Χαρικλεια Φιλη, 95 ετων, κατοικος Κωνσταντινουπολης: «Ο λαος δεν φταιει, φταινε παντα οι μεγαλοι… »

«Σεπτεμβριανά» ονομάστηκαν τα γεγονότα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, όταν τουρκικός όχλος προκάλεσε βίαια επεισόδια κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης λεηλατώντας και πυρπολώντας ελληνικά καταστήματα, σπίτια, σχολεία και εκκλησίες. Αφορμή έδωσε μια βομβιστική επίθεση στο πατρικό σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, που αποδείχτηκε στην συνέχεια ότι ήταν σκηνοθετημένη από την τουρκική κυβέρνηση.

Για τα «Σεπτεμβριανά», αλλά και για την Κωνσταντινούπολη των περασμένων χρόνων μιλάμε με την 95χρονη Χαρίκλεια Φίλη, αδερφή του μακαριστού Οικουμενικού Πατριάρχη Δημήτριου, κάτοικο και σήμερα της Πόλης. Γεννημένη το 1912, έζησε την ακμή και την παρακμή των Ελλήνων την Πόλης. Γυρίζει το χρόνο πίσω και θυμάται ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές …

Για τον παππού και το ξεκίνημα της οικογένειας…

Ο παππούς μου ήταν δάσκαλος στην Πόλη. Οι δάσκαλοι δεν καλοπληρώνονταν γι’ αυτό είχε κι ένα μπακάλικο. Όταν πέθανε ο παπάς του χωριού μας, του πρότειναν να γίνει παπάς, έτσι κι έγινε. Ανέλαβε καθήκοντα Οικονόμου στην Επαρχεία Δέρκων. Ο παππούς μου απέκτησε οκτώ παιδιά και ένα από αυτά, θείος δικός μου δηλαδή, έγινε παπάς επίσης. Ήταν ο επικεφαλής που πήρε το ποίμνιό του από το χωριό Νεοχωράκι και το μετέφερε στην Νέα Καρυώτισσα Πέλλας τις κρίσιμες ώρες του ‘22. Τριάντα – τριάντα πέθαιναν στο δρόμο, υπέφεραν πολύ από ελώδεις πυρετούς. Ο μπαμπάς μου, όμως, παρέμεινε στην Πόλη, έτσι ήταν το γραφτό φαίνεται, για να γίνει ο αδερφός μου Πατριάρχης μια μέρα.

Το ξεκίνημα στην Πόλη…

Ο πατέρας μου, Παναγιώτης στο όνομα, έγινε μάγειρας σε ένα μεγάλο εστιατόριο. Εκεί έτρωγε η υψηλή κοινωνία. Όλα τα έπιπλα και τα σερβίτσια ήρθαν από την Τσεχοσλοβακία. Σε επτά χρόνια έστησε μια υγιή οικονομικά επιχείρηση. Τότε αγόρασε και το Μύλο στο χωριό για να αλέθουν όλοι τα σιτάρια τους. Μάλιστα ναύλωνε και ένα πλοίο για να μεταφέρει ξυλεία από την Οδησσό. Μια μεγάλη τρικυμία βούλιαξε το πλοίο και η ξυλεία βγήκε στην αμμουδιά, αυτό το θυμάμαι σαν τώρα.

Στο Πανηγύρι του χωριού… οι πρώτοι Τσέτες…

Μια χρονιά πήγαμε στο πανηγύρι του χωριού, στις 23 Αυγούστου. Όλες οι συγχωριανές, μαζί και η μητέρα μου, φόρεσαν τα καλά τους με όλα τα κοσμήματα,. Ένα βράδυ ήρθαν οι Τσέτες του Κεμάλ και τα πήραν όλα, μαζί και τον πατέρα μου. Τότε είπαν όλοι ότι θα τον σκοτώσουν. Μάλιστα του ζητούσαν, όπως μας είπε αργότερα, να τους πηγαίνει στα σπίτια των πλουσίων Ελλήνων και να τους φωνάζει να του ανοίξουν, φώναζε λοιπόν κι εκείνος στα ελληνικά: «Μανόλη», για παράδειγμα, «άνοιξέ μας και μην μας ανοίγεις». Το έκανε μ΄ αυτό τον τρόπο για να βοηθήσει όσους μπορούσε, να τους δώσει να καταλάβουν ότι, αν άνοιγαν την πόρτα, θα κινδύνευαν. Την άλλη μέρα τους έδειραν και τους έριξαν σε ένα λάκκο. Μετά τα κατάφερε και γύρισε κοντά μας. Χάσαμε σε ένα βράδυ όλα τα χρυσαφικά της οικογένειας.

Ο αδερφός και τα θαύματα της ζωής…

Ήμασταν πέντε αδέρφια, ένας αδερφός και τέσσερα κορίτσια. Τα δύο είναι δίδυμα, ζουν στην Αθήνα. Εγώ είμαι το τρίτο παιδί της οικογενείας. Με είχαν αφιερώσει στην Παναγιά την Μπαλουκλιώτισσα. Με είχαν «πουλήσει», όπως έλεγαν το τάμα στην Πόλη. Γεννήθηκα το 1912, ο αδερφός μου γεννήθηκε το 1914 και έγινε Οικουμενικός Πατριάρχης. Για ένα διάστημα πήγε στην Έδεσσα ως Διάκος. Πήγαινε στο εκεί Πανεπιστήμιο. Ήταν τόσο φιλεύσπλαχνος που όποιος πήγαινε και του ζητούσε βοήθεια, του έδινε ό,τι είχε και δεν είχε. Έφτασε στο σημείο να μην έχει ο ίδιος ούτε παπούτσια ούτε ρούχα για να γυρίσει στην Πόλη. Πήγε ο πατέρας μου με ρούχα για να τον ντύσει και να έρθει σπίτι μας, η μητέρα μου θα πέθαινε από τον καημό της, αν δεν τον έβλεπε. Μετά ο Αθηναγόρας τον έστειλε στην Τεχεράνη, έμεινε εκεί πέντε χρόνια. Ίδρυσε την εκκλησία και το σχολείο. Μαζί του είχε και μια αδερφή από τις δίδυμες. Ο ίδιος δίδασκε στο Πανεπιστήμιο Αρχαία Ελληνικά. Μια φορά ήταν να έρθει με άδεια στην Πόλη. Κάποιος πολύ πλούσιος του ζήτησε επιτακτικά το εισιτήριό του, λέγοντας ότι είναι μεγάλη ανάγκη να ταξιδέψει εκείνος, ο αδερφός μου τον λυπήθηκε και του το έδωσε, αργότερα έμαθε ότι το αεροπλάνο έπεσε και σκοτώθηκαν όλοι οι επιβάτες. Ήταν η θεία πρόνοια που κράτησε τον αδερφό μου στη ζωή. Το ίδιο είχε συμβεί όταν ήταν τεσσάρων ετών. Τον έστειλε σε μια δουλειά η μαμά μου, από το δρόμο δεν περνούσαν τότε πολλά αυτοκίνητα, όταν βγήκε ο αδερφός μου έξω τον παρέσυρε ένα φορτηγό, όλοι είπαν ότι σκοτώθηκε το παιδί, ότι το έλιωσαν οι ρόδες, εκείνος, όμως, δεν είχε ούτε γρατσουνιά. Και στα Θεραπειά είχε κοντέψει να πνιγεί με τη βάρκα. Όλοι είπαν ότι πνίγηκε το παιδί, αλλά εκείνος πάλι σώθηκε. Μια άλλη φορά, είχε χάσει το δρόμο και παρουσιάστηκε μια μαυροφορεμένη και τον έφερε στο σπίτι, λέγοντάς του ότι θα τον προστατεύει πάντα, είπαν ότι ήταν η Παναγία. Έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου είχε δει και τον Άγιο Καβαλάρη. Αγαπούσε πάντα να βοηθάει τους συνανθρώπούς χωρίς να κάνει καμία αναφορά, καμία κουβέντα.

Το πατριαρχείο…

Έκλαιγε και οδύρονταν, δεν ήθελε να γίνει Πατριάρχης. Όταν αρρώστησε και πέθανε ο Αθηναγόρας τον ειδοποίησαν ότι θα γίνει εκείνος Πατριάρχης, ήταν και επιθυμία του Αθηναγόρα. Έκλαιγε θεωρώντας ότι δεν ήταν άξιος. Τελικά μετά από πολλές πιέσεις δέχτηκε. Όταν πήγε στο Πατριαρχείο υπήρχε και ένα αντρόγυνο για τις δουλειές, τους καλούσε και εκείνους να καθίσουν στο τραπέζι μαζί του και να φάνε. «Εδώ είμαστε μια οικογένεια» έλεγε πάντα αφήνοντας άφωνους όλους. Έκανε 19 χρόνια Πατριάρχης. Εγώ ζούσα μαζί του.

Η συνύπαρξη που χάθηκε …

Μια φορά συγκέντρωσαν τους εικοσάχρονους μη μουσουλμάνους και τους πήραν για 1,5 χρόνο στα Στρατόπεδα βαθιά στην Ανατολή. Εκεί τους έλεγαν: «Ξεχάστε την Πόλη, ξεχάστε την οικογένειά σας, εδώ θα μείνουν τα κόκαλά σας». Ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για όλες τις πληθυσμιακές ομάδες που δεν ήταν μουσουλμάνοι. Το δεύτερο ήταν η θέσπιση του Φόρου Περιουσίας που επιβάλανε, «βαρλίκι», όπως το λέγανε κι αυτό έπληξε τους μη μουσουλμάνους. Ήταν δυσβάσταχτος φόρος. Όσοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν πήγαιναν πάλι στα βάθη της Ανατολής. Ο Έλληνας παντού επιβιώνει. Ήταν έξυπνοι άνθρωποι. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρόσφυγες βοήθησαν την Ελλάδα να αναπτυχθεί. Εμείς με τους Τούρκους, με τον απλό κόσμο τα πηγαίναμε καλά. Ο λαός δεν φταίει, φταίνε πάντα οι μεγάλοι…

Οι δυσκολότερες στιγμές… τα Σεπτεμβριανά…

Όταν έγιναν τα Σεπτεμβριανά, ο άνδρας μου είχε έναν μαθητή στο σχεδιαστήριο επίπλων, ο πατέρας του μας προειδοποίησε ότι κάτι κακό θα συνέβαινε. Μάλιστα τον προέτρεψε, επειδή πολλή κουβέντα γινόταν για την Κύπρο, φοβούμενος μην γίνει κάποια αναταραχή, να πάρει την οικογένειά του και να πάει να μείνει μαζί τους. Ο άντρας μου είπε: «Δεν είμαστε μόνο εμείς, έχω τα αδέρφιά μου, έχω τους γονείς μου. Αν σωθώ μόνο εγώ και χαθούν οι άλλοι, τι θα την κάνω τη ζωή;» Τον ευχαρίστησε. Όλοι ήξεραν ότι κάτι κακό σχεδιάζεται. Στα τζαμιά ορκίστηκαν ότι δεν θα το πούνε πουθενά. Ήταν σχέδιο προετοιμασμένο από καιρό. Ήρθαν με ρόπαλα και έσπασαν τα πάντα. Όταν έγιναν τα γεγονότα οι δρόμοι όλοι ήταν γεμάτοι με λάδια, βούτυρα, ρύζια. Καταστράφηκαν τα καταστήματα των Ελλήνων και κοντά σ΄ αυτά και των Εβραίων. Έκλεβαν, έμπαιναν στα σπίτια και φώναζαν: «Απίστων σπίτι υπάρχει εδώ;» και αν το έβρισκαν έσπαζαν, ρήμαζαν και βίαζαν. Μετά κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος και ησύχασαν τα πράγματα.

Οι Τούρκοι γείτονες και η δική τους σωτήρια βοήθεια…

Είχαμε τα φώτα σβησμένα, ήμασταν τρομοκρατημένοι. Με φώναξε η διπλανή: «Μαντάμ Χαρίκλεια, άναψε τα φώτα όλα, βάλε και τη σημαία στο παράθυρο και μην φοβάσαι, εμείς είμαστε εδώ. Μάζεψε τα παιδιά της, έβαλε μια κουρελού στην πόρτα και τα άφησε εκεί να παίζουν. Πέρασαν από εκεί και ρώτησαν: «Απίστου σπίτι υπάρχει εδώ;». «Δόξα τω Θεώ, όλοι μας είμαστε μουσουλμάνοι» απάντησε εκείνη και μας γλίτωσε η γειτόνισσά μας. Ένας άλλος Τούρκος πάλι δούλευε λούστρος στην εκκλησία που ήταν ο αδερφός μου, των Δώδεκα Αποστόλων. Η μαμά μου τον λυπόταν και τον φώναζε δίνοντάς του άλλοτε φαγητό κι άλλοτε δουλειά. Τον άφηνε μάλιστα να αφήνει και την κασέλα του εκεί. Τον είχε βοηθήσει με χρηματικό ποσό ο αδερφός μου, πράγμα που εκτιμήθηκε πολύ στα «Σεπτεμβριανά». Ο λούστρος και οι φίλοι του δεν άφησαν κανέναν να πλησιάσει στην εκκλησία. Ήταν η μόνη που έμεινε όρθια και δεν ισοπεδώθηκε από την μανία του όχλου.

Η διασκέδαση και η Πολίτικη κουζίνα…

Κάναμε βεγγέρες. Κάθε Κυριακή μαζευόμασταν σε ένα σπίτι. Ο κάθε ένας κουβαλούσε γλυκά και φαγητά και έτσι περνούσαμε παρέα όλοι μαζί, με φαγητό, χορό, τραγούδι και κουβέντες. Η κουζίνα μας ήταν πολύ πλούσια. Ο αδερφός μου έλεγε πάντα: «Αχ βρε Χαρίκλεια πότε πρόλαβες και τα ετοίμασες όλα;». Κάναμε πολλά τραπέζια, ακόμη και τώρα θυμούνται τα φαγητά μου, εγώ τα έχω ξεχάσει.

Οι σχέσεις με τους εναπομείναντες Έλληνες…

* Έχουμε συλλόγους και βοηθά και στηρίζει ο ένας τον άλλον. Είμαστε λίγοι και βοηθάμε όσο μπορούμε. Είναι πολύ λυπηρό που έχουμε μείνει λίγοι, αλλά συνηθίζεις. «Αι νέαι εποχαί επιβάλλουσι και νέα καθήκοντα» λέει η δική μας «Απογευματινή», η εφημερίδα που εκδίδεται ακόμη.

Η Πόλη της καρδιά μας…

Την αγαπώ την Πόλη, εκεί θέλω να πεθάνω. Είναι η ίδια μου η καρδιά. Και το πατριαρχείο. Ακόμη και σήμερα ο Πατριάρχης πολύ με αγαπά. Στα γενέθλιά μου μού κάνει το τραπέζι. Ήταν ιδιαίτερος του αδερφού μου και έχουμε από τότε μια ξεχωριστή σχέση.

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.