, ηθοποιος – τραγουδιστρια «Στις μερες μας υπαρχει ενας φοβος αναιτιος και πολυ περιττος, ο οποιος δεν μας αφηνει να ζησουμε πραγματικα, να καταλαβουμε τον αλλον, να εμβαθυνουμε»

Μια ιδιαίτερα ταλαντούχα ηθοποιό και τραγουδίστρια, με πλούσιο βιογραφικό παρά το νεαρό της ηλικίας της, είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά τις προηγούμενες μέρες, όταν και βρέθηκε στην Κομοτηνή, στο πλαίσιο της θεατρικής παράστασης «Αβελάρδος και Ελοΐζα» αλλά και της αντίστοιχης μουσικής με τίτλο «Δανεικά Παπούτσια», όπου ερμηνεύει a capella παλιά και νεότερα τραγούδια και διαβάζει αποσπάσματα κειμένων του Χατζιδάκι, του Λειβαδίτη, του Σολωμού, του Ελύτη, του Περεσιάδη κ.ά.

 

Πλούσιο βιογραφικό, καθότι έχει αποφοιτήσει με «άριστα» από το Νέο Ελληνικό Θέατρο του Γιώργου Αρμένη, έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Αρμένη, τον αείμνηστο Διαγόρα Χρονόπουλο που έφυγε λίγες ημέρες μόνον πριν από τη ζωή, αλλά και τους Σωτήρη Χατζάκη, Έφη Θεοδώρου, Δημήτρη Λιγνάδη, Μάρθα Φριντζήλα, Τάκη Βουτέρη, Τάκη Τζαμαριά, Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη, Φωτεινή Μπάνου, Νίκο Ξυδάκη, Σοφία Σπυράτου, Peter Stein, Βασίλη Παπαβασιλείου, Νίκο Καραθάνο, Μαρία Πρωτόπαππα και Γιάννη Καλαβριανό, στο Εθνικό και το ελεύθερο θέατρο αλλά και το φεστιβάλ Αθηνών. Έχει υπάρξει και υποψήφια για το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη», ενώ έχει ασχοληθεί και με τη μουσική, εκκινώντας την ενασχόλησή της αυτή, από το ρεμπέτικο τραγούδι.

 

Ο λόγος για τη Χριστίνα Μαξούρη, την «Ελοΐζα» της παράστασης του Γιάννη Καλαβριανού, η οποία μίλησε στον «Παρατηρητή της Θράκης» και τον Θάνο Βαφειάδη, για την a capella ερμηνεία τραγουδιών σπουδαίων στιχουργών και φωτισμένων ανθρώπων και το φιλοσοφικό-υπαρξιακό αλλά και κοινωνικό περιεχόμενο των στίχων –πέραν του ερωτικού θέματος της «Γκόλφως» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη. Αλλά και για την αγάπη της τόσο προς το θέατρο όσο και προς τη μουσική, τη χαρά και, συνάμα, τον προβληματισμό, που της δημιούργησε η υποψηφιότητά της για το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη», την αναγκαιότητα συνέχισης λειτουργίας των δημοτικών περιφερειακών θεάτρων, παρά τις δυσκολίες, ήτοι το οικονομικό κόστος και τον ψυχικό κόπο, την αυθεντικότητα του ρεμπέτικου τραγουδιού και το γεγονός της απώλειας της ουσίας, εξαιτίας της οικονομικής αλλά και ηθικής και κοινωνικής κρίσης των τελευταίων χρόνων.

 

Τέλος, η Χριστίνα Μαξούρη αναφέρθηκε στα άμεσα σχέδιά της, τα οποία περιλαμβάνουν τόσο το τραγούδι όσο και το θέατρο.

 

Χριστίνα Μαξούρη όμως…

 

«Από αυτήν τη χώρα, που έχει και ανεξάντλητο φυσικό πλούτο, έχουν περάσει αναμφίβολα ιδιαίτερα φωτισμένοι άνθρωποι»

 

ΠτΘ: Αφηγείσαι και ερμηνεύεις a capella παλιές και νέες μελωδίες σε μία «χειροποίητη και κατ’ οίκον» συναυλία. Tι άλλα στοιχεία περιέχει όλο αυτό;

Χ.Μ.: Έχει κάποιες αναγνώσεις αποσπασμάτων από κείμενα του Χατζιδάκι και του Λειβαδίτη, καθώς και μια ερωτική επιστολή που βρέθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, η οποία όμως χρονολογείται στον 15ο αιώνα –είναι ένα κομμάτι που έχουμε και στην παράσταση– και κάποια δίστιχα ή παραπάνω στίχοι του Ελύτη ή του Σολωμού που αφενός με αγγίζουν, αφετέρου προσθέτουν κάτι στην ατμόσφαιρα ή το νόημα του κομματιού που ακολουθεί. Αρκετά από αυτά χρησιμοποιούνται αντί των αυθεντικών εισαγωγών των τραγουδιών. Δανείζομαι δηλαδή τη διατυπωμένη σκέψη και το αίσθημα κάποιου άλλου για να εκφράσω εμμέσως και το δικό μου. Εξ ‘ου και ο τίτλος της παράστασης «Δανεικά Παπούτσια». Δανείζομαι μελωδίες, στίχους και λόγια άλλων, για να πορευτώ. Ομορφότερα και πλουσιότερα. Όπως συμβαίνει φαντάζομαι με τους περισσότερους ανθρώπους. Απλώς εγώ επιλέγω να δώσω μια μορφή σε αυτό το βίωμα, σε αυτή την αδιάκοπη σχέση με τη μουσική και την ποίηση. Αυτό είναι όλο.

 

ΠτΘ: Οι προαναφερθέντες είναι δημιουργοί, τους οποίους αγαπάς και θα έλεγες ότι σε έχουν εμπνεύσει;

Χ.Μ.: Σε αυτόν τον τόπο, που τυχαίνει να έχει και ανεξάντλητο φυσικό πλούτο, που αποτελεί από μόνος του πηγή έμπνευσης, έχει «ποτιστεί» με αναμφίβολα ιδιαίτερα σημαντικούς και φωτισμένους ανθρώπους. Έχουν περάσει από αυτή τη χώρα τρομερά μυαλά. Οπότε δεν μπορείς να μην προσεγγίσεις με τον τρόπο σου και το μικρόκοσμό σου, το πνεύμα τους. Είτε ως αναγνώστης είτε ως ακροατής είτε ως φορέας της τέχνης, είναι αναπόφευκτο. Θα το θεωρούσα μεγάλη «φτώχεια» εάν δεν ήμασταν «όμηροι» της φιλοσοφίας, του θεάτρου, της μουσικής, της λογοτεχνίας. Του έργου που αφήνει ο κάθε Μεγάλος φεύγοντας, πίσω του. Δείχνει έναν δρόμο, που καλό είναι να προσπαθήσεις να ακολουθήσεις για να ζήσεις πιο ελεύθερα και να διευρύνεις λίγο το πνεύμα σου.

 

ΠτΘ: Ποια είναι η κοινή συνισταμένη των κειμένων που χρησιμοποιείς, τόσο στη θεατρική όσο και στη μουσική παράσταση;

Χ.Μ.: Τα ποιήματα του Λειβαδίτη είναι αμιγώς υπαρξιακά, είναι από το δεύτερο μισό του έργου του. Το πρώτο μισό ήταν πολιτικό και το δεύτερο είχε φιλοσοφική χροιά. Τα κειμενικά αποσπάσματα του Χατζιδάκι είναι από τον «Καθρέφτη και το μαχαίρι», τα οποία είναι περισσότερο κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου. Το απόσπασμα από την «Γκόλφω» όμως, το έργο του Σπυρίδωνος Περεσιάδη είναι ένα κείμενο απόλυτα ερωτικό. Η επιλογή αυτού έγινε, γιατί είχα την τύχη να συμμετέχω στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, που σκηνοθέτησε ο Καραθάνος, γεγονός που αποτελεί πολύτιμη συγκυρία για όλους όσους συμμετείχαμε, και δεν μπορούσα να μην το συμπεριλάβω.

 

«Στις μέρες μας υπάρχουν πάρα πολλοί ενδιάμεσοι στον χώρο του θεάτρου, που γράφουν, διαγράφουν, καταλήγουν γρήγορα σε συμπεράσματα και διαμορφώνουν εντυπώσεις»

 

ΠτΘ: Υπήρξες δύο φορές υποψήφια για το θεατρικό βραβείο «Μελίνα Μερκούρη». Θεωρείς ότι είναι μια αναγνώριση της δουλειάς των νέων ηθοποιών;

Χ.Μ.: Στο σημείο αυτό να τονίσω ότι η υποψηφιότητά μου για το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη ήταν και τις δύο φορές για την παράσταση του Γιάννη Καλαβριανού «Παραλογές ή μικρές καθημερινές τραγωδίες». Πολλά πράγματα εξαρτώνται από τις συνθήκες, από τη συγκυρία κ.λπ. Συνήθως είναι μια καλή ευκαιρία, αν δεν κάνεις τηλεόραση και αν είσαι αρκετά νέος και πορεύεσαι μέσα από το θέατρο, για να σε γνωρίσει παραπάνω ο κόσμος και να σε δει με άλλο μάτι, ακόμα και ο κόσμος του ίδιου χώρου, και ενδεχομένως να σου εμπιστευτεί μεγαλύτερα πράγματα. Αυτό όμως είναι μία οπτική, μπορεί απλώς να σου δώσει τεράστια χαρά και εσύ να χρειαστεί να διανύσεις έναν δρόμο δύσβατο που ούτως ή άλλως θα διένυες. Είναι όλα σχετικά.

 

Εμένα μου έδωσε μεν χαρά, γιατί δεν το περίμενα, αλλά ταυτοχρόνως δυσκολία και περισυλλογή. Αρχίζεις ασυνείδητα να σκέφτεσαι λίγο διαφορετικά, να αγωνιάς να αποδείξεις ότι δικαίως σε επέλεξαν και ύστερα να αποζητάς μια διαρκή επιβεβαίωση. Γίνεσαι λίγο πιο καχύποπτος σε σχέση με το πώς λειτουργούν τα πράγματα παραθεατρικά και προσπαθείς να τα ερμηνεύσεις. Όλα αυτά βέβαια είναι ανεπαίσθητες και ασυνείδητες λειτουργίες, οι οποίες όμως αρκούν για να σε αποπροσανατολίσουν πότε πότε και να σου στερήσουν την χαρά και την καθαρότητα με την οποία ενδεχομένως δινόσουν στα πράγματα. Μετά αντιλαμβάνεσαι τη ματαιότητα όλου αυτού του μηχανισμού και προσπαθείς να εστιάσεις στη δουλειά σου, τη βελτίωση των αδυναμιών σου και την καλλιέργεια του ψυχισμού σου. Τη σήμερον ημέρα υπάρχουν πάρα πολλοί ενδιάμεσοι, και δεν μιλάω μόνο για τους δημοσιογράφους αλλά για μια τεράστια γκάμα ανθρώπων που γράφουν, διαγράφουν, καταλήγουν γρήγορα σε συμπεράσματα, διαμορφώνουν γνώμες, ενώ οι πραγματικοί αποδέκτες της δουλειάς μας είναι κυρίως ο κόσμος, το κοινό. Και στο θέατρο και στη μουσική.

 

ΠτΘ: Αγαπάς περισσότερο το θέατρο ή τη μουσική; Έχουν κάποιο αλληλοσυμπληρωματικό στοιχείο που επιδρά μέσα σου;

Χ.Μ.: Είναι σα να με ρωτάς αν προτιμάω να βλέπω με το δεξί μάτι ή με το αριστερό. Δεν μπορώ να τα διαχωρίσω, αγαπώ βαθειά και τα δύο. Και τα δύο θέλουν αφοσίωση και μελέτη. Και τόλμη. Και χιούμορ. Το πολύ βασικό αλληλοσυμπληρωματικό στοιχείο είναι η επαφή με τον κόσμο, η απεύθυνση μέσω των κειμένων, των στίχων και των μελωδιών. Και οι συναντήσεις με πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους στην προετοιμασία μιας παράστασης ή μιας συναυλίας και στην πραγμάτωσή της που σε κάνουν παρατηρητή και θαυμαστή της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

 

«Στη ρεμπέτικη μουσική τα πράγματα είναι αφτιασίδωτα, δεν είναι ούτε τυποποιημένα ούτε καμουφλαρισμένα»

 

ΠτΘ: Ξεκίνησες την πορεία σου τραγουδώντας ρεμπέτικα. Είναι μια μουσική, που δεν παράγει πλέον πολλούς καλλιτέχνες. Τι είναι αυτό που σε οδήγησε σε αυτή;

Χ.Μ.: Έχει σχέση με μια καθαρότητα και μία απλότητα, που κουβαλούν αυτά τα τραγούδια, και στη μουσική και στον λόγο. Με συγκινεί το ότι λέγονται αντρόπιαστα τα πράγματα, αφτιασίδωτα. Δεν είναι τυποποιημένα ούτε καμουφλαρισμένα. Ό,τι τους πονούσε το τραγουδούσαν, έναν έρωτα, έναν χωρισμό, μια μετανάστευση, οτιδήποτε. Και, βέβαια, όταν τραγουδάς και ξανατραγουδάς αυτά τα τραγούδια, βλέπεις και τι αγάπη υπάρχει για αυτά από τον κόσμο. Είναι κάτι αλληλένδετο, μεγαλώνει κάπως και η δική σου αγάπη, και νομίζω ότι είναι και λίγο περασμένο στο DNA μας, ο ήχος του μπουζουκιού και αυτό το μονότονο σχεδόν άκουσμα. Εγώ δεν είχα καθόλου τέτοια ακούσματα, δεν μεγάλωσα με αυτά. Παρ’ όλα αυτά τα αισθάνομαι σαν το φυσικό μου χώρο.

 

«Το οικονομικό κομμάτι της κρίσης είναι το πιο εμφανές και πρακτικό κομμάτι, όσο και αν ξέρουμε ότι η “πληγή” είναι και στο ηθικό και το κοινωνικό”»

 

ΠτΘ: Πώς αφουγκράζεται ένας καλλιτέχνης τη σημερινή κρίση στην Ελλάδα. Είναι μόνο οικονομική ή θεωρείς ότι είναι και πνευματική;

Χ.Μ.: Το οικονομικό σκέλος απλώς είναι το πιο εμφανές, είναι το «πλήγμα» στο πρακτικό κομμάτι, όσο και αν ξέρουμε ότι το ηθικό και το κοινωνικό είναι αυτά που βάλλονται περισσότερο. Κατά κάποιον τρόπο το οικονομικό είναι η αποτύπωση του όλου πράγματος. Υπερισχύει, γιατί το χρήμα πλέον αποτελεί την κινητήριο δύναμη, το καύσιμο. Άσχετα αν δεν είναι το μείζον θέμα. Κι όπως σε κάθε κρίσιμη περίοδο, όταν το έδαφος αρχίζει και κουνιέται όλες οι ανεπάρκειες και οι ελλείψεις, βγαίνουν στην επιφάνεια. Θα έλεγα ότι είναι ένα συνονθύλευμα, με άξονα την πνευματική κρίση, αυτό που μας χαρακτηρίζει κοινωνικά τα τελευταία χρόνια.

 

ΠτΘ: Θεωρείς ότι και αυτό είναι που προσπαθείς να βγάλεις μέσα από το έργο σου.

Χ.Μ.: Έχουμε μπερδευτεί οι άνθρωποι, κοιτάμε αλλού και χάνουμε την ουσία, διστάζουμε να πούμε αυτό που νιώθουμε, που θέλουμε και πιστεύουμε. Δεν στεκόμαστε σε βλέμματα και αγγίγματα. Δεν έχουμε υπομονή. Υπάρχει μια αναίτια ανυπομονησία και βιασύνη κι επιπλέον ένας ακαθόριστος φόβος-καθ’όλα περιττός- τα οποία δεν μας αφήνουν να ζήσουμε πραγματικά, να καταλάβουμε τον άλλον, να εμβαθύνουμε. Υπάρχει μία προσκόλληση στην επιφανειακή εντύπωση που αφήνουν τα πράγματα και όχι στο βίωμά τους. Είναι και όλο αυτό το πράγμα με τη φασαρία και τη βουή που υπάρχει. Μιλάμε πολύ και συχνά απερίσκεπτα. Καταλήγουμε γρήγορα σε συμπεράσματα και λέμε την άποψή μας διαρκώς. Σαν να πασχίζουμε να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας. Και ειδικά σε μια πόλη όπως η Αθήνα, η φασαρία και η μια φλυαρία στα μυαλά μας διογκώνονται. Η φύση όμως δεν είναι έτσι. Άρα ούτε και η ζωή.

 

Τυχαίνει αυτήν την περίοδο η παράσταση του Αβελάρδος και το a capella να αποτελούν τον αντίποδα σε όλο αυτό. Το κείμενο του Γιάννη, ο τρόπος που το σκηνοθέτησε αποτελούν ένα φόρο τιμής στην αξία της αγάπης και της καρτερικότητας που φέρει η ζωή. Μια επιβεβαίωση ότι το συναίσθημα αξίζει να παραμένει ζωντανό. Το a capella από την άλλη, είναι η δική μου ‘φωνή’, η πιο κοντινή στην ησυχία και τη σιωπή.

 

«Θεωρώ ότι τα δημοτικά περιφερειακά θέατρα πρέπει να συνεχίσουν την πορεία τους ακάθεκτα, με όσους ανθρώπους τα πιστεύουν και τα φροντίζουν»

 

ΠτΘ: Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει μια μεγάλη κουβέντα σε ό,τι αφορά τα δημοτικά περιφερειακά θέατρα. Ποια είναι η άποψή σου αναφορικά με τη χρησιμότητά τους;

Χ.Μ.: Πιστεύω ότι πρέπει να συνεχίσουν την πορεία τους ακάθεκτα, με όσους ανθρώπους τα πιστεύουν και τα φροντίζουν, ακόμα και αν αυτοί είναι πέντε άνθρωποι. Καταλαβαίνουμε όλοι ότι αυτό, από οικονομικής άποψης είναι απαγορευτικό, έχει μεγάλο κόστος και ψυχικό κόπο. Παρ’ όλα αυτά, επειδή η προσφορά τους είναι τεράστια, γιατί είναι απαραίτητο να υπάρχουν κοιτίδες πολιτισμού παντού, θεωρώ ότι πρέπει να βοηθηθούν από την πολιτεία. Αυτό που ακούγεται τετριμμένο, σε αυτή την περίπτωση ισχύει εκατό τοις εκατό. Στην Αθήνα λίγο ξεχνιόμαστε και νομίζουμε ότι είμαστε στο κέντρο της Ελλάδας και, καμιά φορά, ακόμα και στο κέντρο του κόσμου. Αυτό είναι μια μεγάλη παγίδα γιατί τα πράγματα εκτός Αθηνών μπορεί να είναι πολύ πιο ειλικρινή, γόνιμα και ανθηρά.

 

Τα επαγγελματικά σχέδια της Χριστίνας Μαξούρη για το προσεχές διάστημα

 

Τις επόμενες μέρες θα βρεθούμε στην Καβάλα με τον «Αβελάρδο και την Ελοΐζα» (20,21,22.3)και εγώ θα μείνω λίγο παραπάνω γιατί θα κάνω το a capella στο Σύλλογο Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Δράμας ( 23.3,στις 20:00). Έπειτα, υπάρχει ένα μικρό κενό και το Πάσχα θα πάμε στο Στρασβούργο με την παράσταση «Ζ», που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο την περίοδο 2012-13. Μετά το Πάσχα θα πάμε με τον «Αβελάρδο και την Ελοΐζα» στη Θεσσαλονίκη για τέσσερα τετραήμερα και ενδιαμέσως εγώ θα κατεβαίνω στην Αθήνα γιατί έχω δύο βραδιές a capella στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, 22 και 29 Απρίλη. Στις 29 Απρίλη θα είμαστε πάλι με τη Μαρία Παπαγεωργίου, όπως πριν ενάμιση μήνα.

 

A capella, ένα κυριολεκτικό και εσωτερικό ταξίδι

 

Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά πέρσι σε ένα μπαρ στο κέντρο της Αθήνας με συνοδοιπόρο τη ραδιοφωνική παραγωγό Όλγα Λασκαράτου. Συνέχισε στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, με καλεσμένους τον Φοίβο Δεληβοριά, τον Νίκο Ξυδάκη και τον Απόστολο Ρίζο και φέτος ξεκίνησε μια περιοδεία, η οποία πέρασε από Πτολεμαΐδα, Θεσσαλονίκη (με καλεσμένους την Ηλέκτρα Μηλιάδου: τσέλο, βιόλα ντα γκάμπα και τον Πάνο Λαμπρόπουλο: νέυ, γιουκαλίλι, ακκορντεόν), Πάτρα (με καλεσμένη τη Ματούλα Ζαμάνη), Καλαμάτα (με καλεσμένη τη Σοφία Ευκλείδου: τσέλο) και Λευκάδα. Στη συνέχεια έγιναν δύο στάσεις στο ΚΕΤ, με καλεσμένες τη Ματούλα Ζαμάνη και τη Μαρία Παπαγεωργίου, και μετά πήγα στο Λονδίνο (Soas University) και στο Παρίσι ( Maison d’Europe et d’Orient). Ήταν πολύ μεγάλο ταξίδι, και εντός μου και κυριολεκτικά.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.