Αυστριακα σαλε στα Πετρωτα της Ροδοπης…
Ο σκύλος μας υποδέχεται περιχαρής στην είσοδο του χωριού. Αργότερα μαθαίνουμε ότι έχει το όνομα ενός Θεού των Βίκινγκς, του Θεού Κούγκι. Τα γαβγίσματά του διακόπτουν τη γαλήνη και τη ησυχία του μικρού οικισμού. Τα τιτιβίσματα των πουλιών και οι «ψαλμωδίες» των βατράχων δημιουργούν ένα ευχάριστο «ηχητικό» ξάφνιασμα για τον επισκέπτη. «Ελάτε εδώ» η φωνή από ψηλά, γνώριμη, είναι του Franz F. Stern, του Αυστριακού που ζωντάνεψε τα Πετρωτά της Ροδόπης και έδωσε πνοή σε έναν τόπο που οι ντόπιοι, ένας μετά τον άλλον, βιάστηκαν να του γυρίσουν την πλάτη. Ο Franz βρίσκεται στο οικόπεδο του Τάκη Καραθανάση, του 58χρονου από τις Σάπες που ανακάλυψε μέσα από τα μάτια του Franz και της συζύγου του Erika Stern – Ansari, την ομορφιά και τη μαγεία της περιοχής του, που παρέμενε, για πολλές δεκαετίες, στα αζήτητα.
Και τα Πετρωτά θέλουν τον Αυστριακό τους…
«Μου πρότεινε να αγοράσω το οικόπεδο και το εγκαταλελειμμένο σπίτι ο Φρανς», εξηγεί λίγο αργότερα ο Τάκης. Πριν πιάσει στα χέρια του το κομπρεσέρ για συνεχίσει τις εργασίες αποκατάστασης αποκαλύπτει ότι παλιά ψάρευε στην κοντινή θάλασσα, αλλά για πρώτη φορά είδε την περιοχή με μια άλλη ματιά πριν επτά χρόνια. Τότε ήρθε το περίεργο (έτσι τους φάνηκε στην αρχή) ζευγάρι από την Αυστρία στα Πετρωτά, στην αρχή με ένα τροχόσπιτο και μετά από εννέα μήνες, βρέθηκε να κατοικεί σε ένα «σαλέ». Τότε και ο Τάκης είδε το βουνό, άκουσε τους ήχους της θάλασσας, αφουγκράστηκε τα μηνύματα της τοποθεσίας με έναν άλλον τρόπο. «Είναι στο βουνό και παράλληλα είναι κοντά στη θάλασσα» λέει τώρα σαν μικρό παιδί από τη χαρά του… Το ερειπωμένο αυτό σπίτι, όπως και το σπίτι του Νίκου και της Άννας χτίζεται ξανά από την αρχή με υλικά, όμως, του παλιού σπιτιού και της γύρω περιοχής, πέτρες και ξύλα, μικροί βράχοι που δουλεύονται δύσκολα με το χέρι, αλλά που το αποτέλεσμα ανταμείβει. «Αργεί να προχωρήσει η δουλειά και το κόστος είναι πενταπλάσιο από ό,τι αυτό μιας απλής οικοδομής» παραδέχεται ο Τάκης αλλά δεν το μετανιώνει, το αξίζει η περιοχή, όπως λέει, το αξίζει και ο αυστριακός του φίλος, που αν και ξένος, σεβάστηκε τον τόπο και τον αγάπησε περισσότερο από τους ντόπιους….
Με τον Χασάν και την Φατιμέ…
Πενήντα μέτρα πιο εκεί βρίσκεται το σπίτι του Χασάν. Ο «Πολυμήχανος αυστριακός Οδυσσέας», έτσι αποκαλεί τον Φρανς, είναι τώρα πια στο πλευρό μας, «η γυναίκα του φτιάχνει εξαιρετικό καφέ, πάμε» μας προτρέπει και το επόμενο δεκάλεπτο που ακολουθεί τον δικαιώνει. «Ήρθε και ζωντάνεψε τα Πετρωτά» λέει γελώντας ο Χασάν Αραμπατζής, χωρίς να κρύβει την αγάπη του στον Αυστριακό απρόσμενο επισκέπτη που άλλαξε τη ζωή τους. «Βλέποντας τη δική τους κατασκευή μερακλωθήκαμε κι εμείς. Γίναμε Ευρωπαίοι» λέει πάλι ο Χασάν, πάλι γελώντας και σημειώνει: «Δεν έχουμε πρόβλημα. Τα έθιμα, τις γιορτές μας τις περνάμε μαζί». Κι όταν καλείται κι εκείνος να αποκαλύψει ένα πλεονέκτημα του Φρανς λέει μια φράση που θα την ακούμε συνέχεια: «Πιάνουν τα χέρια του από όλα. Είναι σε όλα μέσα. Δεν υπάρχει κάτι που να μην το ξέρει».
Ο Χασάν Αραμπατζής, μένει στην περιοχή με τα τρία του αδέρφια. Η κάθε οικογένεια έχει 150 πρόβατα. Τα κοπάδιά τους και το εγκαταλελειμμένο χωριό ήταν ο κόσμος όλος. Μέχρι που ο Φρανς και η Έρικα άνοιξαν διάπλατα ένα νέο παράθυρο… «Εμείς εδώ γεννηθήκαμε. Γνωρίσαμε τον Φρανς πριν 7 χρόνια. Αν ερχόταν πιο μπροστά, θα με «ξύπναγε» κι εμένα. Εγώ είμαι τσοπάνος και τώρα με τον Φρανς γνωρίζω τον κόσμο». Αργότερα ο Φρανς εξηγεί τι εννοεί ο μουσουλμάνος φίλος του. Ήταν η πρώτη φορά που ο Φρανς άνοιγε έναν χάρτη μπροστά του για να του αποδείξει ότι η Αυστρία, η χώρα του, δεν βρέχεται από θάλασσα. Τότε ο Χασάν συνειδητοποίησε ότι η Ελλάδα δεν είναι τόσο μεγάλη, όσο πίστευε, «αποκλείεται», του είπε, «δεν μπορεί την μια φορά να είναι μεγάλη και την άλλη στον άλλο χάρτη να είναι μικρή. Πώς γίνεται;».
Τα Πετρωτά, πριν την άφιξη του Φρανς και της Έρικας, ήταν ένα χωριό – «φάντασμα». Από το 1948 οι κάτοικοί του φρόντισαν να αναζητήσουν νέους τόπους. «Ήμουν πιτσιρικάς τότε. Έφυγε ο κόσμος. Μείναμε τρία αδέρφια. Καλά που ήρθε ο γείτονάς μας, ο Φρανς και άλλαξε τον τόπο, άλλαξε το χωριό, άλλαξε και τη ζωή μας» δηλώνει η Φατιμέ και προσθέτει: «Ύστερα ήρθε ο Νίκος, τώρα ο Τάκης. Νέος κόσμος, νέα πνοή». Κοντά στην Φατιμέ και τον Χασάν οι Αυστριακοί των Πετρωτών έμαθαν στην πράξη το «Ζεκάτ» του Ισλάμ… «Κάθε φορά που σφάζουν ένα αρνί εμείς παίρνουμε το από το σφάγιο, χωρίς να το ζητήσουμε, έρχονται εκείνοι, έτσι απλά, και μας το δίνουν. Είμαστε μια μεγάλη οικογένεια» λέει έκπληκτος και ο Φρανς, ακόμη και τώρα, επτά χρόνια μετά, αυτή η γλυκύτητα της συνύπαρξης δίνει άλλο χρώμα στην καθημερινότητά τους.
Τριάντα δύο χρόνια η Φατιμέ, 57 ετών σήμερα, μένει στα Πετρωτά, στο χωριό του συζύγου της. «Δεν έχει πολύ κόσμο. Αλλά εντάξει, έχουμε συνηθίσει» δηλώνει προσφέροντας στον Φρανς ένα φλιτζάνι καφέ, «orta», δηλώνει εννοώντας ότι είναι μέτριος. Ο Φρανς βλέποντάς την να έχει δεμένο τον αριστερό καρπό του χεριού παρατηρεί, «οι μουσουλμάνες γυναίκες δουλεύουν περισσότερο από τους άνδρες τους». Όχι άδικα, η Φατιμέ αρμέγει στο πλευρό του Χασάν. Οι δυο τους, κάθε πρωί στις 6:30 είναι στο μαντρί. «Επιστρέφουμε στο σπίτι στις 10:30 και μετά συνεχίζω με τις δουλειές στο σπίτι. Καθαριότητα, φαγητό, πλύσιμο και ξανά από την αρχή». Τις πρώτες κουβέντες για «ισότητα» τις άκουσε από τον Φρανς κι αργότερα ζήτησε από την Έρικα να της εξηγήσει τι ακριβώς εννοεί… «Άλλαξε – άλλαξε πολύ ο τόπος με την Έρικα και τον Φρανς. Κάνουμε παρέα, για πρώτη φορά έχουμε γειτονιά. Έρχονται εκείνοι, πηγαίνουμε εμείς, είμαστε πολύ ευχαριστημένοι. Κάνουμε καφέ, τον πίνουμε παρέα, συζητάμε. Άνοιξαν τα μάτια μας, «ξύπνησαν» τα μυαλά μας. Άλλαξε η ζωή μας»… ένας «χείμαρρος» από λέξεις και λόγια «ξεχειλίζει» από το στόμα της Φατιμέ. «Μας βοηθούν πολύ. Ξέρουν να κάνουν τα πάντα. Από αυτούς είδαμε κι εμείς κι αρχίσαμε να κάνουμε αλλαγές και διορθώσεις στο σπίτι μας. Τα χέρια του Φράνς είναι χρυσά».
Ο Φρανς παρακολουθεί αμήχανα, αλλά και με μια κρυφή ικανοποίηση τις κουβέντες των συγχωριανών του. Παραδέχεται κι εκείνος ότι ολοένα και περισσότεροι αναζητούν οικόπεδα και εγκαταλελειμμένα σπίτια. «Θα έρθουν κι άλλοι στο χωριό» προβλέπει η Φατιμέ και θυμάται ότι όταν εκείνη παντρεύτηκε, το ‘75, ήταν όλες κι όλες δέκα οικογένειες. Μετά λιγόστεψαν κι άλλο. «Ρεύμα έχουμε, νερό έχουμε, τι θέλουμε άλλο; Μέχρι και ο φούρνος με το ψωμί έρχεται, όταν δεν ζυμώνουμε εμείς, μπορούμε να αγοράσουμε». Λίγα μέτρα πιο εκεί στέκεται ο Μπαϊράμι Αραμπατζή. «Πενήντα χρόνια μένω στα Πετρωτά. Έφυγα μόνο όταν πήγα φαντάρος για 28 μήνες στο Σιδηρόκαστρο, ποτέ δεν έλειψα ξανά. Η ζωή εδώ είναι κάτι παραπάνω από ήσυχη, άλλαξε προς το καλύτερο με την άφιξη των δυο ευρωπαίων, τότε νιώσαμε κι εμείς ότι είμαστε άνθρωποι».
Κτηνοτρόφοι που κάθε χρόνο αναγκάζονται να πουλήσουν την παραγωγή τους φθηνότερα. Παραγωγοί που βλέπουν τα προϊόντα τους να τα γεύεται ο έμπορος χωρίς εκείνοι να νιώθουν δικαιωμένοι για τους κόπους που κατέβαλαν. «Το κέρδος μας είναι μικρό» δηλώνει και ο Φρανς ενήμερος για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν προσθέτει «έπεσαν οι τιμές στα προϊόντα τους σε σχέση με πέρσι»… Αυτή η φράση στέκεται αφορμή για ένα ακόμη πείραγμα: «Ο Φράνς είναι πολύ τσιγκούνης», δηλώνει χαριτολογώντας ο Χασάν και αμέσως ξεσπούν σε γέλια: «Ο Φρανς είναι καλός άνθρωπος, πίνουμε ούζο μαζί. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι όλα τα φαγητά τα μαγειρεύουν καλύτερα. Η Έρικα και ο Φρανς μαγειρεύουν υπέροχα» έρχεται και το κομπλιμέντο από τον καλοφαγά Χασάν.
Η 24χρονη Αϊσέ, χάρη στην παρουσία των αυστριακών -ντόπιων πια- αποφάσισε μείνει στο χωριό, αν και είναι ενδυματολόγος. Αποφασισμένη να δουλεύει στην πόλη και να επιστρέφει στο δικό της «σαλέ». «Είμαστε ευχαριστημένοι εδώ. Είναι ήσυχα . «Δεν είναι έτσι Φρανς;» Αυτό που χρειάζεται είναι η αστική σύνδεση». Η Αϊσέ είναι ειλικρινής ακόμη και για τις πρώτες μέρες που οι δυο Αυστριακοί έκαναν την εμφάνισή τους. «Στην αρχή λέγαμε όλοι: «Τι θέλουν εδώ;», μετά τους γνωρίσαμε και άνοιξαν τα μάτια μας. Είναι καλή γειτονιά η παρουσία τους. Καλοί άνθρωποι που νοιάζονται για τον τόπο μας και τους αγαπάω πολύ.» Η νεαρότερη της παρέας κοκκινίζει με την εξομολόγησή της και σπεύδει να φέρει το δίσκο με τους καφέδες.
Ο «συνθηματικός λόγος» του Κούγκι μαρτυρά ότι κάποιος ακόμη πλησιάζει στην παρέα. Είναι ο Χατζή Χασάν, κτηνοτρόφος. Ο Φρανς σπεύδει να τον βοηθήσει να αδειάσει το δοχείο με το γάλα. «Το επάγγελμά μας είναι δύσκολο.», παραδέχεται σε μια στάση για μια μικρή ανάσα που κάνει: «Συνέχεια στα Βουνά. Δυσκόλεψε και η πώληση. Δουλειά συνέχεια και αποτέλεσμα μηδέν». Απόλαυση το «νυχτέρι», η συντροφιά, η κουβέντα, πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο.
Από τη Βιέννη στα Πετρωτά…
Ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι μας περιμένει στο σαλέ των Πετρωτών. Μαζί και το χαμόγελο της Έρικα. «Εσείς πείτε τα, εγώ πάω να προσευχηθώ στον Διόνυσο» λέει ο Φρανς με το γνώριμο πια πειραχτικό του ύφος.
Προ των πυλών και η δημιουργία αυστριακού εστιατορίου…
Μια ακόμη οικογένεια από την Αυστρία αγόρασε 12 στρέμματα στην περιοχή, θα δημιουργήσει εστιατόριο. «Δεν είναι σημαντικό για μένα να έχω κι άλλους αυστριακούς εδώ. Κάνω άνετα παρέα με Αφρικανούς, με Ασιάτες, είμαι καλά. Αλλά ένα εστιατόριο είναι πάντα χρήσιμο» δηλώνει η Έρικα και στη συνέχεια αναφέρει έναν προς έναν τους κατοίκους του χωριού. «Τρεις οικογένειες μουσουλμάνων, η Άννα και ο Νίκος που αγόρασαν οικόπεδο και έφτιαξαν το σπίτι, ο Τάκης Καραθανάσης, που ακούει τον Φρανς και φτιάχνει κι εκείνος με πέτρες το σπίτι του. Ένας Γερμανός μουσουλμάνος από το Μόναχο αγόρασε ένα ερειπωμένο σπίτι με την φίλη του, ο Χασάν και η Ελίζαμπεθ». Όλοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση υπό τις οδηγίες του Φρανς να δουλέψουν το σπίτι, όχι με μπετόν, αλλά με πέτρες, με ξύλα, με υλικά δηλαδή από τον τόπο. «Φτιάξαμε ένα σαλέ των Πετρωτών. Για μένα είναι όμορφο και πρακτικό. Τώρα βλέπω ότι δημιουργούνται κι άλλα».
Στην αρχή όποιος περνούσε από την περιοχή και τους έβλεπε σχολίαζε με την ίδια φράση: «Είναι τρελοί! Ο Φρανς και η Έρικα είναι τρελοί. Είναι πίσω από το φεγγάρι». Τώρα, πάλι οι ίδιοι, έρχονται και λένε: «Όμορφο! Είναι πολύ όμορφο! Είναι κοντά στην Κομοτηνή και κοντά στην Αλεξανδρούπολη. Είναι τέλειο». Μέχρι να δημιουργηθεί το τέλειο αποτέλεσμα χρειάστηκε, τόσο ο Φρανς όσο και η Έρικα, να εργαστούν σκληρά. Ηλεκτρολόγος μηχανικός στο επάγγελμα γνώριζε με ποιο τρόπο θα σχεδιάσει και θα υλοποιήσει το σπίτι των ονείρων τους; «Σπούδασα οικονομολόγος, διοργάνωσα περισσότερες από 3.000 συναυλίες κλασικής μουσικής σε όλο τον κόσμο, χωρίς να γίνει το παραμικρό λάθος, 3.000 κονσέρτα χωρίς να γίνει το παραμικρό λάθος. Δεν θα άφηνα με τον Φρανς να συμβεί σ΄ αυτό τον μαγευτικό τόπο».
Gule – gule…
Όση ώρα μας μιλά στο βάθος ακούγεται ένας δίσκος με γνωστά, αγαπημένα ρεμπέτικα, μεγάλη αγάπη της Έρικας, καθώς ο Φρανς προτιμά τους ήχους της κρητικής λύρας. Πάνω στην ώρα η γνώριμη φωνή του μας καλεί στον Διόνυσο. «Ελάτε» λέει η Έρικα και μας οδηγεί στο κελάρι που έχουν δημιουργήσει δίνοντάς του το όνομα του αρχαίου γλεντοκόπου Θεού. «Οι Έλληνες μιλάνε πολύ γρήγορα και τα «χάνω». Αλλά, αν καθίσουμε στο τραπέζι και πιούμε το πρώτο ποτό, τα βρίσκουμε αμέσως» λέει στον κήπο ο Φρανς, όση ώρα η Έρικα απολαμβάνει τη θέα στην αγκαλιά μιας πολυθρόνας που δημιούργησε ο Φρανς για εκείνη, σκαλίζοντας έναν κορμό ελιάς τετρακοσίων και χρόνων. «Αν με ρωτούσαν τι είναι η Ελλάδα, θα τους έλεγα αυτή η θέα. Κι αν πάλι με ρωτούσαν τι είναι τα Πετρωτά, θα τους έλεγα αυτή η καρέκλα ελιάς για να απολαμβάνεις τη θέα» δηλώνει ο Φρανς.
Τους αφήνουμε στον κήπο. Με σφιγμένη καρδιά αφήνουμε πίσω μας το χωριό των Πετρωτών. «Gule- gule» («Στο καλό») φωνάζει από μακριά ο Χασάν και σαν μικρό παιδί κατηφορίζει προς το σπίτι του Φρανς και της Έρικα, βέβαιος ότι όλο και κάποιον καινούργιο χάρτη θα του δείξουν με την Ελλάδα, άλλοτε να μεγαλώνει κι άλλοτε να μικραίνει. «Απίθανοι που είναι αυτοί οι Ευρωπαίοι…»!
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
