Απαν σ’ αψιμον χασσεφκουνταν εναν μπακιρ’ απες…

Και οι τρεις τους υπέροχοι! Μια γύρα η νοερή παρέα με το δίσκο τα περεσσκί στη μέση και τη φλυτζάνα το ξινόγαλα στο χέρι… Αφημένα δίπλα τα χαλκώματα και οι λύρες… Μεσήλικες, με παιδιά κι εγγόνια να μπερδεύονται στο διάβα τής ζωής τους και αυτοί να κουβαλούν το φορτίο τής παράδοσης με περισσή φροντίδα… Τους γνωρίσαμε χωριστά τον καθένα μα τους νιώθουμε σαν ένα σώμα, μια ψυχή από τα παλιά, μια λαλιά που ξέρει κάποτε θα σβήσει… Μας αρέσουν τα παραμύθια γιατί είναι βγαλμένα από τη μήτρα τής ανθρώπινης φαντασίας και όσο πιο αληθινά τόσο πιο γοητευτικά… Και τους ακούγαμε να μας τα λένε, κι αυτά και άλλα, όσα τους τυράννησαν και όσα οι ίδιοι αγάπησαν και βάλαν στην καρδιά τους… Γεννημένοι και οι τρεις την ίδια πάνω κάτω εποχή, στου ’40 τη δεκαετία που βύζαξε ανθρώπων γενιά απόκληρη απ’ ταγαθά τής ύλης κι όσο φτενόφλουδη είχαν τη ζωή, τόσο γεμάτη με ψυχή κι απαντοχή… Νάτοι στο σήμερα, λογιαστοί για τα παραμυθητικές εξιστορήσεις από την μακρινή εποχή τους, λογιαστοί για τ’ ανάριθμα μυστικά της που κατέχουν και θέλουμε ν’ αποκαλύψουν, ίδια λογάρια κι ωφελήματα για τον πολιτισμό μας… Η κυρά Διαλεχτή η Ζουμπουλίδου, που ζει στην πόλη τής Ξάνθης αλλά μετράει τις πρώτες δυο δεκαετίες τής ζωής της στον Άγιο Κοσμά Χρυσούπολης και τη δεσμευμένη με γάμο στα Λιβερά Σταυρούπολης, τραβάει τη ρίζα της από την Πολίτα τής Τραπεζούντας «και ’πε κει» όλη την πατροπαράδοτη γνώση τής ποντιακής κουζίνας. Ο Μαστρονικόλας ο Ιωσηφίδης που τον ξετόπισε από το Ζυγό τής Ξάνθης η σπιλιάδα τής βιοπάλης, για να τον στείλει στη συμπρωτεύουσα όπου έφτασε να μετράει τριάντα χρόνια κατασκευαστής ποντιακής λύρας, ξακουστός για το χάρισμα να φτιάχνει ζίλια, ζιλογάπανα, γαπάνια στη νότα τού κάθε τραγουδιστή ξεχωριστά. Ο κυρ Λεωνίδας ο Θεοδωρίδης, που ρίζωσε εκεί όπου γεννήθηκε, στα Κιμμέρια της Ξάνθης, κι απ’ τα μικρά του κιόλας έμαθε την τέχνη τού κασσιτερωτή… Αυτήν, που στα χέρια τού πατέρα του τον έθρεψε αυτή που τον μεγάλωσε, αυτήν που πρόλαβε, για λίγο μόνο, να εξασκήσει πριν το αλουμίνιο διώξει απ’ την κουζίνα το μπακίρι…

Τούτοι οι τρεις άνθρωποι είναι στην παρέα μας κι ανιστορούν τη ζήση τους μέσ’ απ’ την τέχνη, για, την τέχνη μεσ’ απ’ τη ζήση τους…

Η ΚΥΡΑ ΔΙΑΛΕΧΤΗ, έχει να μας πει για ρώσικα περεσσκί που τά’ φεραν μαζί τους οι Πόντιοι της Τραπεζούντας το ’22… Εδώ, το πατροπαράδοτο μυστικό βρίσκεται στη μαγιά που είναι φτιαγμένη από άνθη λυκίσκου, φρέσκα ή αποξηραμένα. Καμία σχέση με την μπυρομαγιά ή την ξινή μαγιά… Ιδού λοιπόν η συνταγή της:

«…μαζεύομε το λουλούδ’. Βάλωματο απάν σ’ άψιμον και βράζωματο δύο βούρας λουλούδ’ και δύο κιλά νερόν. Βραζ’ έναν τέταρτον. Και ’πε κει βάλομεν σ’ έναν κατσαρόλαν απές άσπρον αλεύριν δύο βούρας και λίγον άλας για να μη σκολεκιά η μαγιά. Πέρομε τα βρασμένα τα λουλούδεα και στραγγίζομε και πέρομε το ζουμί. Πώς είν’ βρασμένο, χασσέφκουνταν τ’ αλεύρια κι απ’ εκεί χάνομε τα λουλούδεα. Ταράζομε το αλεύρι με το νερόν και περιμένομε να κρυών’. Μετά όταν κρυών’, βάλομε ασό προηγούμενον ση μαγιά, μουσκεύομε τη μαγιάν ώσπου φουσκώνει λίγον και ταράζοματο σο χυλόν απές και τη μαγιά και ση θερμοκρασία που θέλομε, νε πολλά κρύο νε πολλά ζεστόν, τρία – τέσσερα ώρας τουλάχιστο, να έρχεται να ξυνίζ’ και ταράζοματο. Και ’πε κει, βάλομεν λαζουδί αλεύρι και ζυμώνοματο σφιχτά όσον επορούμε. Μετά τέσσερα ώρας απλώνοματο σ’ έναν πανίν απάν να στεγνούται άμον ταρχανά…»

– Και δε μας ξηγάς κυρά Διαλεχτή, από πού θα βρούμε να «βάλομε ασό προηγούμενον ση μαγιά» άμα κάμομε για πρώτη φορά τη συνταγή;

– Τώρα τι με ρωτάς! Η κότα έφτιασε τ’ αυγό, για το αυγό την κότα! Δεν μπορώ να σε ειπώ… Από χέρι σε χέρι πάει η μαγιά…

Καλά. Δεν επιμένουμε… Όμως, μας λέει για τα χρόνια τα δύσκολα ωραία πράγματα… Όπως το έθιμο «της αρραβώνας» που τήρησαν οι δικοί της Τραπεζουνταίοι κάνοντας το Σαμψουνταίϊκο σόι τού αντρός της να θαμάξει… Μόνον, κυρά Διαλεχτή μίλα μας στα ελληνικά: «για κάθε μέλος από την οικογένεια των συμπεθέρων κόψαμε μια κότα και στο τραπέζι ήταν όλα τόσο περιποιημένα που εντυπωσιάστηκαν… Έτσι τιμούσαμε εμείς στα μέρη μας το συμπεθεριό… Οι κότες που ήταν δώρα για τους άντρες είχαν στο ράμφος τους από ένα τσιγάρο και αυτές που ήταν για τις γυναίκες είχαν από ένα τριαντάφυλλο».

«Τι δύσκολα χρόνια!», θυμάται, «κι ήμασταν και ευχαριστημένοι!», απορεί, «γιατί δε ξέραμε πώς ζει ο κόσμος έξω!», ερμηνεύει, «μετά το ’60 που έφευγαν στη Γερμανία, έφεραν άλλη κουλτούρα, άλλα ήθη και πήραμε απάνω μας… Το χρήμα κυβερνάει τον κόσμο!», καταλήγει αποφθεγματικά…

Πώς ήταν δηλαδή;

«Να πώς ήταν… Τα πρώτα χρόνια στην κατοχή και στον εμφύλιο μετά που κάηκε η Χρυσούπολη ήμασταν από αλευρόμυλο σε αποθήκη απ’ το να χωριό στο άλλο… Η μαμά μου μόνη με τρία παιδιά πολεμούσε να χτίσει με πλιθία ένα δωμάτιο να μας βάλει μέσα… Ο πατέρας μας ήταν στον πόλεμο… Μόνο δέκα χρόνια πρόλαβα κι έζησα σε κανονικό σπίτι, αυτό που έχουμε τώρα στον Άγιο Κοσμά, και μετά παντρεύτηκα στα Λιβερά… Μη φανταστείς όπως σήμερα! Σ’ ένα καλάθι από ψηλά κρεμούσαμε το καθημερινό ψωμί να μη το φτάνουν τα ποντίκια και σ’ ένα δοκάρι που κάρφωσε ο μπαμπάς μας μετά πέρα ως πέρα στο δωμάτιο αραδιάζαμε τα υπόλοιπα σκεπασμένα με πετσέτες. Η μαμά μου μαγείρευε σ’ ένα τζάκι με ξύλα. Μ’ ένα μπουρί έφευγε ο καπνός. Δίπλα, σε δύο ξύλα σαν πάγκο, έπλενε τα πιάτα. Δεν είχαμε ευκολίες… Αλλά τα ζωντανά μας τα είχαμε… Και το αυγό μας, και το γάλα, και το γιαούρτι, και το τυρί, και το βούτυρο, και τα ζαρζαβάτια… Απ’ αυτά δεν πεινάσαμε… Αλλά! Κάναμε και πολύ δουλειά από μικρά! Εγώ έπρεπε να καθαρίζω το μαντρί, να φέρνω νερό με το μουλάρι από μακριά, να πηγαίνω στο χωράφι, να βοηθάω τη μαμά μου στις δουλειές… Κι απ’ αυτά έκλεβα χρόνο να πάω στο σχολείο. Ήμουνα καλή μαθήτρια αλλά δεν πήγα πέρα απ’ το Δημοτικό. Και μ’ άρεζε πολύ και το παιχνίδι! Συμμαζεμό δεν είχα άμα έβγαινα να παίξω… Θυμάμαι στο σχολείο ο δάσκαλος μας έλεγε «απ’ τα γράμματα βγαίνει το ψωμί!» και γω απορούσα «άμα δε βάλω καπνά και στάρι πώς θα φάω απ’ τα γράμματα;» Βλέπεις, δεν ήταν κανένας να μας πει «έχει δίκιο οι δάσκαλος! Όντως απ’ τα γράμματα βγαίνει το ψωμί»… Οι γονείς μας ήταν αγράμματοι… Έβλεπα και το δάσκαλο να γυρνάει από σπίτι σε σπίτι για να φάει! Σ’ εμάς, παραδείγματος χάριν, που ήμασταν δύο στο σχολειό, έρχονταν δυο μέρες να τον φιλέψουμε… Κι όταν τέλειωνε τη γύρα, άιντε πάλι απ’ την αρχή! Πώς δηλαδή, σκεφτόμουνα, βγαίνει απ’ τα γράμματα το ψωμί;; Έτσι! Και είχαμε και το πρόβλημα με τη γλώσσα… Στο σπίτι μιλούσαμε μόν’ ποντιακά, στο σχολείο υποχρεωτικά ελληνικά… Στη Δευτέρα τάξη που ήμουν, ο δάσκαλος έβαζε ένα μεγάλο παιδί να «κοιτάει» ποιος μαθητής μιλάει ποντιακά… Ποιος μιλάει; Αυτός! Ξύλο να δεις που έτρωγε όταν έμπαινε μέσα ο δάσκαλος! Κι έτσι, αναγκαζόμασταν να μη μιλάμε για να μη «τις φάμε»… Γιατί άμα ανοίγαμε το στόμα μας δε μπορούσαμε να πούμε ελληνικά! Ποντιακά μάς έρχονταν στη γλώσσα… Πάντως, καμιά φορά σκέφτομαι, πώς τα κατάφερα κι έμαθα τα γράμματα που έμαθα όπως ήταν τότε τα πράγματα! Άξιον απορίας…»

Ο ΜΑΣΤΡΟΝΙΚΟΛΑΣ, έχει να μας πει για τη μεγάλη του αγάπη, την ποντιακή λύρα που με τη μυστική του τέχνη την καταφέρνει να κελαηδάει στις νότες που αυτός θέλει…

«…ο τραγουδιστής που τραγουδάει στο «λα» δε μπορεί να παίξει με μια λύρα που είναι για υψίφωνους όπως ο Χρύσανθος, ο Θυμαρίδης, ο Παρχαρίδης… Αυτοί τραγουδάνε στις νότες «ντο», «ρε», «σι» και παίζουν με ζιλάκι. Οι μπάσοι παίζουν με μεγάλη λύρα, με γαπάνι… Βέβαια, τον παλιό καιρό βγάζανε αναγκαστικά πριμαριστές τις λύρες, ζίλια τα λέν’, για να μπορούν ν’ ακούγονται, επειδή δεν υπήρχαν τα σημερινά μηχανήματα…»

Και κει που μιλάει, πιάνει να μας φτιάξει μια λύρα να δούμε πώς το «κούτσουρο» γίνεται να τραγουδήσει… Έχει τα μυστικά της κρυμμένα στο καπάκι, στα χιλιοστά, στο πάχος… Εργαλεία δε θέλει πολλά… Δυο σφικτηράκια να τη σφίξεις δεξιά αριστερά στη γούλα, μια ψιλή ράσπα, γυαλόχαρτο, καρφάκια, πένσα, πριονάκι, τα βασικά… Τον παλιό καιρό, χρειαζόταν και σκαρπέλο για «ν’ αδειάσει η κοιλιά» από το κομμάτι του ξύλου… Και κόβει, και κολλάει, και σφίγγει και τεντώνει και στο μεταξύ μάς εξηγάει: «τα καλύτερα ξύλα για λύρα είναι το εντοκοκίμελο, δηλαδή η δαμασκηνιά, το τουτ, δηλαδή η μουριά, το αρτούσσι, δηλαδή ο κέδρος, ο κισσός και η ακακία. Το τριαντάφυλλο επίσης, βγάζει πολύ ωραία φωνή. Γενικά, τα σκληρά ξύλα βγάζουν φωνή. Ποντιακή φωνή όμως μπορούν να κάνουν το κοκίμελο, η μουριά και ο κισσός… Μπορεί να λες ‘εύκολο είναι’ αλλά ο κατασκευαστής πρέπει να έχει χάρισμα… Να έχει μουσικό αυτί για να βγάνει λύρα! Να έχει την ποντιακή μουσική μέσα του, να τη γνωρίζει και να τη νιώθει… Αλλιώς, θα βγάνει μπιμπελά αλλά χροιά ποντιακή δεν θα’ χουν…»

Και όσο ζωγραφίζει με το μολύβι τα σχέδια πάνω στη γλώσσα για να τα σκαλίσει με το μονόγραμμά του το «Ν» καλλιγραφικό στο τέλος, μας μιλάει με περηφάνια για τη συμμετοχή του σε ένα πρόσφατο βιβλίο κάποιου πανεπιστημιακού για τα παραδοσιακά όργανα, «που ήρθε από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη για να του δείξω πώς γίνεται η λύρα… Και του τά ’δειξα και τά ’γραψε…» Το όνομά του μόνο δε συγκράτησε… Λόγο δεν είχε… Τον συνεπήρε το ενδιαφέρον που έδειξε ο μορφωμένος άνθρωπος για τη μαστοριά του και η επιβεβαίωση ότι αυτή είναι αξεπέραστη… Φαίνεται πως μερικοί άνθρωποι είναι γεννημένοι για αυτό που κάνουν και ο Μαστρονικόλας δεν έχει να κρύψει τίποτα από το ξεκίνημά του «έφυγα από το Ζυγό πριν τριάντα χρόνια. Για τη Θεσσαλονίκη. Και λέω, θα γίνω λυράρης! Μα ένας αξάδερφος, μου λέει ‘καλύτερα να φτιάχνεις παρά να παίζεις’… Βλέπεις, δεν είχε μεροκάματο τότε η δουλειά! Στο περίπτερο που δούλευα, άρχισα να προσπαθώ την κατασκευή… Και μ’ είδε ο μπάρμπα Θόδωρος, ώρα του καλή εκεί που είναι, και μου λέει ‘σε βλέπω μερακλή, θα σου δείξω εγώ πώς να κατασκευάζεις την ποντιακή τη λύρα’… Ο μπάρμπα Θόδωρος ήταν ο Χειμωνίδης, γνωστός αγιογράφος και άνθρωπος της τέχνης. Και έτσι έμαθα… Δόξα τω Θεώ, σήμερα υπάρχει πολύ ζήτηση, πολλοί λυράρηδες…τα παιδιά θέλουν να μαθαίνουν την παράδοση… Μόνο που δεν μείναν πολλοί κατασκευαστές! Εγώ και κανα δυο ακόμα είμαστε στη Θεσσαλονίκη. Ο ένας μόνο, νέος… Δεν θέλουν να ασχοληθούν! Είναι ζόρικη η τέχνη με τα χέρια…»

Κουβέντα στην κουβέντα, γίνηκε το ξύλο λύρα και πιάνει στα χέρια του το δοξάρι να την προκαλέσει σε ομιλία. Με νότες «σι», «λα» και «λα βιολιού»…Κι όταν τελειώνει το «πρελούδιο», τη σηκώνει και μας την παρουσιάζει απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια: «απ’ εδώ απάνω είναι τα ωττία, δηλαδή τα αυτιά της, αυτό είναι το κιφάλ, τούτη δω είναι η γούλα της, αυτός λέγεται «μπερντές», κι αυτή είναι η γλώσσα με το γαϊδούρ’ κόντρα στις χορδές, κι από κάτω τα ρουθούνια. Αυτός εδώ κάτω λέγεται «παλικαράς» γιατί κρατάει τεντωμένες τις χορδές, αυούτος είν’ ο κώλος και αυτούτη η ράσση της. Και για το δοξάρι, να ξέρεις ότι θέλει τσάρε (σ.σ.: αλογίσια τρίχα) από αρσενικό άλογο… Της θηλυκιάς η τρίχα σάπεται, δεν κάνει! Γιατί την κατουράει και βρωμίζει… Ενώ τ’ αρσενικού είναι όμορφη, καθαρή, και γερή…»

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ Ο ΚΥΡ ΛΕΩΝΙΔΑΣ, που έχει να μας πει για το γάνωμα και τα χαλκώματα…

Ετούτος δεν έφυγε μακριά μήτε άλλαξε μέρη… Στα Κιμμέρια της Ξάνθης η οικογένεια αναντάμ μπαμπαντάμ… ή τουλάχιστον από τότε που θυμάται τον εαυτό του, και δεν είναι λίγες οι δεκαετίες που βαραίνουν την πλάτη του…

Κάθεται χάμω σταυροπόδι μπροστά από την πυροστιά με το φλόγιστρο έτοιμο από κάτω ν’ ανάψει. «Παλιά, δουλεύανε με ξύλα και φυσερά», μας λέει και εννοεί την εποχή που ο πατέρας του, 88 χρονών σήμερα, γυρνούσε φορτωμένος τα εργαλεία της δουλειάς του από μαχαλά σε μαχαλά την Ξάνθη όλη για να γανώσει τα μπακίρια των νοικοκυράδων… «Πέντε παιδιά μας μεγάλωσε μ’ αυτό το επάγγελμα! Θυμάμαι, συχνά έπαιρνε και τη μαμά μαζί, γιατί η δουλειά αυτή θέλει και βοηθό. Πήγαινε σε κάθε χωριό, μάζευε τα σκεύη και αν ήταν λίγα κομμάτια, τα έφτιαχνε επί τόπου, κάτω από κανα υπόστεγο… Αλλά αν ήταν πολλά, τα έφερνε στο σπίτι να τα δουλέψει… Την έμαθα κι εγώ κοντά του αλλά τη σταμάτησα στα δυο χρόνια απάνω… Το ’70 ήταν στις αρχές, που ήρθαν τα αλουμίνια και τα εμαγιέ… Οι νοικοκυρές πέταξαν τα χαλκώματα και έπαψε το μεροκάματο… Σιγά σιγά χάθηκαν και οι γανωτήδες. Σήμερα δεν υπάρχει κανένας. Και όσοι ξέρουν, είναι αποτραβηγμένοι γιατί δεν έχει μείνει καθόλου χαλκός στα μαγειρικά σκεύη…»

Η δική του δουλειά, δεν του επιτρέπει να μας μιλάει ταυτόχρονα με τη διαδικασία όπως του Μαστρονικόλα… Παρακολουθούμε όμως και μας εξηγεί μετά: «χρειάζεσαι ένα παλιό χάλκινο ταψί για να δουλέψεις το σκεύος, μια τσιμπίδα να το πιάνεις, ένα ξύλινο σφυρί να το ισιώνεις όπου βουλιάξει, ένα ψαλίδι, μια συρματένια βούρτσα, μπόλικο μπαμπάκι και μια ξύλινη βάση όπου το ακουμπάς για να μη λερώνει…»

Μάλιστα! Απλά πράγματα που κουβαλιόνται εύκολα μ’ έναν μπόγο, αλλά δεν είναι αυτά που προκαλούν το ενδιαφέρον μας… Τρομερά σύννεφα αναθυμιάσεων σηκώνονται από το σκεύος το οποίο επιδέξια με τα χέρια του δουλεύει πάνω στη φωτιά. Σύννεφα που τον τυλίγουν κυριολεκτικά, κρύβοντάς τον από τα μάτια μας… Και μένουμε με την απορία, πώς μετέτρεψε το πρασινόμαυρο μπακίρι σε απαστράπτουσα ασημόχρωμη κατσαρόλα έτοιμη για μαγείρεμα, την οποία, αν δε γεμίσουμε με νερό και φασόλια μπορούμε κάλλιστα να την τοποθετήσουμε στην πάνω δεξιά γωνία τής κουζίνας κάνοντας τη συνήθη, αισθητική παρέμβασή μας στο σύγχρονα εξοπλισμένο, παραδοσιακό βασίλειο κάθε νοικοκυράς – θηλυκού τε και αρσενικού γένους… «Το γάνωμα ή κασσιτέρωμα, που λέμε, είναι πολύ επικίνδυνη και ανθυγιεινή δουλειά… Γιατί πρώτα πρέπει καθαρίσεις το σκεύος με βιτριόλι, νερό και σύρμα ή ψιλή άμμο. Κιζάπι έβαζε ο πατέρας μου. Πολύ τρίψιμο, να φύγει η πρασινίλα τού χαλκού. Εκεί είναι οι χειρότερες αναθυμιάσεις… Μετά που θα τελειώσεις από το καθάρισμα, θα πάρεις να το κασσιτερώσεις…», και συνεχίζει ο κυρ Λεωνίδας σα να λέει συνταγή για περεσσκί: «…ρίχνουμε απάνω στο σκεύος ‘άσπρο’, δηλαδή βόρακα ή νισαντίρι, μια σκόνη που είναι άσπρη σα ζάχαρη… Μη τη δοκιμάσεις! Δηλητήριο είναι! Αυτό τι κάνει τώρα… Δίνει προτεραιότητα στο καλάι, τον κασσίτερο δηλαδή, όταν το βάλεις απάνω σ’ ένα αντικείμενο…Δηλαδή τον κάνει να περπατεί, τον βοηθάει ν’ απλώνεται παντού και συ βοηθάς στο άπλωμα με το μπαμπάκι… Όλο αυτό γίνεται πάνω από φωτιά, πότε δυνατή πότε λιγότερο δυνατή και έτσι το σκεύος γανώνεται, δηλαδή ασπρίζει, ανανεώνεται, να στο πω…»

Αλοίμονο! Δεν είναι παίξε γέλασε η δουλειά αυτή! Σαν τον καιόμενο βόρακα εξατμίζεται κάθε …σκέψη για ερασιτεχνισμούς πάνω σε μπακίρια τής γιαγιάς! Για καλό και για κακό, ανοίγουμε ένα λεξικό και ό,τι βρίσκουμε μάς απομακρύνει μια και καλή από παν ενδεχόμενο πειραματισμού με το παραδοσιακό επάγγελμα! Διότι στο λήμμα «βόρακας», γράφει: κρυσταλλικό στερεό, ευδιάλυτο στο ζεστό νερό, ένυδρο άλας του βορίου με νάτριο που χρησιμοποιείται ως λευκαντικό, στο λήμμα «νισαντίρι» γράφει: χλωριούχο αμμώνιο, στο «βιτριόλι» γράφει: ισχυρό διαβρωτικό – θειϊκό οξύ! Το μόνο που φαίνεται ακίνδυνο, είναι το καλάι που σα σκληρή πλαστελίνη μπορεί να δώσει μορφή σε εμπνεύσεις άσχετες με «το περί ου» ο λόγος τού κυρ Λεωνίδα… Ο οποίος δηλώνει λάτρης τής παραδοσιακής κουζίνας, όπου «παραδοσιακή» σημαίνει όχι απλώς «συνταγή» αλλά και τρόπος μαγειρέματος… «Ο χαλκός να ξέρεις, μαγειρεύει πολύ νόστιμα φαγητά, είτε είναι στην κατσαρόλα είτε στο φούρνο. Αμά, πρέπει να τον φροντίζεις. Να τον ανανεώνεις γιατί πρασινίζει. Και άμα φας από πρασινισμένο χαλκό, πάει δηλητηριάστηκες!»

Μαρία Β.Μπόντη

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.