Αναγκαιο πενθος
«Τι πάει να πει αυτό, νεκρός; Αυτή η λέξη δεν ενταφιάζει τίποτα, δεν τελειώνει τίποτα. Κατακεραυνώνει και απελπίζει, δίχως να νικά τον ζωντανό, που ακόμα στέκει ορθός». Η Γκαμπριέλ Ντεμασί με την παραφορά μιας εφηβείας που βρίσκεται στο τέλος της, δεν θέλει να παραχωρήσει καμία εξουσία στη λήθη. Η πιστοποίηση του θανάτου του Εντρε, του εραστή της, εξαφανισμένου για χρόνια κάπου στην Ασία, αντί να εδραιώσει την αδυσώπητη πραγματικότητα της απουσίας, ανασύρει παραδόξως τον νεκρό από τον «κόσμο των φαντασμάτων, εκεί όπου σπεύδει η πενθούσα φαντασία να τοποθετήσει τους απόντες». Η αλήθεια της απουσίας σχετικοποιείται, ενώ ο χαμένος υποστασιοποιείται, γίνεται «ξαφνικά παρών, απτός, επίμονος», καθώς, όπως διαπιστώνει έντρομη η ηρωίδα, «η αναγγελία του θανάτου του τον είχε ξαναφέρει πίσω».
Αν η Γκαμπριέλ αγωνίζεται να κρατήσει όρθιο τον εραστή της με τη «δύναμη της ανάμνησης», η Anne-Marie Garat με αποφασιστικότητα αντάξια της ηρωίδας της επιχειρεί να αναστήσει το λογοτεχνικό παρελθόν του μυθιστορήματος-επιφυλλίδας, εξεικονίζοντας στην ευμεγέθη έκταση του βιβλίου της ένα πολύπτυχο, λαγαρό κοινωνικοπολιτικό τοπίο, το παρισινό παλίμψηστο των αρχών του 20ού αιώνα, όπου διασταυρώνονται πολύμορφοι μυθοπλαστικοί χαρακτήρες, οι οποίοι μαζί με την ατομικότητά τους κουβαλούν στις σελίδες εκείνα τα αντιπροσωπευτικά γνωρίσματα που τους ακινητοποιούν σε μια αυστηρά οριοθετημένη, όχι όμως και αδιάρρηκτη, θέση της ταξικής ιεραρχίας. Μπορεί η Γκαμπριέλ στο τέλος της διαδρομής της να αντιλαμβάνεται πως ο λατρεμένος νεκρός δεν υπήρξε παρά ένα από τα φαντάσματα της παιδικής της ηλικίας και πως γι’ αυτό ακριβώς δεν θα βρει ποτέ έναν τάφο για να εναποθέσει την πένθιμη αφοσίωσή της, οπωσδήποτε όμως η Γαλλίδα συγγραφέας σύλησε αριστουργηματικά αγαπημένους λογοτεχνικούς τάφους, αφήνοντας την αίσθηση πως στο μυθιστόρημά της αναπνέουν σελίδες του Μπαλζάκ, του Δουμά, του Ζολά, του Μαρτέν ντι Γκαρ, του Ευγένιου Σίι και άλλων.
Στα ίχνη του θανάτου
Κεντρικό μοτίβο της μυθοπλασίας είναι η προσπάθεια της ηρωίδας να δικαιώσει την απώλεια του εραστή της ανιχνεύοντας τις συνθήκες του θανάτου του. Ενδεδυμένη ένα προστατευτικό προσωπείο εισχωρεί στους κόλπους μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, αμάλγαμα φθίνουσας αριστοκρατίας και ακμάζοντος αστισμού, ως παιδαγωγός ενός μικρού κοριτσιού, στο φοβισμένο πρόσωπο του οποίου αναγνωρίζει «το φάντασμα της δικής της ορφανής παιδικής ηλικίας». Συναντώντας λίγο αργότερα τον κηδεμόνα του κοριτσιού, τον απροσπέλαστο Πιερ Γκαλέ, τον μόνο άνθρωπο που ενδεχομένως γνωρίζει την αλήθεια του θανάτου τού Εντρε, ανακαλύπτει στα σκοτεινά χαρακτηριστικά του τη φιγούρα του νεκρού. Εχει πολύ ενδιαφέρον στο μυθιστόρημα η υποβλητική απόδοση του βραδυφλεγούς πλησιάσματος των δύο πρωταγωνιστών που επιφέρει την αντιστροφή των πασχόντων υποκειμένων, καθώς βαθμιαία φανερώνεται πως εκείνος που πενθεί, και συνεπώς αγαπά, είναι ο Πιερ και όχι η Γκαμπριέλ. Οταν ο πρώτος τής δίνει, αγνοώντας την πραγματική της ταυτότητα, την ακατανόητη στον ίδιο διαθήκη του φίλου του, ένα τετράδιο με σημειώσεις στα ουγγρικά -γλώσσα ερωτικής συνενοχής για την ηρωίδα και τον εραστή της, τεκμήριο της κοινής καταγωγής- η Γκαμπριέλ διαβάζοντας ένα κείμενο που παρά τη ναρκισσιστική σιγουριά της δεν την περιέχει καθόλου, αποκτά αυτομάτως επίγνωση των αυταπατών της. «Δεν έπαψε να αγαπά κάποιον που δεν είχε ποτέ αγαπήσει• παραιτούνταν από μια μυθοπλασία». Ομως, πριν από την παραίτηση από ψευδαισθητικά πάθη, είχε προηγηθεί η επινόηση μιας άλλης μυθοπλασίας, συνειδητής αυτή τη φορά, η υπόδυση ενός ρόλου που με τρόπο ειρωνικό την έφερε εγγύτερα στον βαθύ εαυτό της καταλύοντας τη σαφήνεια της προσωπικής της ιστορίας. Η συνειδητοποίηση της πλαστότητας του πένθους της την εξορίζει ακαριαία από την παιδική της ηλικία, επιτρέποντάς της να ζήσει επιτέλους στον πραγματικό κόσμο, να αναλάβει την ευθύνη της ενηλικίωσης. Με άλλα λόγια, στο μυθιστόρημα η διερεύνηση του θανάτου απολήγει στην κατάνευση στη ζωή.
Αγάπη ίσον πόνος;
«Δεν υποφέρουμε παρά μόνον ανάλογα με το κακό που κάνουμε στον εαυτό μας, εμείς οι ίδιοι, ή από αυτά που δίνουμε στους άλλους το δικαίωμα να μας κάνουν. Το περιθώριο του πόνου που τους παραχωρούμε. Που είναι ίδιο με της αγάπης». Η ιδεαλιστική θλίψη της ηρωίδας για τον χαμένο έρωτα αποδεικνύεται συνώνυμη μιας ανομολόγητης ανάγκης για ένα ρομαντικό μαρτύριο. Υποδυόμενη μια περιπαθή οδύνη ένιωθε υποχρεωμένη να χύνει δάκρυα πάνω από ένα φαντασιώδες μνήμα, να λογοδοτεί σε έναν απόντα τόσο εξιδανικευμένο που καταντούσε αφόρητος. Αλλωστε η απουσία αυτή καθεαυτήν συνέτεινε αβίαστα στην ταύτιση της αγάπης με τον πόνο. Πώς αλλιώς να εκφραστεί το αίσθημα γι’ αυτόν που λείπει παρά με τον θρήνο για τον χαμό του; Γι’ αυτό η ηρωίδα είχε η ίδια εξουσιοδοτήσει το δεσποτικό της φάντασμα να τη βασανίζει στη βάση ενός μακάβριου συμφωνητικού. Ο Εντρε θα υπήρχε όσο εκείνη θα υπέφερε για την ανυπαρξία του. Αν και ανέντιμη στη συναισθηματική της συντριβή, η Γκαμπριέλ είναι ωστόσο αρκετά ώριμη για να ορίσει την αγάπη σαν κάτι «που μπορούμε να δώσουμε δωρεάν, δίχως να το έχουμε, και μπορούμε να γίνουμε ιδιοκτήτες της απώλειάς του μόνο…».
Βέβαια, το ενδεχόμενο αυτής της τρομερής ιδιοκτησίας η Γκαμπριέλ το βιώνει με τον Πιερ και όχι με τον Εντρε. Η αδήριτη ανάγκη του σώματός της για το σώμα του ζωντανού άνδρα επιφέρει τους ύστατους σπασμούς του κίβδηλου πένθους της. Ομως αυτή η αδιαπραγμάτευτη επιθυμία της σάρκας είναι για την ηρωίδα απολύτως ασύγγνωστη, καθώς τη φέρνει αντιμέτωπη με την υποκρισία της. Διότι πώς μπορεί τώρα πια «να καλύψει το φρικτό λείψανο, αφού είχε ανασηκώσει το σάβανό του;» Ο θάνατος του εραστή της παίρνει ξαφνικά ένα πολύ ξεκάθαρο σχήμα, αποκτά τη μορφή της απρόσμενης ερωτικής της ευτυχίας χάρη σε κάποιον άλλο. «Υπήρχε κάποια μοιραία στιγμή όπου εκείνη γελούσε, κι εκείνος πέθαινε». Και εκείνη που δεν ήθελε με τίποτα να ξεχάσει, που λαχταρούσε να κρατήσει τον νεκρό «στο σύνορο του ορατού», θα αρχίσει να προσδοκά εμμανώς την «αυτοκτονία της μνήμης». Θα θανατώσει το πένθος της, άτοπο ούτως ή άλλως, από τη στιγμή που απευθυνόταν σε έναν «νεκρό που διάλεξε τον θάνατο», σε κάποιον που δεν υπήρξε για εκείνη παρά μόνον πεθαίνοντας. Αν επιθυμεί ακόμα την ανάσταση του Εντρε είναι μόνο για χάρη του Πιερ, του οποίου η ειλικρινής καταρράκωση μοιάζει να μέμφεται τη δική της σκηνοθεσία της λύπης. Οπως και αν έχει, παραμένει απαραγνώριστη η ειλικρίνεια της αμφίπλευρης έλξης των ηρώων, που εδράζεται σε ένα ουσιώδες κοινό σημείο, στην ανάγκη τους να χρησιμοποιούν τη μορφή του νεκρού σαν κάτοπτρο όπου αντικρίζουν τη συνύπαρξη των ειδώλων τους.
Οπως θα τολμήσει να τονίσει κάποτε η ηρωίδα στον Πιερ, «εδώ ή αλλού, ποτέ δεν απαλλάσσεται κανείς από τον εαυτό του. Τον κουβαλά μέσα στις αποσκευές του, ό,τι ταξίδι και αν κάνει». Η Γκαμπριέλ, μια «Εύα του μέλλοντος», εγκαταλείποντας ένα φάντασμα που εγκατοικούσε στον ψευδεπίγραφο Παράδεισο της ανηλικότητας για να συναντηθεί με τον εξίσου φασματικό διάβολο μιας Κόλασης ανύπαρκτης, καταλαβαίνει πως δεν υπάρχει πουθενά το εδεμικό «αλλού» που απαλλάσσει από το ιδιαίτερο βάρος αυτής της αποσκευής.
Λίνα Πανταλέων, «Βιβλιοθήκη», «Ελευθεροτυπία»,09/01/2009
Υ.Γ.: Σπουδές θανάτου αγαπημένων, εν ζωή… Προς παραμυθία… Αν και δεν υπάρχει «πουθενά το εδεμικό «αλλού» που απαλλάσσει από το ιδιαίτερο βάρος αυτής της αποσκευής…»
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
