B Μια εποχη τελειωσε
«Μια εποχή τελείωσε», λένε πολλοί, τώρα με τη διαφαινόμενη ολοκληρωτική εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη. Το λένε κάποιοι, κι ίσως το αισθάνονται περισσότεροι, απ’ αυτούς που στο μυαλό τους ο όρος «εποχή» περιέχει περισσότερα και σημαντικότερα στοιχεία απ’ όσα μια παροδική μόδα ή οι λεπτομέρειες μιας συγκυρίας. Ας πούμε, συνηθίζουν να αναστοχάζονται ένα γενικότερο πνεύμα, μια ορισμένη αισθαντικότητα, έναν τρόπο ζωής που αξιοδοτεί και ιεραρχεί προσίδιες μορφές ύπαρξης και δράσης των ανθρώπων σε όλα τα επίπεδα μιαν ορισμένη εποχή.
Θα άξιζε τον κόπο να ψαχουλέψουμε κάπως αυτή την έκφραση, που με άλλη μορφή εμφανίζεται ως «οριστικό τέρμα μεταπολίτευσης». Και, για να συνεννοούμαστε, η «εποχή που τέλειωσε» οριστικά δεν είναι άλλη από εκείνη για την οποία πολλοί θεώρησαν ότι κεντρικό, αρθρωτικό της στοιχείο ήταν η βία, και μάλιστα η ένοπλη βία. Μιλάμε πάντα για τις ανεπτυγμένες κοινωνίες της Δύσης, γιατί οι ίδιοι όροι για κοινωνίες του Τρίτου Κόσμου έχουν τελείως διαφορετικό νόημα.
Θα σταθώ για λίγο σε ένα σημείο: τον Γαλλικό Μάη του’68. Για ορισμένους αναλυτές υποτίθεται ότι στη διάρκεια της φοιτητοδιανοούμενης εξέγερσης και της μεγαλύτερης εργατικής απεργίας της ιστορίας εκείνο το στοιχείο της συμπεριφοράς των μαζών που ξέσπασε, απελευθερώθηκε και έφθασε σε πρωτόγνωρες κορυφώσεις, ήταν η βία. Μέσα από μορφές βίας εξέφρασε νέα νοήματα, σημασίες και στόχους. Τα έγκλειστα στην αστική ευταξία ορμέμφυτα ξεχύθηκαν στο προσκήνιο συντρίβοντας την παλαιά τάξη πραγμάτων, μέσα από ορίζοντες και υποστασιοποίησαν χειραφετικά οράματα και προτάγματα. Είναι αυτό που διαφορετικά ονομάστηκε νέος ριζοσπαστισμός. Αυτόν τον νέο ριζοσπαστισμό θεώρησαν πολλοί στοχαστές, πολιτικοί και πρωταγωνιστές της εποχής του Μάη’68 ότι τον έφερνε στον κόσμο η «μαμή της ιστορίας», η βία.
Ανάμεσα, όμως, στη βία και την ένοπλη βία υπάρχει τόση διαφορά όσο η μέρα με τη νύχτα. Και δεν υπάρχει χειρότερος αναγωνισμός από την αναγωγή της μιας στην άλλη και την εξομοίωσή τους. Πολύ απλά, αυτό το τεράστιο χειραφετητικό – ριζοσπαστικό κίνημα του Μάη δεν θέλησε τον εαυτό του ένοπλο. Οι άνθρωποι, απεργοί και διαδηλωτές, δεν είδαν τον εαυτό τους ζωσμένο με φυσικλίκια, δεν έβαλαν στο χέρι τους τα σαρανταπεντάρια και τις χειροβομβίδες. Ούτε ένας. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, στο εξεγερμένο, φλεγόμενο επί δυο μήνες Παρίσι και στις άλλες πόλεις που συνέβαιναν περίπου τα ίδια, το «όπλο» των διαδηλωτών ήταν μια πέτρα λιθόστρωτου που εκσφεντονίζονταν από την άλλη μεριά του οδοφράγματος, κατά τη μεριά των αστυνομικών. Ενίοτε, ιδιαίτερα προς το τέλος, χρησιμοποιήθηκαν από διαδηλωτές και τα μολότωφ. Ως εκεί έφθασε η «ένοπλη βία». Δεν βρέθηκε κάποιος Ένζολωράς πάνω στα οδοφράγματα να σκοτώνεται όταν τελειώνει η τελευταία σφαίρα. Δυο ήταν όλοι κι όλοι οι νεκροί του Μάη: ένας φοιτητής, που σε μια διαδήλωση κοντά στο εργοστάσιο αυτοκινήτων Φλέν, πενήντα- εξήντα χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι, μέσα σ΄ ένα γεφυράκι έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε. Ο άλλος νεκρός του Μάη, μέσα στα επεισόδια, ήταν ένας αστυνομικός διευθυντής, στη Λυών, που τον παρέσυρε ένα καμιόνι της αστυνομίας με κομμένα φρένα και τον σκότωσε. Το ίδιο συνέβη και από την άλλη μεριά: η αστυνομία, για να καταστείλει το κίνημα, χρησιμοποίησε μόνον τα «κλασικά» αστυνομικά μέσα: τα κλομπ, το ξύλο και τα δακρυγόνα δεν έριξε ούτε μια πιστολιά. Και σ’ αυτή τη στρατηγική καταστολής διέπρεψε ο αστυνομικός διευθυντής Γκριμώ, έμπιστος του ίδιου του Ντέ Γκώλ.
Από την άλλη μεριά, την ίδια εποχή, τη δεκαετία του’60 και εν μέρει του’70, υπήρξε μια συμβολική και αισθητική υπεραξίωση της βίας, της βίαιης αισθαντικότητας. «Ως και η τρέλα ακόμη, στα γραπτά θεωρητικών της κοινωνίας όπως ο Μισέλ Φουκώ και ο Λαίνγκ, θεωρήθηκε ως μια υπέρτατη μορφή αλήθειας», σημειώνει ο Ντανιέλ Μπέλ (Ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης).
Θα μπορέσουμε να δούμε το ίδιο στα κινήματα της τέχνης («θέατρο σκληρότητας»), της αντιψυχιατρικής, της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης, της εν γένει «αντικουλτούρας» που χρεώθηκαν να παράξουν κοινωνική αλλαγή, και εν πάση περιπτώσει να ξεσφίξουν ή και να σπάσουν τον παραδοσιακό κλοιό της αστικής ευταξίας. Και στη βάση αυτή έγιναν πολλά, από την πράγματι επιτευχθείσα σεξουαλική απελευθέρωση ως την ειδωλολατρία του εγώ. Δεν είναι του παρόντος ούτε ο χώρος κατάλληλος για να επεκταθώ. Ήθελα μόνο να πω ότι η «εποχή» και το «πνεύμα της εποχής», ενώ εμπεριέχει βία, ένταση, δυναμικότητα, ριζοσπαστισμό ρηξεκέλευθο και εικονοκλαστικό, δεν εμπεριέχει ένοπλη βία. Οι άνθρωποι δεν διεκδίκησαν ό, τι διεκδίκησαν με ένοπλες μορφές πάλης.
Από την άλλη μεριά. Η ίδια η εποχή, ιδωμένη στην ολότητα της, εμπεριέχει πολύ πόλεμο και επαναστατική ένοπλη πάλη. Ας θυμηθούμε, όχι μόνο τον Γκεβάρα και τόσα άλλα αντιαποικιοκρατικά κινήματα στον Τρίτο Κόσμο αλλά κυρίως το Βιετνάμ. Οι αγροικές μάζες του Τρίτου Κόσμου και κυρίως στο Βιετνάμ, μάχονταν και πρωτοπορούσαν με τα όπλα στο χέρι. Αν στο Παρίσι δέσποζε εμβληματικά ο φοιτητής με το παβέ (κομμάτι του λιθόστρωτου) στο χέρι, στο Βιετνάμ δέσποζε ο βιετναμεζάκος με το κόκκινο αστέρι στο σκούφο και το αυτόματο στο χέρι. Δύο εμβληματικές μορφές, αλλά τόσο διαφορετικέ, τόσο διαφορετικής φοράς.
Ας σταθούμε λίγο στον πρώτο, τον «φοιτητή». Τι ήταν; Παιδί αστών κυρίως, αστικής καταγωγής και αγωγής, προϊόν μιας διάσπασης της ίδιας της αστικής τάξης που δεν μπορούσε πια να χειρουργήσει τα παιδιά της κουλτούρας. Η κουλτούρα ήταν το επίδικο αντικείμενο, άρα οι τρόποι ζωής και η προσπάθεια μιας νέας αξιοδότησης. Η μάχιμη όμως κουλτούρα, στο πεδίο των αισθητικών μορφών, δανείστηκε εν πολλοίς το λόγο των παλαιότερων ένοπλων εξεγέρσεων: από το οδόφραγμα – συμβολικός λόγος ήταν το οδόφραγμα, δεν είχε κάποια πρακτική σημασία – ως τη nostalgie de la boue, τη νοσταλγία της λάσπης, του Μπωντλαίρ. Όπως επίσης δανείστηκε τον λόγο του Τσε ή του Βιετγκόνγκ, ως ρητορική όμως, όχι ως πρακτική. Τα κομμουνιστικά κόμματα και τα σοσιαλιστικά δεν είχαν υιοθετήσει αυτήν τη ρητορική, εξ ου και η μεγάλη διάσταση ανάμεσα στην «Εξέγερση», την «αμφισβήτηση» και τα παραδοσιακά κομμουνιστικά- σοσιαλιστικά κόμματα, στηλιτευμένα ως ρεβιζιονιστικά, ως στυλοβάτες του συστήματος.
Αλλά και τούτη η ρητορική, της επαναστατικής ένοπλης βίας – «η εξουσία βρίσκεται στην άκρη του ντουφεκιού» – στοιχείωνε όχι γενικά το κίνημα των μαζών αλλά ορισμένες ομάδεςπου, παρά τον απότομο όγκο που απέκτησαν για μερικά χρόνια, δεν ήταν παρά μικρές μειοψηφίες. Γι΄αυτό αυτοχαρακτηρίστηκαν «δρώσες μειοψηφίες», όρος μαρκουζικής έμπνευσης. Όταν το κίνημα, εκεί στο γύρισμα της δεκαετίας του ΄70, το πραγματικό κίνημα, «επέστρεφε στο κανονικό», στην τάξη, και αφού στο μεταξύ πραγματοποιήθηκαν μερικές μεγάλες αλλαγές – δικαίωμα στην άμβλωση, διεύρυνση του Πανεπιστημίου, κοινωνική επανένταξη σημαντικών μερίδων σε ανωτέρο μάλιστα επίπεδο ύστερα από μια προσωρινή απόταξη κλπ- τότε λοιπόν, και μονο τότε, σε ορισμένες περιπτώσεις από τη ρητορική των όπλων και τη συμβολική των όπλων κάποιες ομάδες πε΄ρασαν ή προσπάθησαν να περάσουν στην κλαγγή των όπλων. Οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» στην Ιταλία ήταν το μεγαλύτερο και το μαζικότερο παράδειγμα.
Η «εποχή», λοιπόν, είχε και αυτό το στοιχείο, περισσότερο σαν μορφασμό και νοσταλγική μίμηση παρά σαν εμπραγματωμένη μαζική μορφή, πάντα όμως κινούμενο στη βάση της αναλογικής σκέψης; «όπως αλλού» – στο Βιετνάμ, στη Λατινική Αμερική – «έτσι και εδώ», «όπως άλλοτε» (στην Αντίσταση, στον Εμφύλιο της Ισπανίας, στους Σπαρτακιστές, στην διαχρονική και απανταχού εξέγερση) «έτσι και τώρα». Ένας παραφθαρμένος μαρξισμός μπορούσε να παράσχει, και παρέσχε, όλα τα πειστήρια της επαναστατικής καθαρότητας.
Να συνοψίσω όμως: αυτό το πνεύμα της εποχής ως ένοπλης και εμπόλεμης, δεν ήταν το δικό της, δεν ήταν το δικό της , δεν ήταν παρά η μηχανιστική επικαιροποίηση στοιχείων άλλων εποχών και άλλν τόπων. Ωστόσο, ανάμεσα στους ανθρώπους τους ταυτισμένους με το ένοπλο μοντέλο και εκείνος που δίσταζαν να το υιοθετήσουν και να συστρατευτούν η το απέρριπταν ευθέως, σ΄αυτή τη γκρίζα περιοχή του απωθημένου, υπήρξαν σχέσεις αγάπης και μίσους, συχνά λοξοκοιτάγματα ώσπου η πραγματικότητα τα σάρωσε και αυτά και τα απώθησε στην περιοχή της νοσταλγίας για τα «νιάτα μας».
Τυμπανιαίο και οδωδός πτώμα στο προσκήνιο και το παρασκήνιο έμεινε η πολιτική, η πολιτική ένταξη, ακόμη και η ίδια η civitas – η πολιτοφροσύνη, προϋπόθεση της οποίας δημόσιας αρετής. Ξεκίνημα απ΄την κουλτούρα – επιστροφή στην κουλτούρα του μεταμοντέρνου με όλες τις μορφές του λόγου, της λογικής, της πολιτικής, της φιλοσοφίας, της τέχνης , παραφθαρμένα, μοριοποιημένα σημεία, κάτω απ΄το σαρδόνιο γέλιο του καπιταλισμού, του θριαμβεύοντας νεοφιλελεύθερισμού και της μοναδικής σκέψης. Πόσες νίκες τάχα έφεραν τη μεγάλη ήττα;
Ξεκίνησα Με Τη Σκέψη Ότι Μια «Εποχή Τελείωσε», ύστερα από τη διαφαινόμενη ολοκληρωτική εξάρθρωση της 17η Νοέμβρη. Ήταν τάχα και αυτή ένα στοιχεία της εποχής μας, της ελληνικής εποχής; Θα επαναλάβω κάτι που είχα γράψει εδώ στα «Ενθέματα» πριν από 15 μέρες. Όχι δεν ήταν. Η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας, επειδή ήταν και δικτατορία και στρατιωτική, δηλαδή ένοπλη βία χωρίς καμιά νομιμοποίηση είτε τυπική είτε ουσιαστική, καθιστούσε και νόμιμο και ρεαλιστικό τον προσανατολισμό των αντιστασιακών ή ορισμένων αντιστασιακών προς τις δυναμικές μορφές πάλης, ακόμη και τις ένοπλες. Βέβαια, το αντιστασιακό πνεύμα, μετά το 1972 περίπου, άρχισε να πριμοδοτεί τις μαζικές μορφές πάλης, με κορύφωμα την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ωστόσο, τίποτε απ΄ό, τι θα έπληττε τη χούντα δεν θεωρήθηκε τρελό. Παράτολμο ίσως, εκτός τόπου και χρόνου όχι. Μάλιστα μετά το 1973, για πρώτη φορά εγκολπώνονται το πνεύμα της δυναμικής αντίστασης ακόμη και άνθρωποι της Δεξιάς – Ελεύθεροι έλληνες, «Βέλος» – ιδίως όταν ένα ισχυρό κομμάτι της αστικής τάξης, αυτό που ο Ν.Πουλαντζάς ονομασε «ενδογενή αστική τάξη», προσανατολίζεται αποφασιστικά προς την Ευρώπη και ταυτόχρονα καταλαβείνει ότι Ευρώπη και δικτατορία είναι πράγματα ασύμβατα. Ξαναλέω όμως ότι το βράδυ της 23ης Ιουλίου 1974 όταν έπεφτε η Δικτατορία, όταν ο κόσμος βγήκε στο δρόμο να χαρεί το γεγονός και να το περιφρουρήσει, μέσα σ΄εκείνη την ξέφρενη γιορτή «ξέχασε» οριστικά τα πιστόλια – ακόμη και εκείνοι που μερικές μέρες πριν πίστευαν σ΄αυτά. Κανείς πια δεν σκεφτόταν ότι θα κάνει πολιτική σκοτώνοντας, έστω εκδικούμενος για τα βασανιστήρια και το άγος επτά ετών ή την τραγωδία στην Κύπρο.
Κάποιοι βέβαια, ελάχιστοι, είχαν ιδέες- ίδιες μ’ εκείνες που έθρεψαν για ένα διάστημα την ουτοπία του ενόπλου αγώνα στη Δυτική Ευρώπη, π.χ. των Ερυθρών Ταξιαρχών στην Ιταλία.
Η «εποχή» μας όμως δεν χρωματίστηκε από τη «17 Νοέμβρη», δεν μέθυσε με το παράδειγμα της, δεν το μιμήθηκε. Ούτε άλλωστε, όπως το διαβάζαμε στις προκηρύξεις της «17 Νοέμβρη»,ούτε η ίδια τροφοδοτήθηκε, έστω κι ελάχιστα, από τις προσπάθειες του ρωμέικου μετά την πτώση της δικτατορίας συνέχισε στο μοναδικό της δρόμο, ιεροφάντης και πρωτουργός, χωρίς μιμητές, χωρίς λαϊκή συνεργεία, για τον δικό της σκοπό που τον τροφοδοτούν σκιές ιδεολογικών φαντασιώσεων κι ένας ακραίος αυριανού τύπου, λαϊκισμός. «Μας είπαν να χτυπήσουμε κάτι φραγκάτους (με φράγκα), το κάναμε», λέει στην απολογία του ένας εκ των συλλειφθέντων. Αν οι απολογίες των συλληφθέντων διακρίνονται από έναν απίθανο κυνισμό, ένα ερεβώδη πραγματισμό- οι άνθρωποι μιλούν χωρίς ιδέες, χωρίς αίσθηση, όλα είναι πράγματα: άνθρωποι, στόχοι, πιστόλια, γιάφκες- χωρίς επαφή με κάποια πραγματικότητα ως το σημείο της λούμπεν συμπεριφοράς, είναι γιατί έχουν πλήρως ταυτιστεί με τα σχήματα του λαϊκισμού τους: «οι φραγκάτοι, κάτι σαν εξαποδώ από τη μεριά, οι ίδιοι αρχάγγελοι και τιμωροί της συμφοράς από την άλλη. Και πιστόλιζαν ακόμη και νοσταλγίες τα οράματα και τους αγώνες όσων η μεταπολίτευση τους είχε αφήσει κάποια πικρή γεύση και πολλές διαψεύσεις.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.