Bιβη Στυλιανιδου, «Γεννηθηκα στο Δομοκο, μεγαλωσα στην Αθηνα, ριζωσα στην Ξανθη»
«Με βάφτισαν Ασπασία αλλά οι γονείς μου με φώναζαν «Μπέμπα»… Μπιμπή… Βιβή… Υπογράφω «Ασπασία – Βιβή Στυλιανίδου», για να καταλάβουν οι άλλοι ποια είμαι…»
Κάθομαι απέναντί της στην τραπεζαρία του Γηροκομείου «Άγιος Βασίλειος». Το ίδρυμα απέσπασε φέτος τιμητική βράβευση για την κοινωνική του προσφορά στο Νομό της Ξάνθης καθώς διακρίθηκε μεταξύ άλλων τοπικών φορέων στην ετήσια πανελλαδική διοργάνωση του Υπουργείου Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τον εθελοντισμό. Η κυρία Βιβή, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Γηροκομείου, παρέλαβε τον έπαινο από τα χέρια της Προέδρου της Βουλής Άννας Μπενάκη – Ψαρούδα. «Στους ανθρώπους που υπηρετώ, χρωστώ την ευτυχία μου γιατί από αυτούς διδάχθηκα τι πρέπει να κάνω για να λέγομαι άνθρωπος. Είναι αδικία να ερχόμαστε σ’ αυτή τη γη, να γεννιόμαστε και να πεθαίνουμε χωρίς να γνωρίζουμε την αξία της αλληλοβοήθειας…» τις τρεις αράδες «ξεκλέβω» από το κατεβατό σκέψεων και συναισθημάτων που εμπιστεύεται στο χαρτί καθώς πετά με το αεροπλάνο για την εκδήλωση στην Αθήνα. Πολλά τα λόγια. Προτιμώ αυτό που μου λέει στη μέση της κουβέντας μας κοιτώντας με κατευθείαν στα μάτια μ’ ένα ανεπαίσθητο ερωτηματικό στο τέλος της φράσης: «…και η ηδονή έρχεται μέσα από έναν πόνο…»
Ιστορία γένους θηλυκού…
Δομοκός Φθιώτιδας, 1934. Η Βιβή Βαρβατάκη έρχεται στη ζωή. Οι ωδίνες του τοκετού γίνονται βαθιά ευτυχία για τη νεαρή σε ηλικία μάνα της. Είναι το πρώτο από τα δύο παιδιά μιας οικογένειας με καταβολές στην «Άλλη Ελλάδα» και τη Λαμία, και τεράστια περιουσία στο θεσσαλικό κάμπο. Μεγαλώνει μεταξύ Δομοκού και Αθηνών – στον πατρικό πύργο των 32 δωματίων και πέντε εισόδων καλοκαίρια και γιορτές, και στην αστική οικεία των Αμπελοκήπων τον υπόλοιπο χρόνο. Σε ηλικία πέντε ετών μπαίνει εσωτερική στις «Καλόγριες», η καθολική παιδεία γίνεται μέσα της ένα με την ορθόδοξη και τα γαλλικά η δεύτερη γλώσσα της. Θα αναγκαστεί να φύγει από την 7η Γυμνασίου όταν η Σχολή διώκεται για προσηλυτισμό αλλά και για να αποφοιτήσει από ελληνικό σχολείο. Παίρνει απολυτήριο από το Μαράσλειο Αθηνών και ονειρεύεται να συνεχίσει στο Πανεπιστήμιο… Πριν από το δικό της όνειρο όμως, πρέπει να ικανοποιήσει τα σχέδια που κάνει για το μέλλον της ο πατέρας της: σπουδάζει στενογράφος στην Πάλμερ με προοπτική ν’ αποκατασταθεί επαγγελματικά στη Βουλή των Ελλήνων. Προοπτική που ανακόπτει η ίδια με την επιμονή της νιότης της και τον αέρα της ανατροφής της… Δίνει επιτυχώς εξετάσεις στη Φαρμακευτική Σχολή και είναι έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο της θεραπευτικής αλχημείας όταν γνωρίζει τον Ξανθιώτη Θοδωρή Στυλιανίδη, τριτοετή φοιτητή της Ιατρικής στην Αθήνα… Ο έρωτας εισβάλλει στη ζωή της φέρνοντας τα πάνω κάτω… Αυτό σημαίνει όμως και αναγκαστική διακοπή των σπουδών – οι οποίες αποδεικνύονται «επικίνδυνες» για τα γονεϊκά ήθη της εποχής… Έπεται γαμήλιος δέσμευση με τον εκλεκτό της καρδιάς της που και αυτός είναι αναγκασμένος να υποσχεθεί επιστροφή στη γενέτειρά του προκειμένου να εκμαιεύσει την ευχή του πατέρα για το γάμο… Η Βιβή Βαρβατάκη μετονομάζεται σε Στυλιανίδου. Όταν ο άντρας της ορκίζεται γιατρός γεννάει την κόρη τους και λίγα χρόνια αργότερα όταν εκείνος δίνει εξετάσεις για την ειδικότητα της καρδιολογίας και αφού έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, φέρνει στον κόσμο το γιο τους. Δε θ’ αργήσει να έρθει η μέρα που ο Καρδιολόγος πλέον, Θεόδωρος Στυλιανίδης πρέπει να εκπληρώσει τη δέσμευση προς τον πατέρα του, να επιστρέψει γιατρός στην Ξάνθη. Σεπτέμβριο του ’64, με το ένα παιδί σε νηπιακή ηλικία και το άλλο στην αγκαλιά, η Βιβή Στυλιανίδου εγκαταλείπει το πατρικό της στην Αθήνα όπου έμεναν οικογενειακώς και ακολουθεί το σύζυγο στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Ιστορία μελό; Διόλου! Η ίδια λέει «…η γυναίκα δεν έχει τόπο…» Νεαρή σύζυγος, καταφθάνει στην επαρχιακή Ξάνθη με τον αέρα της πρωτευουσιάνας… Μπαίνει στην πόλη οδηγώντας Ι.Χ. αλλά…πόλη δεν βλέπει πουθενά! Στην είσοδο από Καβάλα αντικρίζει λαμαρινάδικα. Η σημερινή Πλατεία Ελευθερίας είναι πίτα στη… σβουνιά ως αξιοπρεπής πιάτσα σαμαράδων. Τα ρέματα διασχίζουν απ’ άκρη σ’ άκρη τον οικισμό και η λάσπη με την πρώτη ψιχάλα γίνεται βαρίδι στα παπούτσια… Κυκλοφορούν γυναίκες ολόσωμα καλυμμένες με μαύρα πανωφόρια και μαντίλες στο κεφάλι. Με τους ήχους της καμπάνας μπερδεύεται η φωνή του Ιμάμη… Έχει έρθει εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τη γονεϊκή φροντίδα και θαλπωρή και έχει αφήσει την άνεση της μεγαλοαστικής κοινωνίας των Αθηνών για να βρεθεί σε ένα μεγάλο, παράξενο …χωριό που την περιεργάζεται σαν «αγνώστου προελεύσεως» θηλυκό oν το οποίο σοφάρει αυτοκίνητο! Επιπλέον, η Ξάνθη του ’60 αδυνατεί να της παρέχει σπίτι με μπάνιο… Ψάχνει απεγνωσμένα παντού για την εξαιρετική αυτή «πολυτέλεια» που θεωρούσε αυτονόητη μέχρι τότε στη ζωή της, αλλά πουθενά! Τα σπίτια στην Παλιά Πόλη των καπνεμπόρων διαθέτουν μπάνιο αλλά δεν ενοικιάζονται και τα διαθέσιμα προς ενοικίαση στην υπόλοιπη πόλη δεν έχουν… Βολεύεται για δύο χρόνια στο δυάρι πάνω από το ραφείο του πεθερού της. Ο ίδιος χώρος και σπίτι για την οικογένεια και ιατρείο του συζύγου… Την εποχή εκείνη είναι ο μοναδικός ντόπιος γιατρός στην Ξάνθη και ο μοναδικός καρδιολόγος… Η προίκα που έχει φέρει η Βιβή Στυλιανίδου από την Αθήνα, το νοικοκυριό της ολόκληρο θα μείνει πακεταρισμένο μέχρι την ημέρα που θα αποκτήσει το δικό της ικανοποιητικό χώρο, τη βολή της. «Αν δεν αγαπούσα πραγματικά τον άντρα μου και την οικογένειά μου, δεν θα μπορούσα να αντέξω τις συνθήκες εκείνες…» μου εξομολογείται… Όμως ο νους του ανθρώπου γεννά λύσεις στα προβλήματα όταν η ψυχή του είναι δοσμένη στην ιδέα… «είχα φέρει μαζί μου ένα πλυντήριο, από τα πρώτα της IZOLA που κυκλοφόρησαν στην Αθήνα. Λειτουργούσε με παλινδρομική κίνηση. Ένα πτερύγιο στο εσωτερικό του κάδου χτυπούσε τα ρούχα κι έτσι γινόταν η πλύση. Ζέσταινα λοιπόν νερό στο πλυντήριο, σαν ένα είδος μεγάλου βραστήρα δηλαδή, έβγαζα το πτερύγιο από τον κάδο και εκεί μπανιάριζα τα παιδιά και βολευόμασταν και οι μεγάλοι… Για σκέψου!» Κάπου στο 1966 τοποθετείται χρονικά η ανέγερση της πρώτης πολυκατοικίας στην «πόλη». Το γεγονός αυτό μαζί με τις πρώτες κατεδαφίσεις παλιών κτηρίων, θα επηρεάσουν καθοριστικά τη ζωή της εφεξής. Το πώς, θα αφηγηθούμε αμέσως παρακάτω… Τα χρόνια που ακολουθούν, και αφού έχει μπει η καθημερινότητά της σε μια βολή ανάλογη της οικονομικής και κοινωνικής επιφάνειας της οικογενείας, είναι πλήρη ευτυχίας. Η Βιβή Στυλιανίδου ξαναβρίσκει τον εαυτό της δραστηριοποιούμενη κοινωνικά. Βοηθάει αδύναμες οικονομικά οικογένειες, συμμετέχει σε συλλόγους, ψάχνει να ξαναχτίσει τον τρόπο ζωής που άφησε πίσω της στο κλεινόν άστυ. Δεν παραλείπει ωστόσο να δώσει τα «μαθήματα» που χρειάζονται οι «κυρίες της καλής κοινωνίας» της Ξάνθης στον κύκλο των οποίων αναπόφευκτα ανήκει χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται και την αδράνειά τους περί τα κοινά… Μαθημένη σε «joure fix» και όχι μόνο, από την Αθήνα, ανοίγει και εδώ το σπίτι της οργανώνοντας «τσάγια». Όσο εκπλήσσονται οι προσκεκλημένες της από τα εκπληκτικά διακοσμητικά και χρηστικά αντικείμενα που ανακαλύπτουν ότι διαθέτει, τόσο η «εκδίκηση» που παίρνει ως «ξένη» ή …«χαμουτζού» οικοδέσποινα, γίνεται γλυκύτερη… Η υποβόσκουσα «κοινωνική κριτική» που για δύο χρόνια την ακολουθούσε στις λέσχες και τα σαλόνια των ντόπιων αστών, κόβεται μαχαίρι. Και τότε έρχεται η στιγμή της «αντεπίθεσης» στην ελιτίστικη, περιχαρακωμένη και κοινωνικά στείρα νοοτροπία που βρήκε στην παραδοσιακή αστική τάξη της Ξάνθης όταν ήρθε…
Παιδεία γένους θηλυκού…
Να πώς έγινε: ο μετέπειτα Βουλευτής Ξάνθης και γνωστός επιχειρηματίας, Χάρης Ατματζίδης, ξεκινά την υλοποίηση της σκέψης του για ίδρυση γηροκομείου στο Νομό. Ο ίδιος διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα οικόπεδο έξω από την πόλη και ταυτόχρονα ψάχνει να βρει ανθρώπους της αυτής κοινωνικοοικονομικής στάθμης που να έχουν δυνατότητα προσφοράς χρημάτων και έργου προκειμένου να πάρει σάρκα και οστά η ιδέα. Στο 5μελές Διοικητικό Συμβούλιο του φορέα που συστήνει, έχει πείσει να μπει και ο ιατρός Στυλιανίδης. Ο οποίος με τη σειρά του, λόγω επαγγελματικού φόρτου, ζητάει από τη σύζυγό του Βιβή ν’ αναλάβει το κοινωνικό του καθήκον στο επί χάρτου γηροκομείο: «…εσύ είσαι μαθημένη να δίνεις τον εαυτό σου. Δε πας να βοηθήσεις τον Ατματζίδη;;» και έτσι έγινε… Ήταν τότε η μοναδική γυναίκα στη διοίκηση του φορέα. «Με τα μπάζα που βγήκαν από τις πρώτες κατεδαφίσεις παλιών σπιτιών για την ανέγερση των πολυκατοικιών, ο Ατματζίδης φρόντισε να κατασκευαστούν δύο δωμάτια. Εκεί φιλοξενήθηκαν οι πρώτες δύο γριούλες, γνωστές του, από χωριά της πεδινής Ξάνθης. Μία στέγη και δυο μοναχές ανθρώπινες ψυχές ήταν το γηροκομείο στο ξεκίνημά του. Είχαμε πάρει και μια γκαζιέρα απ’ αυτές με την τρόμπα, βάζαμε την κατσαρόλα επάνω, ρίχναμε μέσα τα υλικά που πρόσφεραν οι μπακάληδες, με τη βοήθεια της οικιακής βοηθού που είχα στο σπίτι, περιποιούμασταν τις γριούλες», θυμάται η Βιβή Στυλιανίδου με συγκίνηση. Σιγά σιγά, το ίδρυμα μέσα από τις προσφορές, τις δωρεές και τις επιχορηγήσεις στάθηκε στα πόδια του. Από τότε επεκτείνεται σταθερά. Τα δυο φτωχικά δωμάτια έγιναν τέσσερα και μετά σαράντα, προστέθηκαν μαγειρεία, αποθήκες, τραπεζαρίες, χώροι υποδοχής και ψυχαγωγίας, ενώ στον όμορφα διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο ανεγέρθηκε το παρεκκλήσι της Αγίας Αικατερίνης. Οι άνθρωποι που φιλοξενεί φθάνουν σήμερα τους 56 σε αριθμό ενώ για τη λειτουργία του απασχολεί μόνιμο πλέον προσωπικό. Στην Ξάνθη όλοι γνωρίζουν ότι ψυχή του «Αγίου Βασιλείου» είναι η κυρία Στυλιανίδου. Έχει την εμπειρία και τα κότσια να δουλεύει ακατάπαυστα και με απαιτήσεις για την φροντίδα των ηλικιωμένων. Της το αναγνωρίζουν τα μέλη εκλέγοντάς την ξανά και ξανά στην προεδρεία του ιδρύματος, της το αναγνωρίζει η τοπική κοινωνία επιβραβεύοντάς τη για το έργο της. Η ίδια βλέπει το γηροκομείο σαν το σπίτι της… Δεν τη στενοχωρεί που τα δυο της παιδιά ζουν και εργάζονται στην Αθήνα. Έχει αποφασίσει να μην ξαναφύγει από τον τόπο της… Ετοίμασε στο γηροκομείο το δωμάτιο που θα μείνει μαζί με το σύντροφο της ζωής της – όταν κάποια στιγμή αποφασίσει ο χρόνος ν’ αφήσει επάνω της τα σημάδια του επιβάλλοντάς της την ξεκούραση… «Δε διανοούμαι ότι θα μείνω μόνη ή ότι θα μπω στη ζωή των παιδιών μου! Θέλω να βρίσκομαι με κόσμο ανά πάσα στιγμή και ξέρω πως εδώ θα έχω και την περιποίηση και τις παρέες που θα χρειάζομαι όταν έρθει η ώρα»… Προς το παρόν, κάνει σχέδια για νέα επέκταση των εγκαταστάσεων, για δημιουργία καφενείου στον αύλειο χώρο, σκέψεις για τρόπους διαρκούς προσέγγισης της κοινωνίας με τους ηλικιωμένους που έχουν βρει καταφύγιο εκεί…
Κοσμοθεωρία γένους θηλυκού…
Στα εβδομήντα της χρόνια, εξακολουθεί να δραστηριοποιείται σε συλλογικές οργανώσεις, σερφάρει στο διαδίκτυο, έχει ακράδαντη πίστη στο Θεό, δε φοβάται το κάπνισμα και δηλώνει αθεράπευτα ενεργός πολίτης του τόπου με τον οποίο συγγένεψε από έρωτα… Πλέον, οι δυνάμεις που έχει καταφέρει να κινητοποιήσει – και είναι αυτές μεγάλοι και μικροί δωρητές, αμέτρητοι συμπολίτες της, άτομα, επαγγελματίες, επιχειρήσεις της Ξάνθης – της δίνουν δύναμη να συνεχίσει. Της ζητώ φωτογραφίες από βεγγέρες του παρελθόντος και αντ’αυτού κατεβάζει από τα ράφια μια στοίβα φωτογραφικών άλμπουμ με τα πρόσωπα των ανθρώπων που πέρασαν από τον «Άγιο Βασίλειο». Τα ξεφυλλίζει και θυμάται τις γιορτές, τις επισκέψεις επισήμων, τα στέφανα που άλλαξε στους γάμους παππούδων και γιαγιάδων μέσα στο γηροκομείο… Σηκώνει το βλέμμα της απάνω μου και μου λέει με πάθος: «…στην Ξάνθη υπάρχουν ακόμη και σήμερα κατάλοιπα της νοοτροπίας που είχε η μεγαλοαστική τάξη του παρελθόντος… Όταν πρωτόφθασα εδώ, ήταν τόσο έντονο το «είμαι της οικογενείας τάδε…» ή το «εγώ είμαι…»! Αυτό το πράγμα ποτέ δεν μπόρεσα να το δεχτώ. Ούτε να το καταλάβω… Κριτήριο στη ζωή δεν μπορεί είναι η οικονομική ή η κοινωνική επιφάνεια κάποιου! Είσαι, επί παραδείγματι, μέγας καπνέμπορας και βγάζεις πολλά λεφτά. Αυτό από μόνο του σε αξιολογεί ως σημαντικό άνθρωπο;; Τι έχεις κάνει για να αξιολογηθείς σαν άνθρωπος;; Τι έχεις προσφέρει στο συνάνθρωπό σου; Τι έχεις προσφέρει στην κοινωνία που ζεις, από το χρήμα που μαζεύεις; Ποιο είναι το κοινωνικό σου έργο;; Μοιράζεσαι την ευμάρειά σου και τη δυσκολία του διπλανού;; Αν όχι, τότε δε σημαίνεις τίποτα. Διότι εφόσον εσύ έχεις να ζήσεις, γίνε άνθρωπος βοηθώντας το διπλανό σου που δεν έχει… Αυτή είναι η δική μου πίστη. Η ευτυχία έρχεται μέσα από το δόσιμο…»
Περιοδικό ΖΩ, τεύχος 19, Χειμώνας 2004
– Οι ρίζες: «Ο παππούς μου ήταν από τους πρώτους σταθμάρχες στην Ελλάδα όταν ήρθε ο σιδηρόδρομος. Η οικογένειά του, οι Βαρβατάκηδες, είχαν αφήσει τα Χανιά της «Άλλης Ελλάδας» για τη Θεσσαλία από την εποχή του Καραϊσκάκη. Πλούσιοι κτηματίες και με επιχειρηματικό πνεύμα. Ασχολούνταν όμως κυρίως με το εμπόριο, όχι με τη γη. Με δικό τους ξενοδοχείο – το «Βοστώνη» – στην Πλατεία Λαού της πόλης. Το πρώτο θέατρο, επίσης, που απέκτησε η Λαμία ανήκε στην οικογένεια Βαρβατάκη. Τα βιεννέζικα καθίσματα που έχει μέχρι σήμερα, τα είχε φέρει ο παππούς μου από τη Βιέννη με το πρώτο δρομολόγιο του ΟΣΕ στην Αυστρία. Ο πατέρας μου, γεννημένος στη Λαμία, έγινε δημοδιδάσκαλος αλλά μετά το θάνατο του αδελφού του στον πόλεμο, αναγκάστηκε ν’ αναλάβει τη διαχείριση όλης της περιουσίας. Μετά την αποξήρανση της λίμνης Ξενιάδος στο θεσσαλικό κάμπο, γίνεται μεγαλοκτηματίας με 450 εργάτες στη δούλεψή του… Εκμεταλλεύεται τη γη και εμπορεύεται τα αγαθά. Είναι μεγάλος προμηθευτής στους Μύλους Αγίου Γεωργίου και μέτοχος στην Πειραϊκή – Πατραϊκή, ανοίγει το πρώτο πολυκατάστημα στο Δομοκό, που θυμάμαι το είχαν γδύσει στην κυριολεξία οι κατακτητές το ’40. Έκανε συνεχώς επενδύσεις σε ακίνητα. Το 1948 γίνεται Δήμαρχος Δομοκού μέχρι τη Χούντα που τον αντικαθιστά αλλά μετά επανεκλέγεται. Θυμάμαι ότι εμείς μέναμε στην Αθήνα και ο πατέρας ταξίδευε διαρκώς για τις δουλειές του»
– Οι νοοτροπίες: «Καλά! Δεν έχεις λεφτά να παντρέψεις το παιδί σου! Θα το στείλεις Πανεπιστήμιο!! Αυτή ήταν η νοοτροπία των καλοβαλμένων Αθηναίων όταν εγώ ήθελα να σπουδάσω… Στο Πανεπιστήμιο κατέβαινε για σπουδές όλη η επαρχία αλλά η αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας δεν …καταδεχόταν! Όμως ο κοινωνικός μας κύκλος στην Αθήνα, είχε άλλα ενδιαφέροντα: υπήρχαν διάφοροι σύλλογοι και οργανώσεις όπως το Ελληνικό Φως, ο Ερυθρός Σταυρός, κλπ. όπου τα μέλη της «τάξης» μας ας πούμε, δραστηριοποιούμασταν έντονα. Το έργο μας ήταν φιλανθρωπικό και κοινωνικό με έμφαση στον άνθρωπο. Αδιανόητο για μας να καθόμαστε παραμονές Χριστουγέννων! Έπρεπε να φροντίσουμε για τα δώρα στους απόρους, για βοήθεια στις φτωχογειτονιές, για εράνους, για επισκέψεις στους ασθενείς των νοσοκομείων όπου στολίζαμε τα κομοδίνα τους και τους χαρίζαμε διάφορα πράγματα, για αναρίθμητα τέτοια, όχι μόνον τα Χριστούγεννα αλλά και το Πάσχα και τις Απόκριες και όλο το χρόνο… Αυτό εδώ στην Ξάνθη, δεν το βρήκα είναι αλήθεια… Υπήρχαν οι πλούσιοι απόγονοι των καπνεμπόρων ή οι εύποροι αστοί, οι οποίοι όμως δεν ασχολούνταν με την κοινωνία. Λειτουργούσαν περισσότερο σαν ένας κλειστός κύκλος με σημείο αναφοράς τη χαρτοπαιξία, τη βεγγέρα, το χορό, το τσάι… Δεν είχαν καθόλου αναπτυγμένη κοινωνική δράση – πλην κάποιων σύγχρονων εξαιρέσεων και φυσικά των ευεργετών προγόνων τους. Μου έλεγαν, θυμάμαι, για το γηροκομείο, πώς αφήνεις το σπίτι σου κι ασχολείσαι εκεί μέσα!! Όμως για τη διασκέδασή τους έφερναν μέχρι και από το Παρίσι τραγουδιστές… Επίσης δεν είχαν παραδοσιακά έθιμα. Ένιωσα μεγάλη έκπληξη όταν ανακάλυψα ότι το Πάσχα δεν σούβλιζαν αρνί! Το έκαναν φουρνιστό! Η πρώτη πασχαλινή σούβλα στην Ξάνθη στήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’60…»
– Οι άνθρωποι: «Στο Δομοκό το Πάσχα μαζευόμασταν όλο το σόι στην ίδια αυλή. Πενήντα άτομα, δεκάξι σούβλες, όσες και οι οικογένειες! Τα παιδιά γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι μ’ ένα καλάθι στο χέρι και τα κορίτσια κατ’ αποκλειστικότητα τραγουδούσαν «ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα Βάγια», και μας γέμιζαν οι νοικοκυρές αυγά, εφτάζυμα, ή ρόδια στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. Τα Χριστούγεννα στολίζαμε απαραιτήτως τα μεγάλα δέντρα έξω από τις εκκλησιές… Κατεβαίναμε μέχρι Λαμία και Αθήνα για τα στολίδια αυτά! Παραμονές δε, των γιορτών, έπρεπε να γίνουν σε κάθε σπίτι οι «θηλιές», δηλαδή τα λουκάνικα από φρεσκοσφαγμένο χοίρο. Και βοηθούσε όλη η γειτονιά εκ περιτροπής τα βράδια. Δούλευαν οι γυναίκες την κρεατομηχανή και γέμιζαν τα έντερα του ζώου με το αλεσμένο χοιρινό που είχαν ανακατέψει με πράσο, πορτοκάλι και χοντρό πιπέρι… Γενικά, η καθημερινότητα, η ζωή μας στο Δομοκό και στην Αθήνα ήταν δομημένη πάνω στο πνεύμα και το ήθος της αγάπης… Υπήρχε αλληλεγγύη σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής… Στην Ξάνθη, από την άλλη, υπήρχε ως θετικό στοιχείο η κατανόηση και η συμβίωση με το διαφορετικό. Σα χωνευτήρι. Δεν εξηγώ αλλιώς το γεγονός ότι η ρημαγμένη προσφυγιά του ’22 έζησε δίπλα δίπλα με τους ντόπιους μουσουλμάνους χωρίς να δημιουργηθεί το παραμικρό από την δικαιολογημένη πίκρα της εποχής…»
Ψήφισμα του Γηροκομείου Ξάνθης για το θάνατο της Βιβής Στυλιανίδου
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Γηροκομείο Ξάνθης «Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ» μετά το θλιβερό άγγελμα της επιστροφής στον Δημιουργό της ΑΣΠΑΣΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, πρώην Προέδρου του Ιδρύματος,
Εκφράζει τη βαθύτατη λύπη και συγκίνηση για το χαμό της Ασπασία Στυλιανίδου, η οποία υπήρξε μια διακεκριμένη παρουσία στην λειτουργία του Ιδρύματος, που με τη δραστηριότητά της επί 40 χρόνια διακόνησε το ίδρυμα, από τα οποία τα 20 χρόνια ως Πρόεδρος και έδωσε νόημα στην κοινωνική δράση στο χώρο φιλοξενίας ηλικιωμένων, θαλπωρής και φροντίδας.
Άνθρωπος της προσφοράς η Ασπασία Στυλιανίδου υπήρξε ακούραστη στην πορεία της για την τοπική μας κοινωνία, κρατώντας χαμηλούς τόνους, ήθος, ευγένεια και ευπρέπεια.
Την αποχαιρετούμε με σεβασμό, στο τελευταίο της ταξίδι και εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στην οικογένειά της και αποφασίζει ομόφωνα
• Να εκφράσει τη βαθιά του θλίψη και τα ειλικρινή συλλυπητήρια του Προέδρου, του Διοικητικού Συμβουλίου, των τροφίμων και των εργαζομένων του Γηροκομείου Ξάνθης στους οικείους της εκλιπούσης.
• Να παραστεί το Δ.Σ. κατά την τέλεση της Εξόδιου Ακολουθίας.
• Να εκφωνηθεί επικήδειος λόγος στην Εξόδιο Ακολουθία.
• Να δημοσιευθεί το παρόν Ψήφισμα στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.
• Να ονομαστεί στη μνήμη της η αίθουσα δεξιώσεων του Ιδρύματος αίθουσα «Ασπασία Στυλιανίδου»
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
