«Απο καρδιας»
Την ερχόμενη Παρασκευή 27 Ιουνίου στις 8.30 το βράδυ στο ξενοδοχείο Φιλία θα παρουσιαστεί η έκδοση του Περιφερειακού Τμήματος Κομοτηνής του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού «Από καρδιάς», με ομιλητή το νομάρχη Ροδόπης Άρη Γιαννακίδη και τη δημοσιογράφο Μαρία Αμπατζή. «Από καρδιάς» είναι εξάλλου η κατάθεση της ιστορίας Ερυθρού Σταυρού μέσα από τις δράσεις του παραρτήματος της Κομοτηνής, τις προσωπικές διηγήσεις της Ασπασίας Εμμανουηλίδου – Κυρατζόγλου αλλά και τα δύο αφηγηματικά κείμενα του Καρδιολόγου, Διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θρασύβουλου Κυρατζόγλου.
Εν αναμονή της προσέγγισης της έκδοσης ξεφυλλίζουμε το «Από καρδιάς» σταματώντας σε κάποια σημεία ενδεικτικά της προσφοράς των ερυθροσταυριτισσών και της φιλοσοφίας τους. Η συγγραφή και επιμέλεια των κειμένων καθώς επίσης και η επιμέλεια της έκδοσης είναι της κ. Ασπασίας Εμμανουηλίδου – Κυρατζόγλου.
Αντί προλόγου
Στο «Αντί προλόγου» η κ. Ασπασία Εμμανουηλίδου – Κυρατζόγλου περιγράφει μια ιστορία αφιλοκερδούς ανθρώπινης συνεισφοράς, η οποία μάλιστα παραπέμπει και στην πολυπολιτισμική σύσταση του πληθυσμού της Κομοτηνής.
«Από καρδιάς τούτες οι αράδες. Όπως από καρδιάς και ό,τι μέχρι σήμερα κάνουμε. Με πάσα ειλικρίνεια. Μακριά από πλαστά και επίπλαστα. Χωρίς φτιασίδια.
Ενώπιες ενωπίω. Από τη μια, εμείς, εθελόντριες αδελφές του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Εδώ, στην ακριτική Κομοτηνή. Mε την πληθυσμιακή της ιδιαιτερότητα. Από την άλλη, ο κάθε πονεμένος και στερημένος. «Ο έχων χρεία βοηθείας». Όποιος και να’ ναι. Άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Πόρτας που μπάζει. Στέγης που στάζει από χίλιες μεριές. Κι ένα παράθυρο να τρίζει. Ως πότε, θεέ μας, η βαρυχειμωνιά.
«Πάλι φεύγεις», τη ρώτησε. Δεν του αποκρίθηκε. Φόρεσε βιαστικά το παλτό της. Άνοιξε, γρήγορα, την πόρτα. Ο αέρας αγρίευε. Το χιόνι έπεφτε πυκνό. «Δύσκολα θα βρεις ταξί.» «Δεν πειράζει. Ας είναι. Θα πάω με τα πόδια».
Και πήγε. Ανήμερα Χριστούγεννα. Για να της συμπαρασταθεί. Με ένα λόγο. Με ένα χάδι. Σεμνή και ζεστή, όπως πάντα, η παρουσία της.
Καθοδηγήτρια δύναμή της η θεμελιώδης αρχή του Διεθνούς Κινήματος του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου. Έτσι, σαν θεία επιταγή. «Να προλάβεις και να απαλύνεις τον ανθρώπινο πόνο όπου αυτός βρίσκεται». Και το έκανε. Και θα το κάνει. Γιατί έτσι τη σημάδεψε η μοίρα. Να δίνει χωρίς να προσμένει απολαβή.
Ωστόσο, δίχως άλλο, μεγάλο το μερτικό της. Διπλό και τριπλό. Η αναγνώριση από τον άνδρα της. Η αποδοχή από τον ίδιο τον εαυτό της. Η γαλήνη στα σωθικά της. Και τώρα, το χαμόγελο που εισπράττει από εκείνη.
«Κim’ ό?» «Ποιος είναι;» Ακούγεται μια φωνή καθώς ηχεί το επιθύριο χεράκι – μπρούτζινο ρόπτρο της εξώπορτας. «Εγώ είμαι, καλή μου Αϊσέλ», της λέει. «Εδώ, παρούσα. Και εάν δεν είμαι εγώ, θα’ ναι η Αθηνά, η Σμαρώ, η Ναυσικά, η Ινώ.» Αχ αυτή η Ινώ. Πόσο θα ‘θελε να της μοιάσει.
Από μακριά σαν αντίλαλος ακούσθηκε του μουεζίνη το κάλεσμα. Η τέταρτη προς τον Αλλάχ επίκληση της ημέρας. Αργά απόγιομα. Η Αϊσέλ ξεδίπλωσε το άλικο κιλίμι. Γονάτισε. Κι άρχισε το ναμάζι. Ο αέρας λες κι άλλο δυνάμωσε. Τώρα πια λυσσομανούσε. Για να κάνει πιο έντονη την ηχώ μιας καμπάνας. Σήμανε εσπερινό. Η Ιοκάστη σηκώθηκε και σταυροκοπήθηκε. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου. Έπαρση των χειρών μου. Θυσία εσπερινή. Εισάκουσόν μου Κύριε».
Ο καιρός κι άλλο αγρίεψε.
Το χιόνι το ’στρωσε για τα καλά.
Ο κύβος ερρίφθη ένα Σαββατόβραδο του Μάρτη, του 2007».
Ταξίδι πίσω στο χρόνο
Μέσα από δυο ιστορίες που διηγείται η Ασπασία Εμμανουηλίδου – Κυρατζόγλου. Η πρώτη διαδραματίζεται σε νοσοκομείο της Αθήνας και από τη χρονολογία κατανοεί ο αναγνώστης πόσο φορτισμένη μπορεί να είναι σαν μνήμη, αν και η περιγραφή είναι πυκνή, σταθερή.
«Στάση πρώτη…
Άνοιξη του 1941. Στον αυλόγυρο νοσοκομείου της Αθήνας. Σε μια ανάπαυλα του πολεμιστή. Εκείνοι μόλις επέστρεψαν λαβωμένοι από το μέτωπο. Εδώ, στ’ απάγκιο. Μακριά από τον ορυμαγδό. Κι Αυτή ανάμεσά τους. Συστρατευμένη σε ρόλο Μάνας κι Αδελφής, συνάμα.
Ο ένας λαβωμένος, ανεπανόρθωτα, στον ώμο. Μετά δύο χρόνια θα παντρευτεί. Θα αποκτήσει έναν γιο. Για να τον αφήσει ορφανό, πολύ γρήγορα. Στα τέσσερά του χρόνια.
Στην Εθελόντρια Αδελφή του ΕΕΣ, που συμπαραστάθηκε στον πατέρα του άνδρα μου, ένα μεγάλο ευχαριστώ. Έστω, εξήντα, τόσα, χρόνια μετά.
Είναι το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω…
Εγώ, μια Ερυθροσταυρίτισσα»
Η επόμενη σκηνή – περιγραφή κατά κόρον πανηγυρική, χαρούμενη, συναισθηματικά φορτισμένη ως είθισται στις τελετές απονομής διπλωμάτων, ειδικά όταν μια τελετή οδηγεί αυτόν που ορκίζεται σ’ ένα συνειδητό δρόμο προσφοράς στον συνάνθρωπο.
«Στάση δεύτερη
Οκτώβρης του 1972.
Αθήνα. Αμπελόκηποι.
Δρακοπούλειο.
Αίθουσα τελετών της Σχολής Νοσοκόμων και Επισκεπτριών Αδελφών του ΕΕΣ.
Πανηγυρική εκδήλωση αποφοίτων.
Απονομή διπλωμάτων.
Πόσες και πόσες φορές δεν σταμάτησε, για μένα, εδώ, πισωγυρίζοντας ο χρόνος!
Ανεβασμένη, τότε, στο βήμα. Για ένα χαιρετισμό. Με τη συγκίνηση να με διαπερνά.
Τον ίδιο χαιρετισμό, με πιότερη, όμως, φόρτιση, απευθύνω, σήμερα. Μέσ’ από δω. Τριάντα, τόσα, χρόνια μετά. Σε σας. Στις συσπουδάστριές μου. Όπου και αν βρίσκεσθε. Σε σένα Παρασκευή Μπαλούμη, Ζωή Παναγοπούλου, Aναστασία Κατερέλου, Πολυξένη Χαραλάμπους, Μαρία Κονδράκη, Αγλαΐα Λειβαδίτου… Που τρία χρόνια μαζί. Ολημερίς και ολονυχτίς. Μοιραστήκαμε αγώνες κι αγωνίες. Στα μαθήματα. Στην πρακτική εξάσκηση.
Ο χαιρετισμός μου αυτός μαζί με ένα, από καρδιάς, ευχαριστώ. Σε σένα Διευθύνουσα της Σχολής μας Ευθυμία Χρόνη. Σε σας καλές μου διδάσκουσες Έλλη Δημητρίου, Σταυρούλα Παπαμικρούλη, Στέλλα Ξανθοπούλου, Αθηνά Γιαννοπούλου…
Σε όλες εσάς που, μεθοδικά, σοβαρά και υπεύθυνα, πέρα και πάνω από την επιστήμη και τέχνη της Νοσηλευτικής, μας διδάξατε, κυρίως με το παράδειγμά σας, την Ερυθροσταυρική Ιδέα, που συνθέτουν ο ανθρωπισμός και η φιλαλληλία.
Ασπασία Εμμανουηλίδου – Κυρατζόγλου»
Ξεφυλλίζοντας την έκδοση – η οποία όπως σημειώνεται στην 21 σελίδα «δεν φιλοδοξεί τον τίτλο του βιβλίου» – ακολουθούμε μέσα από πλούσιο φωτογραφικό υλικό και κατάθεση πληροφοριών τη διαδρομή των ερυθροσταυριτισσών.
Σταματάμε σε μια τυχαία σελίδα (βλέπε σελ. 35), σε μια σκηνή από ένα Γεύμα Αγάπης, από αυτά που έχουμε συνηθίσει να παρακολουθούμε μέσα από το ρεπορτάζ κι ένα συνοδευτικό κείμενο γραμμένα από καρδιάς για τους ανθρώπους που δυσκολεύονται να περάσουν τις γιορτές… Αρχικά διαβάζουμε τη λεζάντα της φωτογραφίας.
«Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Δαμασκηνός.
Η βουλευτής κ. Χρύσα Μανωλιά.
Ο Νομάρχης Ροδόπης κ. Αριστείδης Γιαννακίδης
Ο Διευθυντής της Λέσχης Φρουράς Κομοτηνής.
Η Πρόεδρος και η αντιπρόεδρος της Εφορίας Εθελοντριών Αδελφών του Περιφερειακού Τμήματος του Ε.Ε.Σ Κομοτηνής, κ. Ασπα Κυρατζόγλου και κ. Φωφώ Κουτλογεωργίου.
Το ξέρουμε, με μια συνεστίαση δεν λύνεται κανένα πρόβλημα.
Η ανυπόφορη μοναξιά του αποκομμένου από την οικογένεια ηλικιωμένου.
Το πικρό παράπονο της μάνας που το ισχνό βαλάντιο δεν την επέτρεψε να κάνει και φέτος γιορτινό το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Το δάκρυ του μικρού που τον λησμόνησε ο Άγιος Βασίλης.
Είναι γεγονότα όλα αυτά, καθημερινά, που όλοι βιώνουμε.
Μα προσπαθούμε να τα απαλύνουμε.
Κάνοντας ό,τι μπορούμε».
Δυο αφηγηματικά κείμενα
Δυο αφηγηματικά κείμενα με πλοκή και παιδαγωγικό προορισμό με την υπογραφή του Καρδιολόγου, Διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θρασύβουλου Κυρατζόγλου. Η «Ινώ» είναι η διασκευή της διάλεξης που έδωσε ο γιατρός κ. Κυρατζόγλου στην αίθουσα τελετών της νομαρχίας Ροδόπης στις 8 Μαΐου του 1998.
Ας πάρουμε μια γεύση από την Ινώ και την πορεία της από τα τρίτα της γενέθλια μέχρι την οικογένεια και τον εθελοντισμό.
Ινώ
«Καλοκαίρι του 1917.
Ολόκληρη η οικογένεια ταξιδεύει από το Αϊδίνι στη Σμύρνη. Καλεσμένη από τον Τούρκο στρατιωτικό Διοικητή Ταλάτ μπέη. Περνάει με το τρένο από πυρωμένους κάμπους με πολλά λιόδεντρα και συκιές. O θέρος έχει περάσει. Μερικοί αλωνίζουν ακόμη. Κάποιοι στοιβάζουν τα στάχια σε θημωνιές. Τα χωράφια με τα διάσπαρτα στάχια χρυσίζουν στο εκτυφλωτικό μεσημεριάτικο λιόφως. Το βαγόνι έχει αδειάσει από τον ξένο κόσμο και μένουνε μόνοι. Ο πατέρας, η μητέρα, η μεγάλη της αδελφή και εκείνη. Η Ινώ. Στα τρίτα της γενέθλια.
Στο Αϊδίνι της Μικρασίας γεννήθηκε η Ινώ.
Στα γραφικά του καλντερίμια πρωτόπαιξε, ακούγοντας από μακριά, σαν αντίλαλο, του μουεζίνη το κάλεσμα.
Όμορφη τώρα… Ανοικτό μελαχρινό πρόσωπο. Σταράτο δέρμα. Μαύρα, αμυγδαλωτά μάτια. Κατάμαυρες μπούκλες. Χαρωπό σύμβολο μιας ρόδινης, ξένοιαστης ζωής.
Και το τρένο όλο και να ασθμαίνει, σιμώνοντας τη Σμύρνη.
Χειμώνας του 2003…
Κάπου στη Κηφισιά. Απόβραδο. Έξω το κρύο όλο και δυναμώνει. Σαν να χιονίζει.
Γιαγιά πια η Ινώ. Καθισμένη στη φαρδιά πολυθρόνα, δίπλα στο τζάκι, σε ένα όμορφο σπίτι με κήπο.
Με δυο γιους, τρεις κόρες, τρεις νύφες – η μια χήρα – ο ένας γιος συχωρέθηκε δυο χρόνια τώρα, τρεις γαμπρούς, δεκατέσσερα εγγόνια, δύο δισέγγονα.
Απόφοιτη με άριστα της Μαρασλείου Ακαδημίας. Δασκάλα η Ινώ.
Στη σύνταξη εδώ και πολλά χρόνια.
Με αγάπη για ό,τι και αν έκανε. Και έκανε τόσα και τόσα. Και ο καθημερινός μόχθος, οι ατέλειωτες έγνοιες – αυλάκια στο πρόσωπο.
Κάτασπρα τα λιγοστά μαλλιά της. Παραμορφωμένα με όζους τα χέρια της – σημάδια της οστεοαρθρίτιδας που χρόνια τώρα την ταλανίζει.
Πολλές οι χαρές, μα πολλές και οι λύπες. Μεγάλη η λύπη για το χαμό του άνδρα της από την κακιά αρρώστια, εδώ και κάμποσα χρόνια. Μα πιο μεγάλη εκείνη του πρώτου παιδιού της, έτσι που έφυγε απρόσμενα … ξαφνικά. Χωρίς από πριν να αρρωστήσει.
Όλο και την πρόσεχε εκείνη τη ρήση – επίκληση του ιερωμένου στις ακολουθίες η Ινώ. «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν.» Σταυροκοπιόταν όταν την άκουγε. Ίσως, να εισακούσθηκε. Την είχε κάνει, εξάλλου, χρόνια τώρα, ευχή και προσευχή της. Μα δεν το ‘θελε για το γιο της. Ήταν ακόμα νέος. Το προτιμούσε πρώτα για κείνη, την ίδια.
«Ανεξιχνίαστες οι βουλές του Κυρίου» μονολόγησε.
«Μάνα θαρρείς έξω το ’στρωσε» ακούσθηκε η νύφη της.
Αγαπούσε τούτη τη νύφη της. Αγαπούσε όλες και όλους η Ινώ. Νύφες και γαμπρούς, το ίδιο, όπως γιους και θυγατέρες. Λάτρευε τα εγγόνια, μα θαρρείς λίγο περισσότερο εκείνα τα δυο της δισέγγονα.
Γλυκό και ήρεμο τούτο το βράδυ.
Και η Ινώ θέλει πολύ να ξαναζήσει απόψε ό,τι όμορφο έζησε.
Άπλωσε και πήρε το κασελάκι. Έκρυβε τα προσωπικά της. Τα εντελώς δικά της. Πέντε χοντρά τετράδια. Το ημερολόγιό της. Κοντοστάθηκε στις σημειώσεις της: “Ενθυμήματα Εθελόντριας Αδελφής.”
Μετά τη συνταξιοδότησή της σα δασκάλα, αναζήτησε άλλα πεδία δράσης.
Η νωχέλεια δεν ήταν του χαρακτήρα της.
Εντάχτηκε στον Ερυθρό Σταυρό ως Εθελόντρια Αδελφή. Της άρεσε πολύ αυτός ο τίτλος. Συνδύαζε το αφιλοκερδές με την προσφορά. Κάτι πάνω και πέρα από τα συμβατικά. Ξανάνιωσε. Σα να ξαναγεννήθηκε. Αγόρασε τσάντα, τετράδια, μολύβια και πήγε. Μαθητούδι, ξανά. Στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού γινόταν τα μαθήματα. Δεν χόρταινε να τον ακούει. Καθηγητής της Ιατρικής, εκείνος. Απλός, προσηνής. «Κύριε καθηγητά» τον προσφώνησε. Της χαμογέλασε. «Λέγε με καλύτερα… γιατρέ. Έτσι, απλά γιατρέ. Μου ταιριάζει πιο πολύ αυτός ο τίτλος», ευγενικά τη διόρθωσε. Υπόδειγμα σεμνότητας.
“Ενθυμήματα Εθελόντριας Αδελφής”. Ξαναδιάβασε αργά, ξανά και ξανά, τις λέξεις. Τρεις όλες κι όλες. Άνοιξε το χοντρό τετράδιο και το απίθωσε στο μπράτσο της πολυθρόνας. Σηκώθηκε, συνδαύλισε τα κούτσουρα στην πυροστιά. Έριξε μια γρήγορη ματιά στην αυλή – το χιόνι όλο και πύκνωνε – και ξανακάθισε. Άπλωσε τα πόδια στο όμορφο σκαμνάκι με τη ζεστή άλικη τσόχα. Ακούμπησε την πλάτη όσο πιο αναπαυτικά στη μεγάλη πολυθρόνα και άρχισε να διαβάζει και να ονειροπολεί.
Σαν να τη σιγομιλάει εκείνος που τόσο τη συνέπαιρνε.
Ήταν, λέει, της Πεντηκοστής. Ασφυκτικά γεμάτος ο Μητροπολιτικός Ναός. Και η ζέστη και ο λιβανωτός στα ύψη. Εκείνη μόλις που κατάφερε ν’ αποσώσει την τελευταία γονυκλισία. Τρεις όλες και όλες. Και η τρίτη, η πιο μακρόσυρτη. Σαν να την έκοψε. Την πόνεσε και το αριστερό της γόνατο. Εκείνο το χειρουργημένο. Και κει που πάει να σηκωθεί, σαν ν’ ακούει ξανά την εκφώνηση του ιερέα. Απόμακρη που όλο και σβήνει. «Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα του Κυρίου δεηθώμεν». «Δεν μπορεί», απορεί, «δεν μπορεί… αφού είναι τρεις όλες και όλες». Και ξαφνικά ένας κρύος ιδρώτας. Μια ανακατωσούρα στο στομάχι. Και μετά όλα χάθηκαν. Ένας γδούπος ξάφνιασε το εκκλησίασμα. Και η κυρά Κλειώ σωριάστηκε στο πλακόστρωτο.
Και τότε αντί να την αφήσουν ξαπλωμένη και να της σηκώσουν ψηλά τα πόδια, την τράβηξαν και τη σήκωσαν, αφού κοψομεσιάστηκαν, –ήταν βλέπεις καμιά ογδονταριά κιλά- και έτσι χλωμή, ιδρωμένη και αναίσθητη την έστησαν σε μια καρέκλα. Πήραν τη βεντάλια και την έδιναν αέρα. Κάποια έτρεξε, έξω, στη βρύση. Γέμισε ένα μαστραπά και τον άδειασε με όση δύναμη είχε στο πρόσωπο. Μα η κυρά Κλειώ αναίσθητη κι ανέκφραστη τίποτα δεν καταλάβαινε από δαύτα.
Ευτυχώς, βρέθηκε εκείνη η εθελόντρια αδελφή. Απώθησε τις άλλες. Την ξάπλωσε στο δάπεδο. Της ξεκούμπωσε το πουκάμισο. Ψηλάφισε το σφυγμό στην καρωτίδα. Της σήκωσε τα πόδια και η κυρά Κλειώ συνήλθε. «Είμαι καλά» ψιθύρισε. Αυτό ήταν.
Η Ινώ διερωτήθηκε. Κι αν η εθελόντρια δεν ψηλαφούσε σφυγμό στις καρωτίδες;
Ε!, τότε τα πράγματα θα δυσκόλευαν. Έπρεπε να ζητήσει να ‘ρθει γρήγορα ένα ασθενοφόρο. Και να ψάξουν για ένα γιατρό στο εκκλησίασμα, ενώ αυτή θ’ άρχιζε αμέσως καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση. ΑΒC, ελευθέρωση των αεροφόρων οδών (πίσω το κεφάλι, μπροστά η γλώσσα) – τεχνική αναπνοή – καρδιακές μαλάξεις.
Πήρε βαθιά ανάσα.
Θυμήθηκε τον άνδρα της στα τελευταία του.
Πολύ θυμάται τώρα τελευταία τον άνδρα της.
Δεν τον άφηνε τότε να φύγει. Εκείνος βογκούσε μερόνυχτα από τον οξαποδώ και όταν ησύχασε και έκλεισε τα μάτια του, εκείνη δεν άντεξε.
Έπεσε με σπαραγμό καταπάνω του να τον συνεφέρει.
«Μα δεν κάνουμε καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση σε έναν καρκινοπαθή στο τελευταίο στάδιο. Mal practice – μη αποδεκτή πρακτική. Τον αφήνουμε να ησυχάσει. «Πάροικοι εσμέν εν γη αλλοτρία» .
Μα γι’ αυτήν δεν ήταν ο άρρωστος. Ήταν αυτή η ίδια μέσα από εκείνον και για εκείνον. Προχθές, ξανάρθε πάλι στον ύπνο της.
«Έλα, Ινώ» της είπε. «Θα δεις, είναι πολύ πιο όμορφα εδώ πάνω». Πάντα την ήθελε κοντά του. Πενήντα χρόνια, εξάλλου, δεν ήταν και λίγα. Μισός αιώνας μαζί…»
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
