«Απο που εισαι γιαγια; Εσυ παππου;»
Όσο υπάρχουν παθιασμένοι δάσκαλοι, που έχουν θέσει σκοπό ζωής να «πυρπολήσουν» τις ψυχές και το είναι των μαθητών τους, που αποφεύγουν τη μονότονη εργασία και ρουτίνα της καθημερινότητας καλλιεργώντας κλίμα ενδιαφέροντος, δημιουργικότητας, τόσο τα σχολεία θα μεταμορφώνονται σε κυψέλες εργασίας, φαντασίας, παραγωγικότητας και δημιουργικότητας. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το δημοτικό σχολείο Καλλίστης, όπου μέσα από το πρόγραμμα «Ευέλικτη ζώνη» οι 38 μαθητές του, με την καθοδήγηση των δασκάλων τους Ασημούλας Ζιώγα και Μαρίνας Ουζουνίδου, ρώτησαν, έψαξαν και κατέγραψαν από τους παππούδες και γιαγιάδες τους την ιστορία της οικογένειάς τους. Πρόκειται για μια αξιέπαινη προσπάθεια που παρουσιάστηκε την Παρασκευή το βράδυ σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του σχολείου, συνδυάζοντας την παρουσίαση με τη γιορτή λήξης του σχολικού έτους.
Παρόντες στην εκδήλωση η βουλευτής Ροδόπης κ. Χρύσα Μανωλιά, η οποία και παρουσίασε το βιβλίο, ο δήμαρχος Αιγείρου Βαγγέλης Λίτσος, ο εκπρόσωπος του Νομάρχη Ροδόπης και Πρόεδρος της Νομαρχιακής Εταιρείας Τουρισμού και Ανάπτυξης Γιώργος Πεταλωτής, ο Προϊστάμενος της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Μαρίνος Κωνσταντινίδης, ο Υπεύθυνος Πολιτιστικών θεμάτων της Πρωτοβάθμιας Γιώργος Παγκοζίδης, ο Διοικητής της 872 αποθήκης καυσίμων, δημοτικοί σύμβουλοι και πλήθος κόσμου.
Το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων Βασιλική Παυλακάκη καλωσόρισε τους παρευρισκόμενους χαρακτηρίζοντας την εκδήλωση «σημαντική για το μικρό μας σχολείο. Την περασμένη χρονιά ξεκίνησε μια προσπάθεια από τα παιδιά να συγκεντρώσουν στοιχεία και υλικό για την καταγωγή της οικογένειάς τους στα πλαίσια των προγραμμάτων της ευέλικτης ζώνης. Το αποτέλεσμα ήταν η συλλογή αρκετού υλικού και γεννήθηκε η ιδέα της δημιουργίας ενός βιβλίου. Η ιδέα αυτή υλοποιήθηκε με την υποστήριξη του Νομάρχη Ροδόπης κυρίου Άρη Γιαννακίδη και του δημάρχου Αιγείρου Ευάγγελου Λίτσου, που χρηματοδότησαν την έκδοση και τους ευχαριστούμε θερμά γι’ αυτό». Ακολούθως την εκδήλωση χαιρέτισαν ο Δήμαρχος Αιγείρου Βαγγέλης Λίτσος, ο Γιώργος Πεταλωτής ως εκπρόσωπος του Νομάρχη Ροδόπης, ο Προϊστάμενος της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Μαρίνος Κωνσταντινίδης, ο Υπεύθυνος Πολιτιστικών θεμάτων της Πρωτοβάθμιας Γιώργος Παγκοζίδης, τονίζοντας όλοι τη σπουδαιότητα της προσπάθειας των παιδιών και εκφράζοντας τα συγχαρητήρια στους συντελεστές του εγχειρήματος.
Χρύσα Μανωλιά: «Όταν λειτουργεί έτσι ένα σχολείο, είμαστε πιο σίγουροι για το καλύτερο αύριο των παιδιών μας»
Η κ. Μανωλιά ξεκινώντας την παρουσίαση του βιβλίου ευχαρίστησε τα παιδιά για το ταξίδι που της προσέφεραν, «ταξίδι σε άλλες εποχές, σε άλλες μας πατρίδες, σε άλλα κομμάτια του ιστορικού μας παρελθόντος», όπως είπε χαρακτηριστικά.
«Από πού είσαι γιαγιά; Εσύ παππού; ρωτάνε με δίψα για ιστορίες οι 20 μαθητές του σχολείου της Νέας Καλλίστης. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου.
Οι 8 από αυτούς (ο Χρήστος και ο Σταμάτης Πεχλιβάνης, ο Νίκος Σιδεράς, ο Λάζαρος Καπουκρανίδης, η Λαμπρινή Παυλακάκη, η Αθανασία Ηλιάδου, ο Νίκος Κατεχαλίδης και η Ειρήνη Αγιατζίδου) μένουν στην Νέα Καλλίστη, οι 5 (ο Ραφαήλ Παιδαράκης, η Μαριάνθη Μυριδιάδου, ο Χρήστος και η Ειρήνη Κουλιουμπή και ο Γιώργος Κωνστανταράκης) μένουν στην Πόρπη, η Ζαχαρούλα Μιχαηλίδου μένει στη Μέση, ο Βαγγέλης Σαρχοσίδης στη Γλυφάδα, ο Ραφαήλ και ο Κώστας Μπανιώτης στο Γλυκονέρι, η Αθανασία Ράπτη στη Σάλπη, ο Μάριος-Χρυσοβαλάντης Στοϊκίδης στο Σώστη και ο Νίκος Κακουράκης στην Κομοτηνή.
Από αυτούς τους 20, των 10 μαθητών οι παππούδες και οι γιαγιάδες έμεναν στην Ν. Καλλίστη, των 3 στην Πόρπη, των 2 στο Γλυκονέρι, ενός μαθητή στη Γλυφάδα, ενός στο Σώστη, μιας μαθήτριας στη Μέση, μιας άλλης στη Σάλπη και ενός μαθητή στην Αλεξανδρούπολη.
Από αυτούς τους παππούδες και γιαγιάδες 2 ήρθαν από την Ανατολική Θράκη (δεν αναφέρουν από πού ακριβώς), 2 από το Χάσκιοϊ, 3 από τις Σαράντα Εκκλησιές, 1 από το Γενίκιοϊ, 2 από το Καρλίκιοϊ, 1 από την Κεσσάνη και 1 από Μαστανάρ (δηλ. 12 συνολικά οικογένειες από τη Ανατολική Θράκη), 2 από τον Πόντο (1 από Τραπεζούντα και 1 από το Σοχούμι), 1 από το Ταχταλί της Μικράς Ασίας, 1 από την Ήπειρο (μέσω Βουλγαρίας) και 1 από τη Ρούσα Εκκλησία της Κρήτης.
Ανοίγοντας το βιβλίο ξεπροβάλλουν και μας υποδέχονται τα χαριτωμένα, χαμογελαστά προσωπάκια των μαθητών. Αισθανόμαστε ότι είναι μπροστά μας και μας μιλούν. Μας παίρνουν από το χέρι και μας βάζουν στα σπίτια τους, μας γνωρίζουν τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, ακούμε από το στόμα τους για τους δικούς τους πατεράδες και παππούδες, μαθαίνουμε κομμάτια της ιστορίας μας, γοητευόμαστε, συγκινούμαστε.
Εξαιρετική είναι και η δομή του βιβλίου. Παρόλο που περιέχει και μας δίνει πάρα πολλά στοιχεία, δεν χανόμαστε, δεν μπερδευόμαστε. Μας ξεκουράζει ίσα-ίσα, μας παίρνει στα φτερά του και ταξιδεύουμε σε πατρίδες, σε αγαπημένα μέρη, που το χρώμα τους το κουβαλάμε στα γονίδιά μας.
Κυριαρχούν οι σκηνές ξεριζωμού, ξεδιπλώνονται μπροστά μας με απλότητα (και ίσως γι’ αυτό με ξεχωριστή δύναμη) εικόνες πόνου και απελπισίας.
«Οι πρόγονοί μου έφυγαν από την πατρίδα τους, το Χάσκιοϊ με ένα κάρο, μία αγελάδα, ένα βόδι και λίγα μικροπράγματα, αφήνοντας πίσω τους μεγάλες περιουσίες» μας λένε ο Χρήστος και Σταμάτης Πεχλιβάνης, και η Ζαχαρούλα Μιχαηλίδου συμπληρώνει: «Τον Οκτώβρη του 1922 έφτασε η είδηση ότι αδειάζουν τα χωριά της Ανατολικής Θράκης. Όλοι οι κάτοικοι μαζεύτηκαν στην πλατεία του χωριού με τα μεγάλα τους ζώα, βόδια, αγελάδες, βουβάλια και πρόβατα, και με αμάξια ξεκίνησαν το δρόμο της φυγής, με οδηγό τον καινούργιο παπά. Γύριζαν κι έβλεπαν τα σπίτια τους για τελευταία φορά και έλεγαν: «Θα ‘ρθούμε ξανά, δε θα ξαναρθούμε;».
Τραγική η περιγραφή της Ειρήνης Αγιατζίδου: «Οι Πόντιοι ζούσανε κάτω από οθωμανικό ζυγό, αλλά είχαν πολλά προνόμια. Από το 1897 όμως, όταν οι Έλληνες ηττήθηκαν στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, τα πράγματα άλλαξαν. Οι Τούρκοι απαγόρεψαν τα ελληνικά προϊόντα, τις αγορές σπιτιών ή χωραφιών και οι δολοφονίες των Ποντίων ήταν καθημερινό γεγονός. Οι Τούρκοι, με σύμφωνη γνώμη των συμμάχων τους Γερμανών, σκοτώνουν και διώχνουν τους Πόντιους, καίνε ολόκληρα χωριά, μετατρέπουν τις εκκλησίες σε στάβλους, αρπάζουν τα μικρά ποντιόπουλα και τα εκτουρκίζουν, με σκοπό να αφανίσουν κάθε τι ελληνικό στην περιοχή».
Ακόμα πιο τραγική είναι η περιγραφή του Μάριου Στοϊκίδη: «Όταν άρχισε να οπισθοχωρεί ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία, ο διοικητής του τάγματος ανακοίνωσε στους χωριανούς ότι αποχωρούν και προειδοποίησε τους Έλληνες ότι, αν δεν τους ακολουθούσαν, θα αντιμετώπιζαν την αγριότητα των Τούρκων στρατιωτών. Τα κορίτσια μάζεψαν όπως όπως την προίκα τους μέσα σε μποχτσάδες, ετοίμασαν από μία κατσαρόλα φαγητό για το δρόμο, πήραν ό,τι θεωρούσαν πιο απαραίτητο και ξεκίνησαν όλοι μαζί. Ώρες περπατούσαν ώσπου έφτασαν στο λιμάνι. Γέμιζαν τα καράβια από κόσμο. Σε ένα τέτοιο προσπάθησε να ανεβεί η αδερφή του παππού Πανταζή, η Γαρυφαλλιά, με το μωρό της στην αγκαλιά, αλλά έσπασε η ξύλινη γέφυρα που είχαν τοποθετήσει και βρέθηκε στη θάλασσα, αφού όμως είχε δώσει το μωρό στους συγγενείς της. Έφευγε το καράβι και αυτοί έβλεπαν τη βράκα της να φουσκώνει στη θάλασσα».
Ανείπωτη είναι η αγάπη με την οποία μιλούν οι παππούδες και οι γιαγιάδες για τις χαμένες πατρίδες και με την οποία περιγράφουν τα μέρη που ζούσαν. Η Ζαχαρούλα Μιχαηλίδου λέει: «Το Καρλίκιο, λέει ο παππούς μου, είχε 130 σπίτια. Κάθε οικογένεια είχε στη κατοχή της οικόπεδο 15 περίπου στρεμμάτων. Το σπίτι, το κελάρι, ο φούρνος, ο αχυρώνας, ο στάβλος και το κοτέτσι ήταν συνεχόμενα και επικοινωνούσαν εσωτερικά. Σε πολλά οικόπεδα και μέσα στο σπίτι υπήρχε πηγάδι. Ο οικισμός ήταν 300 χρόνων και οι κάτοικοι ήρθαν από τη Σαμοθράκη».
Ο Ραφαήλ πάλι και ο Κώστας Μπανιώτης λένε: «Οι Σαρακατσάνοι ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι. Ήταν οργανωμένοι σε τσελιγκάτα, δηλαδή μικρές κοινωνίες των 20 – 50 οικογενειών με συγγενικό δεσμό. Αρχηγός του τσελιγκάτου ήταν ο τσέλιγκας που είχε αρμοδιότητες δικαστή και νομοθέτη και η γνώμη του γινόταν δεκτή από όλους χωρίς αντίρρηση. Ήταν μία κοινωνία κλειστή στον έξω κόσμο και οικονομικά αυτάρκης, αφού τα πρόβατα τούς εξασφάλιζαν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους».
Οι δυσκολίες για το καινούριο ρίζωμα ήταν πάρα πολύ μεγάλες, υποστηρίζουν όλοι.
«Η εγκατάστασή τους στο νέο χωριό, στη Ν. Καλλίστη, δεν ήταν και τόσο εύκολη. Στην αρχή κάνανε καλύβες, ώσπου να φτιάξουν ένα μικρό σπιτάκι με πλιθιά. Πάντα τους έλειπε η πατρίδα τους» μας λέει η Λαμπρινή Παυλακάκη. «Τράβηξαν τα πάνδεινα, ψυχικά και σωματικά. Με ενδιάμεσους σταθμούς το Διδυμότειχο, την Αλεξανδρούπολη και την Κομοτηνή, εγκαταστάθηκαν τελικά στην περιοχή της Πόρπης, που έμοιαζε με την πατρίδα» λέει για τους δικούς του ο Γιώργος Κωνστανταράκης, και ο Μάριος Στοϊκίδης συμπληρώνει: «Οι ντόπιοι δεν τους ήθελαν στην αρχή, κι ούτε λόγος να γίνονται γάμοι με πρόσφυγες! Τελικά όμως κατάφεραν να συμβιώσουν ειρηνικά και να επηρεαστούν σε πολλά ο ένας απ’ τον άλλο».
«Τα κατάφεραν χάρη στο πείσμα και την εργατικότητά τους» υποστηρίζει η Μαριάνθη Μυριδιάδου. Το ίδιο λέει με το δικό του τρόπο και ο Νίκος Κατεχαλίδης: «Δεν έχασαν το θάρρος τους και κατάφεραν να οργανώσουν τη ζωή τους», τονίζει.
Και η Ειρήνη Αγιατζίδου από τη δική της πλευρά υποστηρίζει για τους δικούς της: «Οι Πόντιοι με την εργατικότητά τους και τη δίψα τους για ζωή κατάφεραν να σταθούν και πάλι στα πόδια τους και να ενσωματωθούν με τους άλλους Έλληνες, κρατώντας σαν πολύτιμο θησαυρό τα ήθη, τα έθιμα και τα τραγούδια που φέραν από την ανατολή».
Εδώ πρέπει να επισημάνουμε κάτι. Οι αναφορές στις χαμένες πατρίδες, στον ξεριζωμό, στις ταλαιπωρίες, στο καινούριο ρίζωμα κρατούν ένα μικρό κομμάτι του βιβλίου. Το βιβλίο κυριαρχείται από πολιτισμικά στοιχεία, ξεχειλίζει από αναφορές σε συνήθειες, έθιμα, χορούς, τραγούδια, παραμύθια, μουσικά όργανα κ.λπ., που τα κουβάλησαν οι προπαππούδες και οι προγιαγιάδες των μαθητών μας μαζί με την ψυχή τους και τις αναμνήσεις τους, και τα μετάγγισαν με σεβασμό, σαν μεταλαβιά, στα παιδιά τους, στα εγγόνια τους, στα δισέγγονά τους, στους απογόνους τους. Κι ίσως αυτά αποτελούν την πιο σημαντική παρακαταθήκη τους, για να νιώθουμε δυνατές τις ρίζες μας και να παίρνουμε τη δύναμη που χρειαζόμαστε για να παλέψουμε με ευθύνη και δημιουργικότητα για ένα καλύτερο σήμερα, πόσο μάλλον για ένα καλύτερο αύριο για μας και τα παιδιά μας, όπως οφείλουμε.
Ένα πλήθος τέτοιων στοιχείων λοιπόν συναντάμε στις δεκάδες σελίδες του βιβλίου για όλες τις πολιτισμικές ομάδες αναφοράς. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, νιώθουμε να χορεύουμε μαζί τους τους χορούς τους, να τραγουδάμε τα τραγούδια τους, να γελάμε με τα ανέκδοτά τους που ξεπηδάν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, να διασκεδάζουμε με τα παραμύθια και τις παροιμίες τους, να μπερδεύουμε τη γλώσσα μας με τους γλωσσοδέτες τους (καθαρογλωσσίδια, όπως τα λένε), να θαυμάζουμε τις διάφορες φορεσιές τους, να δοκιμάζουμε τα τόσα γλυκά και φαγητά τους, να παίρνουμε μέρος σε έθιμα, σε γιορτές, σε γλέντια, σε παιχνίδια τους. Και φυσικά δε λείπει και το χαρακτηριστικό λεξιλόγιο της κάθε διαλέκτου.
Θα πίστευε κανείς ότι με όλα αυτά τελειώνουν όσα είχαν να μας πουν οι 20 πρωταγωνιστές μας και οι δασκάλες τους. Κι όμως, δεν φαίνεται να αρκούνται ούτε σ’ όλα αυτά τα τόσα πολλά και σημαντικά. Δεν φαίνεται να ικανοποιεί τους συγγραφείς του βιβλίου μόνο η παράθεση στοιχείων, που τα έχουν συλλέξει και τα έχουν επεξεργαστεί τόσο προσεκτικά και με τόσο σεβασμό (όπως δείχνει και το ερωτηματολόγιο, που παρατίθεται κι αυτό στις σελίδες του βιβλίου). Αισθάνονται την ανάγκη να κάνουν ένα βήμα πιο πέρα: να δημιουργήσουν!
Και πράγματι δημιουργούν κάτι εξαιρετικό: ένα απίθανο θεατρικό έργο. «Η Ελλάδα ειν’ ιδώ! Στ’ Θράκ’» είναι ο τίτλος του. Ένα θεατρικό έργο γεννημένο με ευαισθησία και σπιρτάδα και ενδεικτικό όλης αυτής της πολυπολιτισμικότητας. Ένα θεατρικό έργο το οποίο καυτηριάζει με χιούμορ καταστάσεις που μας απασχολούν καθημερινά, (όπως το ευρώ, ο Πλανητάρχης, οι πόλεμοι, τα οικονομικά προβλήματα, η νόσος των πουλερικών κ.λπ.), χρησιμοποιώντας με πολλή τέχνη όλες τις διαλέκτους, και στέλνοντας μηνύματα ειρήνης, ανθρωπιάς, αλληλεγγύης.
Άφησα να αναφέρω τελευταίο κάτι που το θεωρώ ίσως το πιο σημαντικό: πώς γεννήθηκε αυτή η εξαιρετική δουλειά, αυτό το γοητευτικό βιβλίο. Δύο δασκάλες με μπόλικο μεράκι, με πολλή αγάπη για τους μαθητές τους και με πολύ σεβασμό και πίστη στην ιστορία μας και στον πολιτισμό μας. Δασκάλες, που ξέρουν ότι το εκπαιδευτικό έργο δεν εξαντλείται στη μετάδοση γνώσεων. Είναι γοητευτικό να βλέπεις παιδιά να ψάχνουν, να συνεργάζονται, να πληροφορούνται (ερχόμενες σε επαφή γενιές διαφορετικές), και μέσα από την πληροφόρηση να γνωρίζουν τη γνήσια ιστορία, να ανοίγεται μπροστά τους ένας άλλος κόσμος, του παρελθόντος, που χωρίς αυτόν δεν έχουμε στέρεες βάσεις. Γι’ αυτό δε θέλουμε να χαθεί. Δεν πρέπει να χαθεί. Είναι η ιστορία μας, ο πολιτισμός μας, οι μνήμες μας από πρόσωπα σκαμμένα από το χρόνο, πρόσωπα που αγαπάμε, πρόσωπα που αποτελούν ζωντανή ιστορία.
Μόνο αν υπάρχει αυτή η αγάπη και αυτή η σχέση μεταξύ δασκάλων και μαθητών, βγαίνει ένα τέτοιο πανέμορφο και αξιοζήλευτο αποτέλεσμα, όπως αυτό που δημιούργησε το Δημοτικό Σχολείο της Νέας Καλλίστης, που φουσκώνει από χαρά και ικανοποίηση την ψυχή πρώτα των ίδιων των μαθητών και των δασκάλων για το δημιούργημά τους, και μετά όλων μας. Σας ευχαριστούμε γι’ αυτό.
ΜΠΡΑΒΟ λοιπόν παιδιά.
ΜΠΡΑΒΟ συνάδελφοι.
Όταν λειτουργεί έτσι ένα σχολείο, είμαστε πιο σίγουροι για ένα καλύτερο αύριο των παιδιών μας».
Κλείνοντας την εκδήλωση το μέλος του Δ.Σ. του σχολείου Βασιλική Παυλακάκη ευχαρίστησε «τους παππούδες, τις γιαγιάδες και όλους τους συγχωριανούς που άνοιξαν τα σπίτια τους, τις μνήμες τους, τις καρδιές τους στα παιδιά μας. Στα παιδιά μας που είναι το μέλλον αυτού του τόπου και τους ευχόμαστε να είναι πάντα κοντά στις ρίζες και στην παράδοση του τόπου μας.
Και τέλος, ένα μεγάλο μεγάλο ευχαριστώ, από όλους τους γονείς, στους δασκάλους, όχι μόνο για την προσφορά τους στη μόρφωση των παιδιών που είναι μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων τους, αλλά και για την άψογη συνεργασία που έχουμε σε όλα τα θέματα. Μάθαμε γι’ αυτούς τους εκπαιδευτικούς να ακούμε και να ακουγόμαστε, γιατί είδαμε ότι το ενδιαφέρον τους δεν περιορίζεται μόνο στα μαθήματα, αλλά αγαπούν πραγματικά τα παιδιά μας και προσπαθούν για την αναβάθμιση του σχολείου μας και βάζουν τις βάσεις για το μέλλον».
Α.Π.
«Τουρίστ’ στην Καλλίστ’»
Τέλος, τα παιδιά του σχολείου παρουσίασαν θεατρικό σκετς που αναφέρονταν σε μια υποθετική τουριστική ανάπτυξη του χωριού τους, της Νέας Καλλίστης. «Η αναφορά για την υπόθεση του έργου έγινε τυχαία από τα παιδιά και συγκεκριμένα συζητώντας για τις διακοπές τους και πώς θα ήταν τα πράγματα, αν το χωριό τους είχε τουριστική ανάπτυξη. Το ένα έφερε το άλλο. Στη συγγραφή βοήθησαν τα παιδιά με τις ιδέες και απόψεις τους. Η διάθεση ήταν τελείως σατιρική. Πώς θα επιδρούσε σε ένα μικρό χωριό, το οποίο δεν έχει πολλές επαφές με τα αστικά κέντρα και με τις περιοχές τουριστικής ανάπτυξης, η εμφάνιση τουριστών, οι οποίοι θα ανέτρεπαν τα μέχρι τότε στάνταρ της ζωής τους, βέβαια λίγο τραβηγμένο από την πραγματικότητα με τη διάθεση να βγάλει γέλιο», αναφέρει η εκπαιδευτικός Ασημούλα Ζιώγα.
Για να γραφεί δούλεψαν περισσότερο τα παιδιά της Ε’ και ΣΤ’ τάξης υπό την καθοδήγηση των δύο δασκάλων. Η όλη προσπάθεια κράτησε δύο μήνες και όχι με δουλειά συστηματική, αλλά και στο διάλειμμα τα παιδιά ό,τι σκεφτόταν το συζητούσαν με τους δασκάλους. «Συστηματικά δεν δουλέψαμε. Βέβαια τα παιδιά είχαν επαφή με θέατρο. Τα τελευταία χρόνια με τη λήξη του σχολικού έτους ανεβάζουμε μία παράσταση. Όσο δε αφορά στην παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων τουλάχιστον μία φορά το χρόνο φροντίζουμε να τα πάμε σε μια που θα φιλοξενήσει η Κομοτηνή».
Στο έργο συμμετείχαν και τα 32 παιδιά του σχολείου τα μεγαλύτερα είχαν επωμισθεί τους κύριους ρόλους και τα μικρότερα τους μικρούς όπως των τουριστών. Η μουσική των τραγουδιών που ακούστηκαν ήταν επιλεγμένη από τις δασκάλες, οι οποίες και έγραψαν τους στίχους…
Δείγμα της δουλειάς των παιδιών παραθέτουμε παρακάτω με την επιλογή κάποιων σημείων του κειμένου…
Η όλη υπόθεση εξελίσσεται σε καφενείο του χωριού όπου η βουλευτίνα Χρυσωλιά ανακοινώνει ότι κατόπιν ενεργειών της θα επισκεφτούν το χωριό ξένοι τουρίστες, ζητώντας από τους χωριανούς να είναι ευγενικοί με αυτούς και να προετοιμαστούν κατάλληλα. Το παρακάτω κείμενο μας μεταφέρει την προετοιμασία και την άφιξη των τουριστών…
«Καφετζής: (διαβάζει από ένα τετράδιο. Η Κούλα, (η γυναίκα του) τακτοποιεί τον πάγκο)
Λοιπόν έχουμε και λέμε:
σκούλ = σχολείο
Σάλατ = σαλάτα
Ντομέιτο = ντομάτα
Ααα! Εύκολα είναι (κλείνει το τετράδιο)
Κόφι = καφές
Κριμ = κρέμα
Πόρτ = πόρτα
Τραπέζ = τραπέζι
Κούλα: Τι λες χριστιανέ μου; Κόβεις τις λέξεις και νομίζεις πως μιλάς Αγγλικά; Πρόσεξε εμένα:
Ε τέιμπλ (δείχνει ένα τραπέζι)
Ε ντόρ (δείχνει την πόρτα)
Ε παραθύρ (δείχνει το παράθυρο)
Κατάλαβες; Ααα ναι! Έρχονται οι πρώτοι τουρίστες!
Πρόσεχε μην σου ξεφύγουν.
Καφετζής: Γουέλ κάμ
Τουρίστας: Γκουτ Μόρνινγκ.
Καφετζής: γκουτου μόρνι – γκουτου μόρνι
Καμάν,…καμάν,…στάκα μαν…Ιγκλέζ; …Ιγκλέζ;
Τουρίστρια: Νο
Καφετζής: Ουλανδέζ;
Τουρίστρια: Yes, I am from Holland.
Καφετζής: Σι… κάτι! Σι… κάτ! (τους κάνει νόημα να καθίσουν)
Τουρίστας: Where is cat. Ψι… Ψι… Ψι
Κούλα: Τι κάτα βρε λες στους ανθρώπους και φωνάζουνε τη γάτα;
Άστους σε μένα. Γιές πλίιιζ.
Κόφι, σάλατ, γκρικ σαλάτ, γκρικ ντομάτ, Γκρικ σουβλάκ, γκρικ μουσακά, γκρικ κοντοσούβλ’
Τουρίστρια: Νο, Νο, μπίτς,…πλάζ. (Δείχνει στο χάρτη που κρατά)
Καφετζής: Πίτσα θέλουν βρε γυναίκα!
Τουρίστας: Νο, Νο, μπιτς,…πλάζ…
Κούλα: Ααα! Πλατς, πλάτς, πλάτσα πλούτσα. Θάλασσα. Αυτού ίσια κάτ’ (δείχνει)
Τουρίστας: Μπάι μπάι.
Πανάγος: Goodbye. Have a good time.
Καφετζής: Λοιπόν, Κούλα, άκου τι σκέφ’ κα. Αυτούς εδώ πρέπει να τους καλοπιάσ’με μπας και δει του μαγαζί μας κόσμου.
Κούλα: Τι άλλου να κάνου; Να κάτσου να με πατήσουν… Να κάτσουν αν είναι να ‘ρθουν τα ευρά.
Πανάγος: Τι παραπονιέσαι; Τον τουρίστα πρέπει να κάνεις κόπο να τον κρατήσεις. Γιατί νομίζεις πάνε στη Μύκονο και στη Σαντορίνη;
Καφετζής: Μωρέ ξέρου ιγώ γιατί πάν στη Μύκονου, αλλά αν στου πω θα στου πω χωριάτικα κι θα λιγοθμήσεις.
Πανάγος: Έλα, καημένε… χοντράδες! Ακούστε τι θα κάνετε. Θα οργανώσετε ένα χάπενιγκ.
Κούλα: Ένα τι; Εγώ μόνο να μαγειρεύω ξέρω.
Πανάγος: Μια βραδιά με χορό και τραγούδι.
Καφετζής: Και ποιος θα τραγουδάει;
Πανάγος: Εσύ, η Κούλα, ο παπάς, εγώ, η Μαρίκα, όποιος θέλει… Η Καλομοίρα είναι καλύτερη;
Καφετζής: Λοιπόν, ωραία! Οργανώνεται το χάπινιγκ.
(παίρνει την ντουντούκα)
Λέιντις και τζέντλεμαν. Δις νάιτ, θα γίνει στου άουρ βίλατζ α μιούζικ εντ ντάνς νάιτ, φορ γιου. Ούλα τζάμπα. Τζάμπα μαμ, τζάμπα, ρετσίν, τζάμπα ούζ. Ούλ’ γλεντάμ».
Στο πάρτι οι άντρες ξεμυαλίζονται με τις τουρίστριες γεγονός που αναγκάζει την Κούλα να τις διώξει. Στις μέρες που ακολουθούν γίνεται αντιληπτό ότι τα «ευρά» που περίμεναν είναι περιορισμένα αφού το μόνο που τρώνε οι τουρίστες είναι σαλάτες, αλλά και πίνουν πολύ. Από την άλλη άρχισαν να αλλάζουν και οι συνήθειες των χωριανών με αποτέλεσμα και τα παιδιά να μην πηγαίνουν σχολείο…
«Δασκάλα: Καλημέρα, Κούλα.
Κούλα: Τι κάν’ς ιδώ τέτοια ώρα κυρα δασκάλα;
Δασκάλα: Τι να κάνω στο σχολείο μόνη μου;
Κούλα: Τα παιδιά που είνι;
Δασκάλα: Θες να σου πως πού είναι; Άκου:
Ο Περικλής πουλάει αναψυκτικά.
Ο Λάζαρος νοικιάζει ξαπλώστες.
Η Ειρήνη φτιάχνει καφέδες.
Η Λαμπρινή λουκουμάδες και
Ο Χρήστος κάνει το γαμπρό.
Κούλα: Και τα γράμματα;
Δασκάλα: Στον κόκορα! Πού μυαλό για γράμματα!
Κούλα: Εμ! Ανάπτυξη δε θέλαμε;
Αν τουν πιάσου τον Πανάγο…
Αυτός κι οι ιδέες του!
Δασκάλα: Είπαμε να αξιοποιήσουμε τον τόπο μας, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, όχι και να χάσουμε την ταυτότητά μας!
Κούλα: Εγώ δεν ξέρω δασκαλίστικα. Ξέρω ότι θα χάσουμε τσ’ άντρες μας κι τα παιδιά μας.
Παπάς: Και τα πιδιά μας και την πίστη μας, χριστιανοί. Η εκκλησία είναι άδεια. Σήμερα του προφήτου Ελισσαίου, μεγάλη η χάρη του, ούτε ο ψάλτης πάτησε. Έκανε συγκρότημα και τραγουδούσε ως το πρωί στο μπιτς μπαρ.
Κούλα: Σόδομα και Γόμορα! Τι άλλο έμεινε;
Να δω το Δημητρό με φούστα σα το Ρουβά!
Δημητρός: Γιατί; Έχω και ωραία γάμπα!
Παπάς: Σους! Δημητρό! Ντροπή! Σαν εκείνες που’ ρθαν χτες και φωτογράφιζαν τις εικόνες κι ούρλιαζαν σαν λύκ’ όου, όου! Τι είναι μωρέ ο Χριστός; Super Star;
Κούλα: Φωτιά, φωτιά θα πεσ’ να μας κάψ’ παπά μου, χάλασι του χουριό μα μι δαύτους».
Ο επίλογος…
Καφετζής: Λοιπόν χωριανοί. Η κατάστασ’ έφτασι στ’ απροχώρητο. Από παντού ακούγονται γκρίνιες και παράπονα. Ας αποφασίσουμι λοιπόν τι θέλουμι κι τι όχ’
Πανάγος: Δε σε καταλαβαίνω Δημητρώ. Τι εννοείς;
Καφετζής: Δεν καταλαβαίνσ’ ε; Άκου λοιπόν!
Του χουριό μας η Καλλίστ ήταν ένα ήσυχο χωριό. Οι άνθρωποι απλοί κι καλόβολ’. Τα πιδιά μας φρόνιμα που πάνγαν στο σχολειό κι η εκκλησιά μας γιμάτ’ κόσμο κάθι Κυριακή.
Παπάς: Τώρα τίποτα. Είναι άδεια. Ούτε ο ψάλτης έρχεται. Είναι λέει όλοι απασχολημένοι με τον τουρισμό.
Πανάγος: Ελάτε τώρα πάτερ. Η εκκλησία ήταν μια φορά κι έναν καιρό για τους αγράμματους. Ο κόσμος πάει μπροστά. Προοδεύει.
Παπάς: Η πίστη δεν έχει ομάδα Παναγιώτη. Αλίμονο σε όποιον τη χάσει.
Κούλα: Καλά σε λέει βρε! Ήθελα να’ ξερα αν σου συμβεί κάτι τι θα πεις; Βόηθα Ιγγλέζ’ ή βόηθα Παναγιά;
Καφετζής: Και συνεχίζω. Τα παιδιά μας αντί να μαθαίνουν γράμματα, να σπουδάσουν και να γίνουνε σπουδαίοι κατάντησαν γκαρσόνια και υπηρέτες των ξένων.
Δασκάλα: Σωστά. Έτσι είναι κύριε Δημητρό.
Αστυνόμος: Δε λες κι τ’ άλλα κυρ πρόεδρε. Το σαματά που κάνουν. Γυρίζουν όλ’ μέρα κι όλ’ νύχτα με μια μπύρα στα χέρια. Τσιρίζουν και ουρλιάζουν γκουρλα στου μεθύσ’
Τι βλέπουν τα πιδιά μας;
Κούλα: Ντροπές κι ρεζιλίκια. Αμ εσείς;
Καφετζής – Αστυνόμος – Τεμπέλης: ποιοι;
Κούλα: Εσείς οι σερνικοί. Μόλις είδατε σορτς και ξώπλατα χάσατε κι τ’ αβγά κι τα πασχάλια!
Καφετζής: Τα παραλές βρε Κούλα.
(περνάει μια τουρίστρια με σορτς και οι τρεις χαζεύουν και σφυρίζουν)
Κούλα: Τα παραλέω ε; που γκουρλώσατε τα μάτια κι ανοίξατε το στόμα σα χάνοι.
Λοιπόν τέρμα. Στην Καλλίστη ως εδώ ήταν ο τουρισμός. Κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε. Κι όσο γι’ αυτούς, να πάνε στη Μύκονο κι ακόμη παραπέρα.
Όλοι: Ναι, ναι να φύγουν!
Πανάγος: Ε, είστε απαράδεκτοι! Χωριάτες ήσασταν και χωριάτες θα παραμείνετε… Ο κόσμος πηγαίνει στο φεγγάρι κι εσείς κοιμάστε όρθιοι. Είστε 200 χρόνια πίσω. Καλά παθαίνετε…
Κούλα: Α, εσύ σταματημό δεν έχεις. Τώρα θα δεις… (του βουλώνει το στόμα με κολλητική ταινία)
Πολλά μας τα ‘πες. Άιντε και καλό δρόμο! Ε… μα πια!
Έφυγαν ο έφυγαν όλο οι τουρίστ’
Κι έμεινε ή κι έμεινε ήσυχ η Καλλίστ’
Ντάρι ντάρι ντάρι ντάρι
Μας αδειάσαν το παγκάρι!
Ντάρι ντάρι ντάρι ντάρι
Βρε τους πήραμε χαμπάρι»!
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
