Χολη – οξος – υβρεις κατα του Οικουμενικου μας Πατριαρχειου
Αναίρεση ανιστόρητων και επικίνδυνων θέσεων – λέξη προς λέξη – του τέως Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας σε βάρος του μαρτυρικού και δοκιμαζόμενου Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Ο λαός της Θράκης είναι ένθερμος υποστηρικτής της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και του πατριώτου Μητροπολίτου μας κ. Δαμασκηνού. O κ. Σαρτζετάκης αστόχησε και … βρήκε πόρτες κλειστές στη Θράκη μας.
Συχνά τον τελευταίο καιρό κατηγορούμε τους Τούρκους ή τους Ρώσους ότι πολεμούν και υπονομεύουν το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, αλλά τα όσα είπε δημόσια ο αξιότιμος κ. τέως Πρόεδρος στην αίθουσα της Νομαρχίας Ροδόπης καθώς και με τα γραφόμενά του στην απάντησή του (ΧΡΟΝΟΣ, 29-3-06), προς το Μητρ. κ. Δαμασκηνό, αποδεικνύεται περίτρανα ότι το Πατριαρχείο μας κινδυνεύει περισσότερο από εμάς τους Έλληνες και όχι από τους αλλοεθνείς ή τους αλλοθρήσκους.
Ο αξιότιμος πρόεδρος στα γραφόμενά του συνεχώς επικαλείται την ανάγκη εκμάθησης της δήθεν «αληθινής ιστορίας», όπως μονόπλευρα τη διαβάζει ο ίδιος, αλλά και ότι αδιαφορεί, όπως ισχυρίζεται, για τις απόψεις εμπαθών και ανιστόρητων. Ποιος είναι εμπαθής και ανιστόρητος θα το δούμε παρακάτω. Με τον τρόπο αυτό απαντά στον Μητροπολίτη μας για την άκρως δικαιολογημένη, όπως θεωρούν οι συμπολίτες μας, αντίδρασή του, την οποία εξέφρασε με ανοικτή επιστολή του προς τον τέως πρόεδρο, αναφορικά με τα υβριστικά γραφόμενά του, τόσο προς το θεσμό του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, όσο και προς το πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχου μας.
Ας δούμε όμως τι ισχυρίζεται και τι πρεσβεύει ο αξιότιμος και επί παντός του επιστητού λαμβάνων θέση κ. Σαρτζετάκης.
Πριν απ’ όλα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο γράφων υπήρξε αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς των λεχθέντων υπό του κ. Σαρτζετάκη στην αίθουσα της Νομαρχίας, μόνο κατά το μέρος της επιστημονικής εισηγήσεώς του που αφορούσε στην εμπαθή και ανιστόρητη – θα το καταδείξουμε παρακάτω – τοποθέτησή του για το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, καίτοι είχε προσκληθεί να ομιλήσει ως καταξιωμένος – ουδείς το αμφισβητεί – νομικός και τέως ανώτατος δικαστικός (αρεοπαγίτης) για την επικείμενη αναθεώρηση του Ελληνικού Συντάγματος. (Ο γράφων, έφυγα αμέσως μετά τα όσα είπε δημοσίως κατά του Πατριαρχείου και πριν ολοκληρώσει την ομιλία του). Αντί τούτου, σε κάποιο σημείο, ο τέως πρόεδρος ομίλησε ουχί ως νομικός, αλλά ως θεολόγος, Εκκλησιαστικός Ιστορικός και Κανονολόγος, που δεν είναι, και εστράφη με ανοίκειο και προσβλητικό τρόπο κατά του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, το οποίο εσχάτως βάλλεται πανταχόθεν. (Βλ. Γκρίζοι λύκοι, Ρώσοι,…)
Στο φύλλο της 29ης Μαρτίου 2006 της εφημερίδας «Ο Χρόνος» ο κ. Πρόεδρος επαναλαμβάνει εν περιλήψει, αμετανοήτως – δεν τρέφω ψευδαισθήσεις ότι θα άλλαζε τις απαράδεκτες θέσεις του – τα όσα εμπαθή και υβριστικά εκστόμισε στην αίθουσα της Νομαρχίας κατά του Φαναρίου, και ταύτα ως απάντηση στην επιστολή του Μητροπολίτου μας. Φαίνεται ότι διεκδικεί το «αλάθητο» και ομιλεί «ελαφρά τη καρδία». Ο δε αξιότιμος τέως Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κ. Κρουσταλλάκης ευρέθη να του απαντήσει ότι εκείνος τουλάχιστον δεν συμφωνεί με τα όσα υπεστήριξε ο κ. Σαρτζετάκης κατά του Πατριαρχείου μας σχετικά με το ζήτημα των Νέων Χωρών. Κατά τα λοιπά, «άκρα του τάφου σιωπή». Ευτυχώς που ευρέθη ένας Δαμασκηνός να τα πει έξω από τα δόντια, γι’ αυτό και οι Θράκες τον στηρίζουν.
Συγκεκριμένα, βάσει της δημοσιευθείσας στο «ΧΡΟΝΟ» (29-3-2006) απαντήσεώς του, ο αξιότιμος κ. Σαρτζετάκης επιτέθηκε με ειρωνικό, προσβλητικό και ανοίκειο ύφος, αλλά και απαράδεκτες εκφράσεις κατά του Μητροπολίτου μας κ. Δαμασκηνού, ο οποίος ως Έλλην Ορθόδοξος Ιεράρχης, που ποιμαίνει επαρχία των «Νέων χωρών» – αλλά και κάθε επίσκοπος θα έπραττε ή όφειλε να πράξει το ίδιο – έπραξε το απολύτως αυτονόητο και δικαιολογημένο και απήντησε όπως έπρεπε, χωρίς φόβο και πάθος, αλλά και με ευπρέπεια προς τον αξιότιμο τέως πρόεδρό μας.
Αλήθεια, τι περίμενε ο αξιότιμος κ. Σαρτζετάκης από τον Μητροπολίτη μας κ. Δαμασκηνό, στην επισκοπική έδρα του οποίου είπε – όσα είπε – εναντίον του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου; Να σκύψει το κεφάλι και να τα δεχθεί; Η δε φρασεολογία του για το πρόσωπο του Μητροπολίτου μας είναι επιεικώς αδικαιολόγητη και λίαν απαράδεκτη και προσβλητική. Η δε τραγική ειρωνεία της υποθέσεως είναι ότι ο ευγενής κ. Σαρτζετάκης φαίνεται από τα όσα γράφει στην απάντησή του ότι ενοχλήθηκε από το ύφος της επιστολής του Μητροπολίτου μας, ο οποίος όμως, ούτε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, ούτε υπονοούμενα, ούτε ύβρεις κατά του προσώπου του εχρησιμοποίησε. Αντιθέτως, ο κατά τα λοιπά ευγενής κ. τέως πρόεδρος γράφει για το Σεβασμιώτατο, τον οποίο υποτιμητικά αποκαλεί «επιστολογράφο», ότι «οι μομφές εναντίον του είναι παραληρηματικές». Δηλαδή ούτε λίγο – ούτε πολύ γράφει ότι ο Μητροπολίτης παραληρεί. Ο καθένας δύναται εκ του ασφαλούς να συγκρίνει το ύφος και το περιεχόμενο των δύο δημοσιευθέντων επιστολών και να εξάγει αβίαστα τα συμπεράσματά του. Ποιος άραγε είναι ο εμπαθής και ο απρεπής; Φίλοι αναγνώστες, μπορείτε να κρίνετε μόνοι σας.
Είναι παντελώς μετέωρο και φθηνό το επιχείρημα του αξιοτίμου κ. Σαρτζετάκη ότι, όπως γράφει, κατά λέξη «δεν κατεφέρθην κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας…. Ανεφέρθην μόνον εις την θλιβεράν ανθελληνικήν πολιτείαν του Πατριαρχείου…». Μα, προς τι η έκπληξη του κ. Προέδρου για τα γραφόμενα του Μητροπολίτου; Ο Σεβασμιώτατος γι’ αυτό διαμαρτύρεται, διότι ακριβώς ο κ. Πρόεδρος με τις πρωτοφανούς μένους φράσεις και αναφορές του προσβάλλει κατάφορα το Φανάρι.
Τι υπονοεί άραγε ο τέως πρόεδρος με τα γραφόμενά του; Μήπως ότι η Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι Ορθόδοξη Εκκλησία; Όταν κάποιος στρέφεται κατ’ αυτόν τον ανοίκειον τρόπο εναντίον του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, που είναι η Μητέρα μας Εκκλησία, τότε εναντίον τίνος στρέφεται; Μήπως θεωρεί ο αξιότιμος κ. Πρόεδρος ότι απευθύνεται σε (διαλυμένο σωματείο; Μάλλον έχει λησμονήσει ηθελημένα ότι απευθύνει μομφές σε έναν θεσμό 17 αιώνων, αλλά και στο πρόσωπο του Οικουμενικού μας Πατριάρχου, που είναι θεσμός, όπως και ο ίδιος ως πρόσωπο υπήρξε ο ενσαρκωτής του θεσμού του προέδρου της Δημοκρατίας (1985-1990).
Φρόνιμον θα ήτο ο τέως πρόεδρος να σέβεται τους θεσμούς και να προσέχει πώς ομιλεί και γράφει γι’ αυτούς. Οι άνθρωποι αναδεικνύουν ή διαλύουν τους θεσμούς.
Τι λογική είναι αυτή που επιτρέπει, τις ύβρεις εναντίον του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου; Αφού δηλαδή δεν υβρίζουμε αφηρημένα και αόριστα την Ορθόδοξη Εκκλησία, δυνάμεθα και μας επιτρέπεται να καθυβρίζουμε το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο;
Αυτή η λογική επιχειρηματολογία εκφράζει μόνον τις θέσεις του κ. Προέδρου. Ουδείς άλλος εχέφρων άνθρωπος τις ασπάζεται.
Ας έλθουμε τώρα στις περισπούδαστες – καίτοι αδιαλείπτως επαναλαμβανόμενες – αντιπατριαρχικές θέσεις του κ. Προέδρου, όπως δημοσιεύονται στην απαντητική του επιστολή (ΧΡΟΝΟΣ, 29-3-2006).
1ον- Ο αξιότιμος κ. Πρόεδρος χαρακτηρίζει ως «ανθελληνική την πολιτεία» του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου κατά τη διάρκεια και μετά την επανάσταση του 1821. Επειδή δε ο κ. Σαρτζετάκης κάνει λόγο και για «εκκλησιαστικούς αφορισμούς» του πατριαρχείου στους αγωνιστές του 1821, θα πρέπει να γνωρίζει ή να το μάθει, αν δεν το γνωρίζει, ο μελετητής της δικής του ιστορίας κ. τέως πρόεδρος, ότι ο Πατριάρχης Άγιος Γρηγόριος ο Ε (+1821), τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας που υπέγραψε – για τα μάτια των Οθωμανών – τον αφορισμό της ελληνικής επαναστάσεως προέβη και στην επίσημη εκκλησιαστική άρση του αφορισμού. Σημειωτέον δε ότι ο Άγιος Γρηγόριος ως Πατριάρχης και Εθνάρχης του Γένους μας, όπως διδάσκει η επίσημη ιστορία, είχε σχέσεις με τη Φιλική Εταιρεία που ετοίμασε την επανάσταση και γι’ αυτό ημέρα Κυριακή του Πάσχα απαγχονίστηκε από τους Οθωμανούς.
Λησμονεί ή μάλλον θέλει ν’ αποσιωπήσει ο αξιότιμος κ. Πρόεδρος ότι το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο προσέφερε ως θυσία το αίμα και τη ζωή στο βωμό του Γένους μας, του ρωμαίικου, 12 Οικουμενικών Πατριαρχών, δεκάδων Μητροπολιτών και Επισκόπων του Πατριαρχείου, αλλά και εκατοντάδων κατωτέρων κληρικών και μοναχών.
Το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο για περισσότερα από 400 έτη σκληρής, βάρβαρης και απάνθρωπης σκλαβιάς υπήρξε η κραταιά κιβωτός του Γένους μας και διαφύλαξε πίστη, εθνική ταυτότητα, γλώσσα, ήθη και έθιμα. Πολύ εύκολα και «ελαφρά τη καρδία» ο τέως πρόεδρος διαγράφει αυθαίρετα και «παραληρηματικά» – για να χρησιμοποιήσω δική του λέξη της απαντήσεώς του προς τον αγωνιστή Μητροπολίτη κ. Δαμασκηνό – την ένδοξη και μαρτυρική ιστορία και προσφορά του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου.
Επειδή δε επικαλείται συνεχώς και με αλαζονική διάθεση υποδείξεως την εκμάθηση της «αληθινής ιστορίας», όπως ο ίδιος τη διαβάζει, θέτουμε το εύλογο ερώτημα: Κύριε πρόεδρε, η δική σας αληθινή ιστορία αναφέρει τα παραπάνω; Αν δεν τα αναφέρει, είναι παραμύθι για αδαείς. Αν πάλι τα αναφέρει, τότε αφού δεν τα αποδέχεσθε, δεν είστε αντικειμενικός στις κρίσεις σας, αλλά κινείσθε από εμπαθή ελατήρια και προσωπικό μένος εναντίον του Πατριαρχείου. Ίσως βέβαια και να τα αγνοείτε. Τελικά, προς τι τόσο μένος;
2ο Ο αξιότιμος κ. Σαρτζετάκης, βάσει των γραφομένων του, είναι οπαδός της γνωστής θέσεως που δικαιολογεί την αντικανονική και πραξικοπηματική αυτονακήρυξη του «αυτοκέφαλου» της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) από τους ξενόφερτους Βαυαρούς του Όθωνος. Τις απόψεις αυτές είχαν καλλιεργήσει – προεπαναστατικά – ο δυτικόπληκτος άθεος αρνητής της ιστορίας του βυζαντίου και της προσφοράς του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου Αδαμάντιος Κοραής και μετεπαναστατικά ο μετέπειτα επικατάρατος οπαδός του «κοραϊσμού» και άτιμος συνεργάτης της βαυαρικής αντιβασιλείας αρχιμ. Θεόκλητος Φαρμακίδης – μας φαρμάκωσε ο αντιπατριαρχικός προδότης – αλλά και οι ίδιοι οι ανθέλληνες και εχθροί του Φαναρίου Βαυαροί.
Με εθνοφυλετικά κριτήρια οδηγήθηκαν παρασυρμένοι οι τότε ελλαδίτες ιεράρχες από το Φαρμακίδη και τους Βαυαρούς του Όθωνος στην αντικανονική απόσχιση των ελευθέρων επαρχιών της Ελλάδος και στην πραξικοπηματική αυτοανακήρυξη της σχηματικής Ελλαδικής Εκκλησίας, που έδωσε το κακό παράδειγμα και την αφορμή στους ανθέλληνες εθνικιστές Βουλγάρους να ιδρύσουν αντικανονικά την εθνοφυλετική (εθνικιστική) σχισματική βουλγαρική εξαρχία. Ο δε εθνοφυλετισμός των Βουλγαροεξαρχικών κατεδικάσθη ομοφώνως ως αίρεση κατά τη Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1872.
Όσον αφορά τις «καισαροπαπικές» απόψεις του αξιότιμου κ. Σαρτζετάκη, ότι η ελληνική πολιτεία – Βασίλειον της Ελλάδας – (Βαυαροί), δικαίως και δικαιωματικώς προέβη στην «ανακήρυξη» του αυτοκεφάλου της ελλαδικής εκκλησίας, θα πρέπει ο τέως πρόεδρος να γνωρίζει ότι στην Ορθόδοξη κατ’ Ανατολάς Εκκλησία του Χριστού είναι Εκκλησιαστική παράδοση αιώνων και μοναδικό εκκλησιαστικό προνόμιο του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου ν’ αναβιβάζει – μόνον αυτό – μια τοπική Εκκλησία σε ημιαυτόνομη, αυτοκέφαλη ή σε πατριαρχείο. Το ιδιαίτερο αυτό προνόμιο ανήκει μόνο στο Οικουμενικό μας Πατριαρχείο και όχι στην κάθε τυχαία πολιτική ηγεσία του οιουδήποτε κράτους.
Το προνόμιο τούτο του Φαναρίου επί αιώνες γίνεται αποδεκτό από όλες τις Ορθόδοξες κατά τόπους εκκλησίες και μόνο ο κ. Σαρτζετάκης το αμφισβητεί. Αδιάφορον είναι για όλους μας τι θέλει και τι επιθυμεί ο αξιότιμος κ. τέως Πρόεδρος.
Για το θέμα του αυτοκέφαλου της Ελλαδικής Εκκλησίας προτρέπουμε τους ενδιαφερόμενους να μελετήσουν τα συγγράμματα του αειμνήστου λογίου Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, ο οποίος αγωνίσθηκε υπέρ του Πατριαρχείου και κατέδειξε την αισχρή προδοσία του Θεοκλήτου Φαρμακίδη και των Βαυαρών.
3ο. Ο αξιότιμος κ. Σαρτζετάκης στην απαντητική του επιστολή (ΧΡΟΝΟΣ, 29-3-2006), προς τον Σεβ. Άγιο Μαρωνείας κ. Δαμασκηνό προτείνει την κατάργηση της από αιώνων εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου επί των εκκλησιαστικών επαρχιών των «Νέων Χωρών», της Δωδεκανήσου και της Κρήτης, που μέχρι θανάτου επιθυμούν να παραμείνουν υπό τη δικαιοδοσία του Φαναρίου. (Ευτυχώς, Δόξα τω Θεώ, με μεγαλοψυχία άφησε το Άγιον Όρος υπό την δικαιοδοσία του Φαναρίου). Συγχρόνως προτείνει εν όψει της αναθεωρήσεως του Ελληνικού Συντάγματος την κατάργηση του Πατριαρχείου και Συνοδικού Τόμου του 1850 διά του οποίου το Φανάρι παρεχώρησε το έτος 1850 επί κανονικών βάσεων το αυτοκέφαλο στην μέχρι τότε σχισματική ελλαδική εκκλησία, αλλά και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του έτους 1928 περί των λεγομένων «Νέων Χωρών».
Τα δύο αυτά Πατριαρχικά εκκλησιαστικά κείμενα έχουν συνταγματική ισχύ στο σύνολο του περιεχομένου τους και καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να τροποποιήσει το περιεχόμενό τους, παρά μόνο το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο.
Όλες οι Ελληνικές κυβερνήσεις, από το 1974 μέχρι και σήμερα, παραμένουν σταθερές στο σεβασμό των δύο παραπάνω εκκλησιαστικών κειμένων και στην συνταγματική κατοχύρωση του όλου περιεχομένου τους.
Πρέπει, χάριν της ιστορίας, να αναφέρουμε ότι δύο μόνο αρχιεπίσκοποι Αθηνών επρότειναν την κατάργηση ή την τροποποίηση των δύο αυτών εκκλησιαστικών κειμένων. Ο ένας ήταν ο αρχιεπίσκοπος της Χούντας Ιερώνυμος (1967-1973) και ο Αθηνών Χριστόδουλος, οι οποίοι απέτυχαν παταγωδώς. Η δε προσπάθειά τους είχε ως αντικειμενικό προδοτικό στόχο την ίδρυση Πατριαρχείου Αθηνών και πάσης Ελλάδος για να αφαιρεθούν οι επαρχίες των Νέων Χωρών, Δωδεκανήσου και Κρήτης από το Πατριαρχείο και να υπαχθούν στην Ελλαδική Εκκλησία. Τέτοια προτείνει με την πρότασή του ο αξιότιμος κ. Σαρτζετάκης; Σαφέστατα πάντως προτείνει την αφαίρεση της Κρήτης, της Δωδεκανήσου και των Νέων Χωρών από το Πατριαρχείο. Θα πρέπει όμως να γνωρίζει ο τέως Πρόεδρος ότι κάτι τέτοιο από την πλευρά της Ελλάδος θα ήταν η οριστική «Ταφόπλακα» για το Πατριαρχείο, το οποίο ευρίσκει σε όλες αυτές τις περιοχές το ποίμνιο που έχει ανάγκη και τους Ιεράρχες του. Εμείς δε θα γίνουμε νεκροθάφτες της μάνας μας εκκλησίας.
Ο υπέρμαχος πατριώτης και υπερασπιστής του ελληνισμού, πώς εννοεί την υπεράσπιση του ελληνισμού, που τόσο συχνά επικαλείται στα γραφόμενά του; Μήπως με τον αφανισμό του Πατριαρχείου; Ένα έχουμε να πούμε επ’ αυτού: Ο κ. Σαρτζετάκης χαρακτηρίζει το Πατριαρχείο ως «ανθελληνικό». Απάντηση: ανθελληνικό δεν είναι το μαρτυρικό και δοκιμαζόμενο, πατριαρχείο μας, όπου κτυπά η καρδιά της Ρωμιοσύνης αλλά οι πολέμιοι και οι υπονομευτές του, κληρικοί και λαϊκοί, διότι αληθής έλλην είναι εκείνος που το υπερασπίζεται και αγωνίζεται για τα απαράγραπτα δίκαιά του από σφετεριστές και μωροφιλόδοξους κληρικούς, Έλληνες και αλλοεθνείς (βλ. Ρώσους).
Λησμονεί ακόμη ο αξιότιμος κ. Πρόεδρος το προφανές: Η Ελλαδική Εκκλησία στη σύνοδο της Ιεραρχίας (Μάιος 2004), ύστερα από το επιτίμιο της «ακοινωσίας» που δικαιολογημένα επέβαλε το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο «εν συνόδω διευρυμένη» (Απρίλιος 2004) στον Αρχιεπίσκοπο και την Ελλαδική Εκκλησία, απεφάσισε μετανοούσα και πανηγυρικώς ότι αναγνωρίζει ως απολύτως ισχύοντες όλους – όλους τους όρους της πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 περί των Νέων Χωρών και τα επ’ αυτών απαράγραπτα πνευματικά και εκκλησιαστικά δικαιώματα του Φαναρίου. Οι σφετεριστές μετενόησαν τελικώς.
Ισχυρίζεται ο αξιότιμος κ. Πρόεδρος ότι επειδή σε κανένα άλλο κράτος δεν ισχύει αυτά η τετραμερής εκκλησιαστική διαίρεση, θα πρέπει να καταργηθεί και στην Ελλάδα η εκκλησιαστική δικαιοδοσία και παρουσία του πατριαρχείου μας. Όσον αφορά το παραπάνω, αρχικώς, έχουμε ν’ απαντήσουμε ότι τους Έλληνες ποσώς τους ενδιαφέρει τι ισχύει στ’ άλλα κράτη, διότι οι άνθρωποι της ελληνικής επικράτειας, που μέχρι το 1850 ανήκαν στο Πατριαρχείο, έχουν ακατάλυτους ιστορικούς και πνευματικούς δεσμούς με το Φανάρι, τους οποίους δεν τους ευρίσκει κανείς σε κανένα άλλο ορθόδοξο κράτος.
Το ότι η Στερεά Ελλάδα, η Πελοπόννησος, τα Ιόνια νησιά και η Θεσσαλία ανήκουν στην Ελλαδική Εκκλησία δε σημαίνει, ούτε και συνεπάγεται ότι οι κάτοικοι των επαρχιών αυτών θα πρέπει να είναι εχθροί, υπονομευτές και αγνώμονες έναντι του Πατριαρχείου. Όλοι αυτοί αν δεν ήταν το Φανάρι, θα φορούσαν ακόμη τούρκικο φέσι και φερετζέδες. Με την καινοφανή αυτή επιχειρηματολογία μήπως θα πρέπει να απαρνηθούμε και τους ιστορικούς και πνευματικούς δεσμούς μας και με τα ελληνορθόδοξα πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, που ευρίσκονται εκτός της Ελληνικής επικρατείας; Αυτά όλα είναι ένας άκρατος «Ελλαδικός Επαρχιωτισμός» που στραγγαλίζει τον ελληνισμό εντός των ορίων της Ελλάδος. Άλλοι λαοί, εάν διέθεταν έναν θεσμό 17 αιώνων, όπως είναι το Ρωμαίικο Πατριαρχείο μας, θα αγωνίζονταν με «δόντια και με νύχια» για το διατηρήσουν ζωντανό κι εμείς θέλουμε να τον θάψουμε. Αυτή είναι η δήθεν «αληθινή ελληνική ιστορία» που υποδεικνύει ο κ. πρόεδρος να εκμάθουμε; Αν ναι, τότε απαντούμε ότι τέτοια ιστορία του την χαρίζουμε και αρνούμεθα μέχρι τέλους να γίνουμε οι σύγχρονοι Ιούδες του Πατριαρχείου μας. Οι Ιούδες είναι για την κρεμάλα και όχι για το Φανάρι.
4ο Το αποκορύφωμα των γραφομένων του αξιοτίμου κ. τέως Προέδρου φθάνει μέχρι του σημείου της καθυβρίσεως του ιδίου του προσώπου του Οικουμενικού Πατριάρχου μας. Για πρώτη φορά στα ιστορικά δεδομένα της χώρας μας τέως πρόεδρος της Ελληνικής δημοκρατίας αναφορικά με το εκκλησιαστικό καθεστώς των «Νέων Χωρών» υβρίζει ευθέως τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Ιδού τι γράφει: «Το υφιστάμενον παράλογον καθεστώς… υφίσταται μόνον προς ικανοποίησιν ευτελών επιδιώξεων διοικητικής πρωταρχίας μωροφιλόδοξων και αλαζόνων εκκλησιαστικών ηγετών» (ΧΡΟΝΟΣ, 29-3-2006). Ακούσατε, ακούσατε: Ο τέως πρόεδρος χαρακτηρίζει τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως «μωροφιλόδοξο» και «αλαζόνα». Αγαπητοί αναγνώστες, το δικό μας σχόλιο είναι περιττό. Τα σχόλια και οι κρίσεις είναι δικά σας. Όπου δεν υπάρχουν επιχειρήματα, υπάρχουν ύβρεις…
Τέλος, όσον αφορά την συμβουλή του κ. Σαρτζετάκη να διαβάσουν οι έλληνες το βιβλίο του κ. Παναγιώτατου Φούγια «Φανάρι – Αθήνα, παραλειπόμενα», Θεσσαλονίκη 2006, απαντούμε: Το έχουμε διαβάσει αυτό το βιβλίο, το οποίο γράφει ακριβώς όσα γράφει και ο ίδιος σε βάρος του Πατριαρχείου. Τέτοια βιβλία είναι ελάχιστα και χαρακτηρίζονται από εμπάθεια και μένος εναντίον του Πατριαρχείου. Όλοι αυτοί ας διαβάσουν τους χιλιάδες τόμους που καταγράφουν τις θυσίες, την προσφορά και τα μαρτύρια του Πατριαρχείου μας για το καλό του Γένους μας και ας σιωπήσουν. Όσον αφορά την ανιστόρητη και μετέωρη άποψη του αξιότιμου κ. Προέδρου ότι κατά την περίοδο του βυζαντίου δεν υφίσταντο σχέσεις «Συναλληλίας» μεταξύ κράτους και εκκλησίας, ένα έχουμε να πούμε: οι ενδιαφερόμενοι να διαβάσουν τους διαπρεπείς βυζαντινολόγους Οstrogovsky, Ράνσιμαν, Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ κ.α. ώστε να πληροφορηθούν ότι όντως η αρχή της «συναλληλίας» υπήρχε, παρά τις όποιες μεμονωμένες περιπτώσεις αυθαίρετων παρεμβάσεων του αυτοκράτορος στα της Εκκλησίας. Είπα να διαβάσουν βυζαντινολόγους και όχι νομικούς. Φίλοι αναγνώστες, ο Μητροπολίτης μας κ. Δαμασκηνός εκράτησε υψηλά την τιμή της Θράκης και στις ύβρεις του τέως προέδρου δεν έσκυψε την κεφαλή, αλλά απάντησε. Είμαστε όλοι μαζί του πλην ελαχίστων γνωστών σ’ εμάς και στο πατριαρχείο κληρικών και λαϊκών που ασπάζονται τέτοιες απόψεις κατά του Πατριαρχείου. Έχουν γνώση οι φύλακες… Το Πατριαρχείο σαν τα μάτια μας. Το Φανάρι έζησε, ζει και θα ζήσει.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
