Αυλαια στο Μακρυ Ζειμπεκικο του Νικου Κοεμτζη

Την περασμένη Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011, άφησε την τελευταία του πνοή ο Νίκος Κοεμτζής, που με την πολυτάραχη βίο του, άφησε πίσω του ένα αμφιλεγόμενο στίγμα μιας αυθεντικής και πολυκύμαντης και σκληρά δοκιμασμένης ζωής, η οποία έγινε πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς της μουσικής και του κινηματογράφου. Αυτή τη φορά η παραγγελιά δεν ήταν δική του αλλά του χάρου, που τον περίμενε στο γνωστό στέκι των τελευταίων χρόνων, όπου έδινε τον αγώνα μιας νέας ζωής. Εκεί στο Μοναστηράκι, στην Αθήνα, όπου υπομονετικά περίμενε τους πιθανούς αναγνώστες του αυτοβιογραφικού βιβλίου του με τίτλο, «Το μακρύ ζεϊμπέκικο». Με καταγωγή από το Αιγίνιο Κατερίνης οι ρίζες του κρατούσαν από το Καβακλί της Ανατολικής Ρωμυλίας, άρα ήταν κι ένας δικός μας άνθρωπος καθώς πάρα πολλοί συγγενείς του ζούνε στα Δίκαια Τριγώνου.
Χαρακτηριστικό το απόσπασμα που ακολουθεί και περιέχεται στο βιβλίο του έρχοντας να αποσαφηνίσει πλευρές της ζωής του…

Το μακρύ ζεμπέκικο

ΟΝΟΜΑΖΟΜΑΙ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΕΜΤΖΗΣ Ή ΚΟΥΓΙΟΥΜΤζής. Γεννήθηκα στο Αιγίνιο Κατερίνης στις 17 Ιανουαρίου 1938, μετά τα μεσάνυχτα. Οι γονείς μου είναι βουλγαροπρόσφυγες. Αγρότες. Γράμματα δεν μπόρεσα να μάθω, δεν με αφήσανε οι καταστάσεις της κατοχής και ο εμφύλιος πόλεμος. Ο κυριότερος παράγοντας για την αμάθειά μου ήτανε η μεγάλη φτώχεια, γιατί από μικρός έπεσα στα δυσκολοδιάβατα μονοπάτια και τα διαμερίσματά της. Πολλά υπόφερα μέχρι που έφτασα στη θέση αυτή.

 

Ο πατέρας μου έτυχε να είναι γνήσιος πατριώτης και φανατικός θερμόαιμος υποστηρικτής της λευτεριάς και της δημοκρατίας. Με το που πάτησαν τη χώρα μας οι Ιταλοφασίστες και οι κατακτητές Γερμανοί, βγήκε αντάρτης στα βουνά, στο λαϊκό στρατό ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, πολέμησε τον κατακτητή και τον ντόπιο συνεργάτη των Γερμανών. Τραυματίστηκε βαριά στο τέλος του πολέμου. Το 1946 με τον Εμφύλιο κυνηγήθηκε, ξυλοκοπήθηκε και φυλακίστηκε.

 

Αυτά που έζησα, έπαθα, άκουσα και είδα που μείνανε στη μνήμη μου σαν κινηματογραφική ταινία, με εφιαλτικές εικόνες που μου θυμίζουν πολέμους, σκοτωμούς, διωγμούς και άγρια κυνηγητά, ξυλοδαρμούς, φωτιές, στολές, μπότες και φυλακές, εκτελέσεις, εγκλήματα, τρομοκρατίες, βιασμούς, βαναυσότητες, τις πιο απάνθρωπες βαρβαρότητες, ταπεινώσεις, περιφρονήσεις και αδίστακτες εκμεταλλεύσεις. Έζησα και γνώρισα τι θα πει πείνα, παγωνιά, πίκρα, κλάμα, δυστυχία και απελπισία. Γνώρισα τη φτώχεια σε όλο της το μεγαλείο.

Το χωριό μου χωρίζεται σε τρεις συνοικισμούς. Στους ντόπιους Θρακιώτες, τους Αγκμπουναριώτες και τους Καβακλιώτες, που ήρθανε από την Ανατολική Ρωμυλία. Το 1924 όλοι οι Έλληνες που ήταν στη Βουλγαρία επιστρέψανε στην πατρίδα, στα χώματα των προγόνων μας. Ξεκινήσανε ολάκερα καραβάνια σε ομάδες-ομάδες και εγκατασταθήκανε σχεδόν σ’ όλη την Ελλάδα. Απ’ ό,τι έχω ακούσει να λένε οι παππούδες μου και οι γονείς μου, άλλοι ξεκινούσανε από τη Φιλιππούπολη, άλλοι από τη Βάρνα, το Καβακλί, τις Καρυές και άλλα μέρη και πόλεις της Βουλγαρίας.

 

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήτανε εργατικοί, προκομμένοι, αγνοί και προοδευτικοί στις ιδέες τους. φιλότιμοι, φιλήσυχοι αλλά και γλεντζέδες. Και πάνω απ’ όλα ήτανε μπεσαλήδες. Ο λόγος που δίνανε είχε τέτοια δύναμη που ήτανε ανώτερος από χίλια γραφειοκρατικά συμβόλαια. Πριν όμως δώσουν το λόγο τους, το σκεφτόντουσαν καλά, για οτιδήποτε συμφωνία και να φτιάχνανε. Μετά κολλούσανε τα χέρια τους δυναμικά, αντρίκεια, και λέγανε σύμφωνοι, μπέσα για μπέσα.

Το χωριό μου είναι χτισμένο στα ριζά, στους πρόποδες των πρώτων υψωμάτων που φτάνουν έως τα βουνά Πιερίας. Μπροστά του ανοίγεται ο μεγάλος κάμπος που φτάνει ως τη Θεσσαλονίκη, Γιαννιτσά και Βέροια στο Νομό Ημαθίας. Βρίσκεται ανάμεσα σε δυο ποτάμια που κατεβαίνουν από πάνω απ’ τα βουνά, το Κρυονέρι και το Λόντζιανο. Το πρώτο κατεβαίνει από την Καστανιά, διασχίζει την Τοπόνιτσα καταχά και χύνεται στην περιοχή μας στον Αλιάκμονα. Το δεύτερο κατεβαίνει από τα βουνά της Βούτσιτας, διασχίζει την περιοχή του Κολινδρού, το Λόντζιανο, και αδειάζει στον Αλιάκμονα, το μεγάλο ποτάμι που χύνεται στη θάλασσα.

 

Απ’ ό,τι έχω ακούσει από τους παππούδες μου και τους γονείς μου, όταν πρωτοεγκαταστάθηκαν στο χωριό, όλη η περιοχή ήτανε ακαλλιέργητη, γεμάτη ρουμάνια και άγριους βάλτους, και μέσα σε λίγα χρόνια αυτή την άγρια περιοχή τη μετατρέψανε σε καλλιεργήσιμη. Μετά το 1950 την κάνανε διανομή στους ακτήμονες. Τώρα είναι όλα καλλιεργήσιμα και γέμισε ο τόπος κτήματα και δεντροφυτείες. Ο μεγάλος κάμπος διασχίζεται από τρία μεγάλα ποτάμια, τον Αξιό, τον Λουδία και τον Αλιάκμονα.

 

Τα απογεύματα τις Κυριακάδες στήνανε χορό στην πλατεία του χωριού. Γυναίκες και άντρες όλοι μαζί πιανόντουσαν σφιχτά από τα ζωνάρια και κάνανε τρεις κύκλους και χορεύανε τοπικούς χορούς όπως ντούζκο, μπαϊντούσκα, συρτό, τσάμικο και άλλα, που εκφράζανε με τις κινήσεις τους και τα τινάγματα στον αέρα χορό του πολέμου. Εκείνα τα τινάγματα στον αέρα και τα απότομα ρυθμικά χτυπήματα των ποδιών τους στο χώμα ήτανε ένα θέαμα που σου έκοβε την ανάσα. Όλα τα παιδιά μαζευόμασταν μέσα στον κύκλο του χορού και άλλα χορεύαμε άλλα παλεύαμε σαν τα μικρά κουταβάκια. Χαιρόμασταν και πανηγυρίζαμε κι εμείς με τον τρόπο μας.

Ο παππούς μου ο Μπαρδούκας ήτανε λεβέντης και δυνατός άντρας στα νιάτα του. Τη γιαγιά μου την αγαπούσε, τ’ αδέλφια της όμως θέλανε να την παντρέψουν μ’ έναν Βούλγαρο που ήτανε πιο πλούσιος και είχε μεγάλη και παλιά αρχοντική οικογένεια. Η γιαγιά μου ήτανε πολύ όμορφη και είχε κάτι το αρχοντικό επάνω της. Τη θυμούμαι. Έφτασε εβδομήντα χρονών και το σώμα της ήτανε αδύνατο και ίσιο χωρίς να κυρτώσει από τα χρόνια που πέρασαν. Τα μάτια της ήτανε λαμπερά και μαύρα σαν τις λαδερές ελιές. Το ίδιο και τα μαλλιά της. Ήτανε μαύρα και με δεκατέσσερις πλεξούδες. Πέθανε και δεν είχε ούτε μια άσπρη τρίχα στο κεφάλι της.
Το λοιπόν την ημέρα που ήτανε να την παντρέψουν με τον Βούλγαρο, ο παππούς μου αρματώθηκε, καβάλησε το άλογό του και μπήκε στη βουλγάρικη συνοικία και την έκλεψε τη γιαγιά μου.

 

Τον παππού τον Μπαρδούκα και τη γιαγιά μου τους αγαπούσα πολύ, γιατί ποτέ δεν μου αγριεύανε κι ούτε μου χαλούσανε χατίρι. Μικρός όταν ήμουνα, θυμάμαι, με παίρνανε στο κρεβάτι τους και με κοιμίζανε ανάμεσά τους με παραμύθια. Κι όταν πεινούσα, μου δίνανε κι έτρωγα όσο ήθελα. Ποτέ δεν τσιγκουνευόντουσαν στο φαί. Όλο το σόι της μάνας μου ήτανε απλοί και καλοί άνθρωποι, ενώ το σόι του πατέρα μου ήτανε όλοι ψωροφαντασμένοι και παριστάνανε τους προύχοντες αριστοκράτες και όλοι μου αγριεύανε. Μόνο ο θείος μου ο Νικόλας μ’ αγαπούσε. Όχι μόνο εμένα, επειδή έφερνα το όνομά του, αλλά και τα άλλα αδέλφια τ’ αγαπούσε όπως και τα δικά του παιδιά. Όσο για τον παππού μου τον Κοεμτζή, πάντα με το μπαστούνι στο χέρι ήτανε.

Ο παππούς μου ο Κοεμτζής είχε οκτώ παιδιά, τρία αρσενικά και πέντε θηλυκά. Μέσα στο σπίτι του έβλεπα διάφορα μεγάλα κάδρα κρεμασμένα στους τοίχους. Μαζί και κάτι παπάδες με μεγάλους σταυρούς στο στήθος που κρεμόντουσαν σε χοντρές αλυσίδες από το λαιμό τους. Εγώ καμιά φορά όταν έβλεπα τον παππού μου στις καλές του και ήθελα να ξανακούσω την ιστορία για τον κάθε έναν που εικονιζότανε στο κάδρο, τον ρωτούσα:
«Παππού, ποιοι είναι αυτοί στα κάδρα;»

 

«Αυτούς που βλέπεις, Νικολάκη μου», μου έλεγε, «να τους θυμάσαι όταν θα μεγαλώσεις, γιατί είναι οι πρόγονοί μας και οι αρχηγοί της οικογενείας μας. Αυτός εδώ που βλέπεις με το μεγάλο σταυρό ήτανε δεσπότης, άγιος άνθρωπος, αυτός στάθηκε ο προστάτης και σώθηκε η οικογένειά μας. Αυτός πάλι ήτανε ο δεύτερος αδελφός του, ήτανε χρυσοχόος. Γι’ αυτό και πήραμε το όνομα Κουγιουμτζής. Αλλά τους πήρε στο λαιμό του ο πιο μικρός τους αδελφός, γιατί αυτοί οι δύο ήτανε φιλήσυχοι και άγιοι άνθρωποι, ενώ ο μικρότερος είχε το διάολο μέσα του. Σαν τον προκομμένο τον πατέρα σου, ζητούσε κι εκείνος ελευθερία και επανάσταση. Έξυνε τα νύχια του όταν έβλεπε Τούρκους μπροστά του και μάλωνε και σκοτωνότανε μαζί τους. Να, αυτός που βλέπεις με τα τσαπράζια είναι».
Και μου έδειχνε το κάδρο που εικόνιζε ένα μουστακαλή λεβέντη να έχει στο σελάχι του πιστόλι και μαχαίρι. Εγώ τον κοιτούσα και τον θαύμαζα. Ο παππούς συνέχιζε να μου διηγείται:

 

«Τον βλέπεις; Αυτουνού σπορά είμαστε. Γιατί ο πατέρας μου ήτανε γιος του. Οι άλλοι δυο δεν παντρεύτηκαν να κάνουν παιδιά.

Η καταγωγή μας είναι από την Ήπειρο, και ξεσπιτωθήκανε όλη η οικογένεια για το μικρό τους αδελφό, γιατί χτυπιότανε κάθε φορά με τους Τούρκους. Και για να μην τους σκοτώσει ο πασάς, γινήκανε οδοιπόροι και μετά από πολλές ταλαιπωρίες φτάσανε στην Ανατολική Ρωμυλία στη Βουλγαρία. Αυτός όμως δεν πρόλαβε να φτάσει στη Βουλγαρία. Κάπου σ’ ένα πέρασμα, για να σώσει τ’ αδέλφια του και το γιο του με τη γυναίκα του, στάθηκε φράχτης σε πέντε Τούρκους. Και έδωσε μάχη και σκοτώθηκε. Έτσι έδωσε στους άλλους την ευκαιρία να σωθούνε πηγαίνοντας σ’ ένα μοναστήρι. Η γυναίκα του όμως δεν ακολούθησε τους άλλους και γύρισε πίσω στον άντρα της, που τον βρήκε βαριά τραυματισμένο, λίγο πριν ξεψυχήσει. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη της. Δεν μπόρεσαν να μάθουν ούτε οι καλόγεροι για την τύχη της. Ετούτον δω όμως τον βρήκανε νεκρό και τον κουβαλήσανε και τον θάψανε στο μοναστήρι. Ο Θεός να τον συγχωρέσει. Ήτανε ο αδούλωτος και δεν σήκωνε καμτσικιά. Γι’ αυτό και χτυπιότανε με τους Τούρκους. Ζητούσε να σιάξει τα στραβά του κόσμου. Όπως ο πατέρας σου, που εγκατέλειψε σπίτι και παιδιά και τραβιότανε στα βουνά και τώρα βρίσκεται στη φυλακή.» Να, τους βλέπεις» -και μου έδειχνε τους παπάδες και τον άλλον που έμοιαζε σαν άρχοντας καλοδιατηρημένος και καλοζωισμένος- «αν δεν ήτανε αυτοί, ίσως σήμερα να μην υπήρχαμε. Αυτοί οι δύο, λόγω που δεν είχανε παιδιά, στηρίξανε όλες τους τις ελπίδες στον πατέρα μου, που τότες ήτανε ένα παιδάκι και έμεινε ορφανό από μάνα και πατέρα. Αλλά και ο πατέρας μου τους έβγαλε ασπροπρόσωπους. Δεν τους διέψευσε. Όταν μεγάλωσε, έμαθε την τέχνη του κουγιουμτζή, παντρεύτηκε, απόκτησε δεκατέσσερα παιδιά που όλα τα πάντρεψε καλά και έζησε εκατόν τέσσερα χρόνια. Σε όλους άφησε τεράστια περιουσία όταν πέθανε. Γιατί οι παππούδες μου ό,τι είχανε το αφήσανε στον πατέρα μου. Αυτοί του αγοράσανε απέραντες εκτάσεις στο Καβακλί και στη Φιλιππούπολη και στη Βάρνα, που τις δουλεύανε δικοί μας πατριώτες Έλληνες. Να, αυτός είναι ο πατέρας μου».
Και μου έδειχνε τον εικονιζόμενο γέροντα με τις φαρδιές τσιγκελωτές μουστάκες στο κάδρο που κρεμότανε στον τοίχο.
«Ο πατέρας σου έχει τ’ όνομά του. Αλλά δεν έχει τα μυαλά του πατέρα μου».
Και γυρίζοντας το βλέμμα στον παππού του τον τουρκομάχο είπε:
«Αυτουνού το όνομα το έδωσα στον θείο σου τον Νικόλα, τον ανεπρόκοπο που μ’ έφαε όλη την περιουσία, που έφερα από τη Βουλγαρία στις κοκόνες και στα χαρτιά. Γι’ αυτό δεν θέλω να τον ξαναδώ στα μάτια μου τον αχαΐρευτο. Κοίταξε παιδί μου να μην του μοιάσεις, να είσαι καλός και ήσυχος. Αλλά απ’ ό,τι βλέπω, όλοι εσείς οι Νικολάδες έχετε το διάολο μέσα στην ψυχή σας».

Ρεπορτάζ: Σταύρος Παπαθανάκης
[email protected]

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.