«Αν ξεκινουσα τωρα, δεν θα γινομουν φουρναρης»
«Όλοι οι φούρνοι στην εποχή μου δούλευαν με ξύλα. Το 1958 με ‘60 μπήκαν οι πρώτοι γερμανικοί κλίβανοι και αργότερα αντικαταστάθηκαν όλοι οι φούρνοι. Ήμασταν 48 μέσα στην Κομοτηνή και μείναμε 16», θυμάται ο Μιχάλης Χατζής, συνταξιούχος αρτοποιός, μετά από 39 χρόνια σκληρής δουλειάς. «Το ξενύχτι την δυσκόλευε πολύ», δηλώνει για τη δουλειά του και εξηγεί: «Σηκωνόμασταν στις δύο, στις τρεις, στις τέσσερις τα ξημερώματα. Όλοι πήγαιναν για να γλεντήσουν κι εμείς για ύπνο, για να μπορέσουμε να σηκωθούμε στην ώρα μας».
Πόσα χρόνια ήσασταν αρτοποιός κύριε Μιχάλη;
Έκανα 39 χρόνια φούρναρης.
Ήταν δύσκολη η δουλειά σας;
Πάρα πολύ δύσκολη δουλειά. Πάρα πολύ δύσκολη! Το ξενύχτι την δυσκόλευε πολύ, σηκωνόμασταν στις δύο, στις τρεις, στις τέσσερις τα ξημερώματα. Όλοι πήγαιναν για να γλεντήσουν κι εμείς για ύπνο. Όσο δουλεύεις, για να πετύχεις, πρέπει να σηκώνεσαι νωρίς. Εγώ ξυπνούσα πάντα στις τέσσερις. 39 χρόνια ξυπνούσα μόνος μου, χωρίς καν ξυπνητήρι, πάντα στις τέσσερις.
Για να τα βρουν έτοιμα οι καταναλωτές;
Έπρεπε να βγουν όλα νωρίς. Δεν έβγαζες μόνο ψωμί, αλλά και κουλούρια και αρτοσκευάσματα. Αυτά σου έπαιρναν χρόνο και ήθελες και προσωπικό, με έναν άνθρωπο και με δύο, δεν γίνεται αυτή η δουλειά.
Πόσα ψωμιά ψήνατε την ημέρα;
Άρχισα από 150 ψωμιά, αλλά υπήρχαν συνάδελφοι που έβγαζαν και 800 ψωμιά την ημέρα. Βάλε τώρα με το νου σου, 150 την ημέρα επί τόσα χρόνια, καταλαβαίνεις πόσες χιλιάδες ψωμιά πέρασαν από τα χέρια μου.
Πότε ήταν πιο νόστιμο το ψωμί, τότε ή σήμερα;
Τον παλιό καιρό είχε καλύτερα σιτάρια και καλύτερο ψωμί. Τώρα τα χημικά και τα βελτιωτικά που μπαίνουν μέσα δίνουν εμφάνιση στο ψωμί, όχι όμως και γεύση.
Οι φούρνοι έκαιγαν ξύλα;
Όλοι οι φούρνοι τότε δούλευαν με ξύλα. Το 1958 με ‘60 μπήκαν οι πρώτοι γερμανικοί κλίβανοι και αργότερα αντικαταστάθηκαν όλοι οι φούρνοι. Ήμασταν 48 μέσα στην Κομοτηνή και μείναμε 16. Άνοιξαν φούρνοι στα χωριά με αποτέλεσμα σήμερα να είναι 65.
Εσείς πώς βρεθήκατε στο χώρο;
Ήταν οικογενειακό επάγγελμα. Από τον παππού μου το βρήκαμε, συνέχισε ο πατέρας μου και μετά εγώ. Συνέχισα την παράδοση της οικογενείας δηλαδή.
Ήταν επάγγελμα που έχαιρε της εκτίμησης της κοινωνίας;
Άλλα χρόνια τότε, άλλη η ζωή. Πρώτα – πρώτα γινόταν αυστηρότατοι έλεγχοι από το Τμήμα Εμπορίου και το Τμήμα της Αγορανομίας. Το κράτος ήταν παρόν, μπορώ να πω ότι έκανε και πολιτική ψωμιού, όριζε την τιμή. Κερδίζαμε λίγα, αλλά σταθερά κάθε μέρα.
Η τιμή του στο διάβα των χρόνων πώς εξελίχθηκε;
Το πήρα 2 και 10, 2 και 30, 2 και 40. Το 1967 κάπως απελευθερώθηκε και έγινε 4, 4,50 και 4,80 και 5. Από την Μεταπολίτευση και μετά το επάγγελμα έγινε ελεύθερο και ο καθένας πωλούσε ανάλογα με τις δυνατότητές του. Αν είχε για παράδειγμα εργάτες έβαζε κάτι παραπάνω στην τιμή του ψωμιού. Αν ήταν μόνος του ερχόταν πιο φθηνό, οπότε συγκρατούσε την τιμή…
Πότε ο κόσμος χόρτασε ψωμάκι; Ποια εποχή το έπαιρνε με ευκολία;
Παλιότερα έτρωγε ο κόσμος ψωμί, τώρα δεν τρώνε μου φαίνεται. Όλο δίαιτα και δίαιτα λένε. Δεν τρώνε ψωμί για να μην παχαίνουν. Βγήκαμε από πολέμους και κατοχές με αποτέλεσμα να στραφεί ο κόσμος στο ψωμί. Εκείνα τα χρόνια έτρωγε ψωμί με βουλιμία. Τώρα έχουμε ένα σωρό αρτοσκευάσματα.
Πώς σχολιάζετε αλήθεια αυτή την πληθώρα των ειδών αρτοποιίας;
Για μας είναι περισσότερη η δουλειά. Σίγουρα κάτι μαρτυρά και για τις συνήθειες του κόσμου. Ο κόσμος δεν ξέρει τι θέλει μάλλον…
Αν ξαναρχίζατε τώρα, πάλι φούρναρης θα γινόσασταν;
Όχι, αν ξεκινούσα τώρα, δεν θα γινόμουν φούρναρης, γιατί είναι «τυραννία» που δεν την αναγνωρίζει κανείς. Κανένας απολύτως! Τον παλιό καιρό οι αρτοποιοί πέθαιναν νέοι, δεν έφταναν καν τα 55!
Αλληλεγγύη υπήρχε μεταξύ των αρτοποιών;
Συναγωνισμός υπήρχε, όσον αφορά στην τιμή του ψωμιού. Όταν δεχόμασταν πιέσεις απ’ έξω γινόμασταν όλοι ένα, μια γροθιά. Θυμάμαι κλείναμε και τους φούρνους, τρεις και πέντε μέρες. Είχαμε κι εμείς τα δικά μας αιτήματα. Καταρχήν είχαμε κατοχυρωμένο επάγγελμα και η επταετία μάς το κατήργησε. Τώρα είναι όλα ελεύθερα, ο καθένας μπορεί να λειτουργήσει φούρνο.
Η πληθώρα αρτοποιών ανεβάζει και την ποιότητα;
Ο καθένας προσπαθεί να κάνει κάτι το καλό, να προβληθεί και να επιβληθεί στην αγορά. Δεν γίνεται κατορθωτό πάντα, είναι περισσότερο θέμα πείρας και λιγότερο τύχης. Το καλό ψωμί βγαίνει από το καλό αλεύρι που γίνεται από το καλό σιτάρι. Πρέπει όλα μαζί να συνδυάζονται άριστα για να βγάλεις καλό ψωμί.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
