Αντιο, νυχτα

Με τίτλο «Αντίο νύχτα» και υπότιτλο «Σχέδια και λόγια» κυκλοφόρησε εσχάτως στις εκδόσεις «Σοφία» το πανέμορφο αισθητικά βιβλίο με σχέδια, συνθέσεις και ζωγραφική του Τάκι Αλεξίου, κείμενα και επιμέλεια έκδοσης Ρενέ Ρέβαχ, σύνταξη κειμένων και πρόλογο Κ.Ι. Τσαούση και εικαστική εισαγωγή της Ντόρας Ηλιοπούλου – Ρογκάν.

Για το τι είναι το βιβλίο μας λέει όμως αναλυτικά, ο καλός κριτικός και ο εκ των «συνεργατών» του βιλίου κ. Κ.Ι.Τσαούσης.

Μια ευτυχής συνάντηση

Τα σχέδια του Τάκι Αλεξίου και τα λόγια της Ρενέ Ρέβαχ συνθέτουν ένα σύνολο που σε άλλη τέτοια έκδοση δεν το έχω συναντήσει στη διάρκεια των είκοσι χρόνων της κριτικής παρουσίασης βιβλίων που επιχειρούσα στον ημερήσιο αθηναϊκό τύπο. Γιατί αυτό το σύνολο κατέχει μιαν ιδιαιτερότητα δυσκολομίμητη: ένα πρόσωπο – το πρόσωπο και το κορμί του που κυριαρχούν στα σχέδια – πρωταγωνιστεί εδώ, και στη διάρκεια της ανάγνωσης του κειμένου και της θέασης των σχεδίων γίνεται ένας πολυπρόσωπος θίασος που παριστάνει το έργο «Αντίο, νύχτα» ερμηνεύοντας την περιπέτεια της κεντρικής ηρωίδας.

Αυτό είναι το κατόρθωμα της τέχνης – της εικαστικής και της τέχνης του λόγου – αλλά πιο πολύ είναι επίτευγμα της συναντίληψης των δυο αυτών συντελεστών ετούτης της έκδοσης απέναντι στις αιχμηρές στιγμές της βιοτικής περιπέτειας του ανθρώπου και των προσπαθειών του να ξεφύγει από τις επιτήδεια στημένες παγίδες στην πορεία του προς ό,τι αποτελεί τη φυσιολογική επιδίωξή του, δηλαδή ν’ αγγίξει τελικά την ευτυχία μέσω του έρωτα και της προσωπικής, επαγγελματικής και άλλης, επιτυχίας.

Είναι μόνο ενός κοριτσιού η φιγούρα που απεικονίζεται στα σχέδια του Τάκι Αλεξίου, η οποία όμως συχνά μοιάζει να διασπάται σε πολλά πρόσωπα, έτσι που ο θεατής αισθάνεται ότι προετοιμάζεται για κάτι άλλο, κι αυτό το κάτι άλλο το συναντάει στο κείμενο της Ρενέ Ρέβαχ που ρέει παράλληλη με τις εικαστικές αποτυπώσεις των «επεισοδίων» της «περιπέτειας» που ιστορείται. Όταν μου παρουσίασαν πρώτα τα σχέδια κι ύστερα το κείμενο χωρίς την παράλληλη ροή τους, αυτόματα το βλέμμα – θεατής αναζήτησε το βλέμμα – αναγνώστης για να συγκεράσει τις δυο εντυπώσεις. Και είχα δίκιο: ο ζωγράφος είχε αποδώσει την ψυχή του κειμένου, και η συγγραφέας είχε χαράξει με τη γραφή της όλη την απογοήτευση του ανθρώπου αλλά και την αγωνία του να βρει τρόπους ώστε αυτή η απογοήτευση να μεταλλαγεί σε κατορθωτή ελπίδα. Και είναι αυτό το ουσιώδες, χαρακτηριστικό της ζωγραφικής που συνάντησε το αδελφό χαρακτηριστικό στο κείμενο της Ρενέ Ρέβαχ – σύμπτωση που γέννησε το ευτυχές αποτέλεσμα, αυτήν την έκδοση. Θα μπορούσα να πω ότι εδώ η εικαστική τέχνη και η τέχνη του λόγου δικαιώνουν τον ορισμό για το χαρακτήρα του έργου τέχνης? ότι ο καλλιτέχνης δηλαδή είναι ο μισός νικητής στον ανθρώπινο αγώνα κατά του χρόνου και το έργο τέχνης είναι το αποκρυστάλλωμα μιας στιγμής, ο δεσμός ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, η γέφυρα ανάμεσα στην ατομική και στην καθολική εμπειρία.

Και στο εκδοτικό αυτό αποτέλεσμα της συνεργασίας ζωγραφικής και λογοτεχνίας δικαιώνεται αυτή η νίκη καθώς η διπλή ιστόρηση μιας βιοτικής περιπέτειας οδηγεί στο ψυχικό και πνευματικό ξημέρωμα της ηρωίδας ύστερα από την άναστρη νύχτα της αμφιβολίας, της αμφισβήτησης και της απόρριψης προσώπων και αισθημάτων. Συμβαίνει λοιπόν εδώ ένα θαύμα; Μα, ναι, και είναι η τέχνη ο θαυματοποιός, χωρίς μεταφυσικές προσφυγές σε δυνάμεις πέραν του κόσμου τούτου? είναι η τέχνη που ετάζει νεφρούς και καρδιές – όπως λέει κάπου το κείμενο της Ρενέ Ρέβαχ – και βγάζει στην επιφάνεια από το σκοτάδι τού μέσα μας κόσμου τις αιτίες των ποικίλων διαθέσεών μας, ξεκαθαρίζοντας έτσι όσα κακά διαστρέφουν το βίο μας και όσες αρετές έχει ανάγκη η ύπαρξή μας.

Κάτι ακόμα για την τέχνη του Τάκι Αλεξίου: λέω πως ταιριάζει εδώ ο λόγος του Λιονέλο Βεντούρι (του εύστοχου Ιταλού τεχνοκρίτη, 1885-1961), ότι δηλαδή στη ζωγραφική δεν είναι το ύφασμα, η απόχρωση του λαδιού ή της τέμπερας, η ανατομία και όλα τα προσφερόμενα για εκτίμηση αντικείμενα, αλλά η συμβολή της στη ζωή μας, η έμπνευση που προσδίδει στις αισθήσεις μας, στην ευαισθησία και στη φαντασία μας.

Δεν κάνει ακριβώς αυτό η τέχνη στην ευτυχή αυτήν εδώ συνάντηση ζωγραφικής και λόγου;

Κ.Ι.Τσαούσης

Οκτώβρης 2001

Ταξίδια ψυχής

«Έχεις τα χρώματα, έχεις τα πινέλα, ζωγράφισε τον Παράδεισο και μπες μέσα».

Νίκος Καζαντζάκης

Έλαχε – που τίποτα δε λαχαίνει στη ζωή των ανθρώπων – να βρεθώ για πρώτη φορά στο νησί της μάνας μου φέτος το καλοκαίρι, στα εξήντα μου, κι αυτό που ένιωσα είναι, ότι πέρα από τ’ άλλα δυο νησιά των προγόνων μου που είχα γνωρίσει από καιρό, οι ρίζες, τα γονίδια, όπως θα λέγαμε σήμερα, από τη μεριά της ήτανε, χωρίς να το γνωρίζω, πολύ πιο βαθιά μέσα μου από αυτά του πατέρα μου.

«Κόλλησα» λοιπόν στη Σύμη κι εκεί που ήταν να μείνω μερικές μόνο μέρες, έμεινα μερικές εβδομάδες. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ψάχνω να βρω κι ένα «χαλατό», ένα απ’ αυτά τα χαλάσματα, τα ερειπωμένα σπίτια που δυσκολεύεσαι πολλές φορές να τα ξεχωρίσεις από τα βράχια και τις πέτρες που είναι φτιαγμένο όλο το νησί.

Σύμη, όπως και όλα τα νησιά, σημαίνει θάλασσα και θάλασσα καράβια και ταξίδια, ταξίδια ψυχής. Γιατί η θάλασσα μπορεί να απομονώνει τον άνθρωπο από τον έξω κόσμο, καταφέρνει όμως και να τον ενώνει με τα βάθη του, με ό,τι πιο αληθινό έχει μέσα του. Κι αυτό είναι κάτι που χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ.

Σ’ αυτά λοιπόν τα βράχια και τις πέτρες, στα κυπαρίσσια και στους φοίνικες, στη θάλασσα και στις πρασινογάλανες παραλίες, σ’ αυτά τα «χαλατά» και τα σπίτια του Γιαλού και του Χωριού, που θυμίζουν συχνά μικρούς Παρθενώνες: στη Σύμη και στους ανθρώπους της, στην εγκαρδιότητα και στο χιούμορ τους, στο … «Σπύρο» και στο «Λάκη», τον παιχνιδιάρη γάτο και το σκύλο «βασιλιά», και στα πολλά κοκόρια της που κατοικούν κι αυτά, χωρίς ταυτότητα αλλά με όνομα ελληνικό πολλές φορές, το νησί, έτσι για να μας ξυπνάνε πού και πού και να θυμόμαστε ποιοι είμαστε, και φυσικά στο σόι της μάνας μου και σε ό,τι πιο ευγενικό και πολιτισμένο έχει προσφέρει ποτέ αυτός ο τόπος, αφιερώνω τα σχέδια και τις συνθέσεις αυτού του βιβλίου, που αν και δε φαίνεται να έχουνε κάποια άμεση σχέση μεταξύ τους, φτιάχτηκαν με αφορμή τα κείμενα ενός νέου ανθρώπου, της Ρενέ, που ταξιδεύει κι αυτή, που ψάχνεται δηλαδή και ψάχνει με ειλικρίνεια και πόνο πολλές φορές (κάτι που έχουν όλα τα ταξίδια της ψυχής) τον Εαυτό της και τον Κόσμο.

Τάκις Αλεξίου – Κοντογιάννης

Σύμη, Σεπτέμβρης 2001

Σφύρα, καράβι, αργήσαμε

Η νύχτα μας εχώρισεν

από όσους αγαπάμε

πριν μας χωρίσει η ξενιτιά.

(Να’ ναι όλοι εκεί στο μόλο;)

Σφύρα, καράβι, αργήσαμε.

Κι αν φτάσουμε όπου πάμε,

στάσου για λίγο, μα ύστερα

σφύρα να φεύγουμε όλο.

Κ.Γ.Καρυωτάκης

Ένα μαντίλι ποτισμένο δάκρυα φυλάσσεται στο συρτάρι της ψυχής. είναι το μαντίλι της Γιαγιάς, της Καρδιάς, της φωνής που λίγο πριν χάσει τη λαλιά της βγάζει μιαν επιθανάτια κραυγή. αυτήν την κραυγή άκουσα και το καράβι της ζωής φούσκωσε τα πανιά του και ξεκίνησε το ταξίδι του στο ανοιχτό πέλαγος.

Το ημερολόγιο του ταξιδιού γίνεται ο απολογισμός μου – η λύτρωσή μου, η ανακούφιση της καρδιάς μου. Οι ζωγραφιές είναι ο καθρέφτης μου και τον κοιτάζω με μάτια που αναζητούν την αλήθεια. στέκομαι και παρατηρώ τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά μου – δάκρυα πόνου, ποτάμια λύτρωσης. Η καρδιά αρμενίζει κι εκείνη μονάχα γνωρίζει να κινεί το κουπί του έρωτα, έναστρος έρωτας που χαράζει μονοπάτια από φως.

Οι ζωγραφιές ποτίζουν τον κήπο πριν μαραθεί και ξεψυχισμένα λουλούδια ανασταίνονται και σκορπούν μυρωδιά αναγέννησης. Οι λέξεις ερωτεύονται τις γραμμές των σχεδίων κι εκείνα με τη σειρά τους αγκαλιάζουν τα γράμματα – τη γνώση.

Το ταξίδι έχει για πατρίδα το Μαζί. εκείνο το Μαζί που πάντα λαχταρούσε η καρδιά μου. Ο κ. Αλεξίου συναντά τον κ. Τσαούση και σφίγγουν τα χέρια – μοιράζομαι μαζί τους την ίδια ανάγκη, αυτήν που μεγαλώνει σαν βρέφος μέσα μου, την ανάγκη να είμαι Άνθρωπος.

Ρενέ Ρέβαχ

Οκτώβρης 2001

Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.