Αγγελου Ελεφαντη: «Η παιδεια μας αλλαξε» και τα μαργαριταρια πολλαπλασιαζονται

Τα μαργαριτάρια που αλιεύουν αλλά και δημοσιοποιούν «οι επιτήδειοι» με αφορμή τις τελευταίες ημέρες την κατάθεση των μηχανογραφικών δελτίων και τις στατιστικές επεξεργασίες των βαθμολογιών είχαν δει το φως της δημοσιότητας στο περιοδικό «Ο πολίτης» από τον Ιούνη. Όχι μόνον έτσι ως μαργαριτάρια που καλύπτουν σελίδες και προσπορίζουν ύλη – ως συμβαίνει συνήθως με τον αθηναϊκό τύπο τώρα – ανακουφίζοντας από την έλλειψη δημοσιογραφικών γεγονότων το καλοκαίρι.

Μια και «Ο πολίτης», ο οποίος και στο τεύχος του Ιουνίου φιλοξενεί μαργαριτάρια από το μάθημα της ιστορίας με τις αμίμητες απαντήσεις ότι οι κομιτατζήδες είναι «εκπρόσωποι των Τούρκων, συνώνυμο του Μπέη» στο ερώτημα τι είναι οι κομιτατζήδες, με κείμενα και θέσεις επωνύμων προσπάθησε και στο προηγούμενο τεύχος και προσπαθεί και σ’ αυτό να αναλύσει το φαινόμενο των μαργαριταριών και γενικά της μικρής απόδοσης των μαθητών, με βαθμολογίες κάτω από τη βάση ιδιαίτερα στα λεγόμενα, παραδοσιακά, θεωρητικά ή ανθρωπιστικής κατεύθυνσης μαθήματα

Αποφεύγοντας το συρμό λοιπόν να καταχωρήσουμε στους αμόρφωτους ή τους αγράμματους συλλήβδην τους μαθητές που πανελληνίως εξετάζονται και σημειώνουν χαμηλές αποδόσεις αν και εισέρχονται στο ελληνικό πανεπιστήμιο, φιλοξενούμε σήμερα το κείμενο ανάλυσης του φαινομένου από τον Άγγελο Ελεφάντη, το οποίο αντλούμε από το τελευταίο τεύχος του «Πολίτη»( τεύχος 112, Ιούλιος 2003)


Κείμενο αποδελτιωμένο για να προσφερθεί σε εκπαιδευτικούς και μαθητές που ακόμη και τώρα, καιρός σχόλης, προσπαθούν να κατανοήσουν αλλά και να εξηγήσουν το τι στην ελληνική εκπαίδευση, που εντούτοις όλο φτιάχνεται, «πταίει…»

Στο περασμένο τεύχος του Πολίτη, με τίτλο «Μαργαριτάρια», δημοσιεύσαμε απαντήσεις μαθητών της Γ΄ Λυκείου στο μάθημα της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας (κατεύθυνση Γενικής Παιδείας). Οι απαντήσεις αυτές δεν είναι φτιαχτές, θα χρειαζόταν άλλωστε το ταλέντο του Μποστ για να επιτευχθεί αυτό το σπαραξικάρδιο αποτέλεσμα, είναι αυθεντικές. Δεν γνωρίζουμε από ποια περιοχή προέρχονται αυτά τα γραπτά ούτε ποιο είναι το ποσοστό των μαθητών που απαντά με τόσο αλαμπουρνέζικο τρόπο. Προσωπικά, είμαι βέβαιος ότι τέτοιου είδους απαντήσεις δεν είναι αντιπροσωπευτικές κάποιου μέσου όρου, δεν εξεικονίζουν το πραγματικό μορφωτικό επίπεδο των αποφοίτων του ελληνικού Λυκείου, το οποίο, χωρίς να είναι ιδιαίτερα υψηλό, νομίζω ότι δεν μπορεί να έχει αυτό το χάλι. Ωστόσο, οι υποψήφιοι που απαντούν στα ερωτήματα με τέτοιους μαργαρίτες – που δεν αλιεύονται μόνο από το μάθημα της Ιστορίας αλλά μπορεί να τους συναντήσει κανείς σε όλα τα μαθήματα – δεν πρέπει να είναι κάτι το στατιστικώς ασήμαντο. Από την άλλη μεριά επειδή το εξεταζόμενο μάθημα ανήκει στη «γενική παιδεία» είναι πολύ πιθανό ότι οι ίδιοι μαθητές στα μαθήματα «κατεύθυνσης» θα μπορούσε να έχουν δώσει, αν μη τι άλλο, αξιοπρεπή γραπτά. Κι απ’ αυτή την άποψη πάλι οι εν λόγω απαντήσεις δε είναι αντιπροσωπευτικές του γενικού μορφωτικού επιπέδου. Θα μπορούσαμε όμως να εικάσουμε ότι οι βαθμοί κάτω από τη βάση και ιδίως οι αρκετά κάτω από τη βάση στο οποιοδήποτε μάθημα αντιστοιχούν ακριβώς σε τέτοια μαργαριτοβριθή κείμενα.

Πάντως, όποιος έριξε μια ματιά στο κείμενο του Πολίτη με τα «μαργαριτάρια», εκτός από τα ακράτητα γέλια – και πώς να μη γελάσει ο πάσα πικραμένος όταν στην ερώτηση τι ήταν το Νιού Ντηλ έρχεται η απάντηση «αυτός που ανακάλυψε το αυτοκίνητο» – δεν μπορεί να μην διαπίστωσε ότι οι εν λόγω μαθητές είναι το λιγότερο «λειτουργικώς αναλφάβητοι»: ορθογραφία χαώδης, γνώσεις μηδενικές, διατύπωση ασυνάρτητη, πλήρης ανικανότητα συλλογισμού. Σαν να μην πέρασαν από πάνω τους δώδεκα χρόνια μαθητείας. Πώς έφτασαν, λοιπόν, στην τελευταία τάξη του Λυκείου;

Ο καθείς, συνδυάζοντας τις οποιεσδήποτε κοινωνιολογικές γνώσεις κατέχει και τις εμπειρικές του παρατηρήσεις, ιδιαίτερα αν έχει κάποια κριτική στάση απέναντι στον εκπαιδευτικό θεσμό, θα δώσει εύκολα την απάντηση γι’ αυτή την παταγώδη αποτυχία: ακατάλληλα βιβλία, ανικανότητα και αδιαφορία των διδασκόντων, ένα εκπαιδευτικό σύστημα εξεταστικοκεντρικό που λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός επιλογής, προέλευση αυτών των μαθητών από τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, αδυναμία των οικογενειών να φροντίσουν κάπως καλύτερα για τη μόρφωση των γόνων τους παρέχοντάς τους ενισχυτική διδασκαλία (φροντιστήρια, ιδιαίτερα κ.λπ.), λίγα τα λεφτά του κράτους για την παιδεία, ανικανότητα του σχολείου να εμπνεύσει στους μαθητές μορφωτικές αξίες κ.λπ. Ισχύουν όλα αυτά, έχουν πλειστάκις επισημανθεί τόσο από διάφορες μελέτες όσο και από τις αναλύσεις του εκπαιδευτικού κόσμου. Και γράφοντας αυτές τις γραμμές δεν προτίθεμαι να προσθέσω κάποια καλύτερη ερμηνεία. Με ενδιαφέρει όμως εδώ ένα ερώτημα κι όχι η εξήγηση του φαινομένου. Και το ερώτημα είναι το εξής: τι γίνεται όταν στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού θεσμού καταγράφονται και τέτοια οικτρά αποτελέσματα, τα οποία δείχνουν ότι το σχολείο δεν επιτυγχάνει να μεταδώσει σε όλους τους τροφίμους του τη στοιχειώδη γενική παιδεία; Τι γίνεται όταν, ακόμα κι αυτή η άκρως συζητήσιμη γενική παιδεία, που παρέχεται με ευθύνη της πολιτείας, δεν μπολιάζει καθόλου πολλούς μαθητές;

Δεν ισχύει το ίδιο σε άλλους θεσμούς. Τα νοσοκομεία, για παράδειγμα, παρά τις πολλές και διάφορες ανεπάρκειες και αναπηρίες τους, δεν αφήνουν ένα ποσοστό ασθενών να πεθάνει χωρίς περίθαλψη. Εδώ έχουμε αποτελέσματα που λένε ότι ένα ποσοστό μαθητών, από πλευράς μόρφωσης, είναι πεθαμένοι και νεκροί, για να χρησιμοποιήσω την ανεπανάληπτη μποστατζόγλεια γλώσσα. Κι ούτε πρόκειται να διορθωθεί αργότερα ο απόφοιτος γιατί το Λύκειο είναι το τελευταίο του σχολείο, η τελευταία ευκαιρία, στο οποίο οι μαθητές μπορούν να εξοικειωθούν με τη γενική μόρφωση. Από κει και πέρα είτε στα ΑΕΙ – ΤΕΙ είτε εκτός αυτών στα διάφορα κέντρα σπουδών ή εμπειρικά, στη «ζωή» που λένε, αρχίζει η όποια επαγγελματική εκπαίδευση που δεν έχει να κάνει με τη γενική παιδεία. Έτσι μπορεί να συναντήσει κανείς κάποιον θαυμάσιο χειρουργό αλλά οι γνώσεις, οι ευαισθησίες και οι δεξιότητες που απέκτησε ως προς τις εκτός ιατρικής – χειρουργικής μορφωτικές περιοχές να είναι ανάλογες με τα «μαργαριτάρια» που μας απασχολούν. Το ίδιο θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε με έναν υδραυλικό ή έναν τραπεζοϋπάλληλο. Τι γίνεται λοιπόν σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Το τι γίνεται το ξέρουμε: τίποτε απολύτως. Οι νέοι αφήνονται μέσα σ’ αυτό το τέλμα που όσο περνούν τα χρόνια αποτελματώνεται. Και μη θεωρήσουμε ότι τα διάφορα συστήματα της δια βίου εκπαίδευσης κ.λπ., που τόσο διαφημίζονται, διορθώνουν την κατάσταση, διότι όλα αυτά έχουν επινοηθεί και οργανωθεί όχι ως συμπλήρωση της γυμνασιακής – λυκειακής γενικής παιδείας αλλά ως ξεκαινούργωμα, συμπλήρωση και εκσυγχρονισμός πεπαλαιωμένων τεχνικών – επαγγελματικών γνώσεων. Ό,τι έγινε έγινε με τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, την ιστορία κ.λπ. για όσους οι μεταλυκειακές σπουδές τους ή η ζωή τους δεν εμπεριέχουν κάτι από τα παραπάνω γνωστικά αντικείμενα, ό,τι έγινε έγινε με τα μαθηματικά, τη βιολογία, τη χημεία, τη φυσική για όσους δεν θα τα ξανασυναντήσουν στη ζωή τους. Στο μορφωτικό ταμείο του καθενός απομένουν τα μαργαριτάρια εφ’ όρου ζωής, εκτός από εκείνους τους ελάχιστους αλλά αξιοθαύμαστους αυτοδίδακτους που τους τρώει το σαράκι της μόρφωσης ώς τας δυσμάς του βίου.

Τα μαργαριτάρια, λοιπόν, παρόλη την πλάκα που προκαλούν δεν είναι της πλάκας. Είναι το φαιδρό σύμπτωμα που δείχνει την αρρώστεια, είναι το καμπανάκι που θα μας έκανε να ανησυχήσουμε. Αλλά πώς να ανησυχήσουμε όταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το αν τα προς εξέταση μαθήματα θα είναι 6 ή 9, αν τα θέματα ήταν «βατά» ή δύσκολα, αν θα πετύχει ο υποψήφιος θέση στην Καλαμάτα ή τη Φλώρινα, αν τα παιδιά στο σχολείο μαθαίνουν πράγματα χρήσιμα και «μοντέρνα», χρήσιμα για την αυριανή επαγγελματική σταδιοδρομία και μοντέρνα που σημαίνει αν η εκπαίδευση συνεισφέρει στην απασχολησιμότητα; Ό,τι δεν θεωρείται μοντέρνο και χρήσιμο αντιμετωπίζεται με αδιαφορία, ξεφεύγει όχι μόνο από τον ψυχολογικό και πνευματικό ορίζοντα του νέου αλλά ακόμη και από τον οπτικό του ορίζοντα: κοιτάζει αλλά δεν βλέπει. Οπότε στο ερώτημα τι σημαίνει «οργανικός νόμος (Κρήτη)» η αδιαφορία, που οδήγησε στην πλήρη άγνοια και ασυναρτησία, υπαγορεύει την τυφλή απάντηση «υποτυπόδης οικονομία του οθωμανικού κράτους».

Παλιότερα ο κόσμος ήξερε χονδρικώς τι ήταν η μόρφωση: το να μάθουν τα παιδιά γράμματα. Και οι πιο εκλεπτυσμένοι ήξεραν ότι «γράμματα» ήταν μια κάποια προσοικείωση με τα φυσικο-μαθηματικά επιτεύγματα του ανθρώπινου νου και μια κάποια προσοικείωση της κλασικής παιδείας. Δεν ξέρω ποια απάντηση θα έδιναν οι σημερινοί μορφωμένοι ή οι ειδικοί. Εκείνο που ξέρω είναι ότι αυτό το ερώτημα δεν απασχολεί ούτε τους εκπαιδευτικούς ούτε τους πολιτικούς υπεύθυνους, ούτε τους προγραμματιστές της εκπαίδευσης ούτε τον κόσμο. Κι όμως είναι το ερώτημα των ερωτημάτων. Μην έχοντας όμως δώσει μια κάποια απάντηση στο ερώτημα τι είναι σήμερα μόρφωση και μορφωμένος άνθρωπος, γιατί να γελάμε που πολλοί απόφοιτοι στο μάθημα π.χ. της Ιστορίας απαντάνε αλαμπουρνέζικα; Μήπως, τάχα, η κοινωνία μας θεωρεί ότι ο ανιστόρητος άνθρωπος ή ο απροσδιόνυσος είναι λειτουργικά αναλφάβητος;

Να προσθέσω κι ένα τελευταίο σημείο, απλώς το θίγω. Τα τελευταία χρόνια το Σχολείο από διδασκαλοκεντρικό που ήταν από πάντα μετατρέπεται, όλο και περισσότερο, σε μαθητικοκεντρικό. Από ‘κει που ο δάσκαλος ήταν το παν, από εκεί που ήταν η γνώση, η τάξη, η ηθική, οι αξίες, από εκεί που ήταν ο μόνος κι αδιαμφισβήτητος ιερέας της μόρφωσης, της ψυχικής και πνευματικής καλλιέργειας, μετά τα κινήματα της αμφισβήτησης, της άνθησης της ονομαζόμενης «νεανικής κουλτούρας», της αδυσώπητης κριτικής των κατεστημένων αξιών και των κατεστημένων θεσμών, της άνθησης και διάδοσης των ιδεολογιών της αυτοπραγμάτωσης και του αντιαυταρχισμού, ο ρόλος του δασκάλου άρχισε να θολώνει. Ο δάσκαλος μαζί με την αυταρχικότητα που αποτελούσε τη δύναμή του έχασε και την προσωπική λειτουργία να εκπαιδεύει. Έγινε ένας χειραγωγούμενος από την εγκύκλιο και την ιεραρχία ενδιάμεσος, που δεν έχει παρά να συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις και να τα βγάλει πέρα, όπως – όπως, με ένα τεράστιο όγκο «διδακτέας ύλης».

Τα ασφυκτικά προγράμματα που πρέπει να υπηρετήσει ο δάσκαλος εκμηδένισαν την οποιαδήποτε προσωπική δυνατότητα διέθεταν οι εκπαιδευτικοί, οποιαδήποτε ελευθερία και πρωτοβουλία. Κανείς πλέον εκπαιδευτικός, ιδίως στη Μέση Εκπαίδευση, δεν έχει τη δυνατότητα επαναλήψεως κι ας έλεγαν οι αρχαίοι ότι η επανάληψη ήταν μήτηρ πάσης μαθήσεως. Ο δάσκαλος εκμηδενίστηκε, από απόλυτη αυθεντία έγινε αυτός που ενοχλεί. Έτσι κι αλλιώς τα παιδιά ξέρουν καλύτερα απ’ τον καθένα ότι τη χρήσιμη «γνώση» για να περάσουν στα ΑΕΙ – ΤΕΙ θα την αποκτήσουν όχι στο σχολείο αλλά στα φροντιστήρια.

Η εκμηδένιση του δασκάλου και τα μαργαριτάρια δείχνουν καλύτερα από οτιδήποτε άλλο πόσο φαιδρή είναι η κομματική διαφημιστική εκστρατεία του υπουργείου Παιδείας (βλέπε της φωτογραφία της δ/σης στο τέλος που διαλαλεί ότι «η παιδεία μας άλλαξε»). Δεν είναι σε θέση να διευκρινίσει αν «η παιδεία μάς άλλαξε» ή αν «η παιδεία μας άλλαξε». Όσοι γνωρίζουν τη διαφορά μεταξύ προσωπικής και κτητικής αντωνυμίας – που διακρίνονται χάρη στον τόνο – μπορούν να καταλάβουν. Οι σημερινοί τελειόφοιτοι του Λυκείου δεν γνωρίζουν αυτή την απλή διαφορά!

Επιμέλεια : Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.