«Αδιανοητη η αφαιρεση δικαιωματων του πολιτη με τροπο συνταγματικο»
Τον τελευταίο καιρό λόγος πολύς γίνεται για την αναθεώρηση του Συντάγματος και την αναγκαιότητά της. Πέντε χρόνια μετά τη δεύτερη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975, συγκεκριμένα το 2001, το ερώτημα που δημιουργείται είναι αν υπάρχει λόγος για αναθεώρηση. Βέβαια πολιτικές αντιπαραθέσεις καθημερινώς βλέπουν το φως της δημοσιότητος όσον αφορά στις αναθεωρητέες διατάξεις.
Πριν λίγες ημέρες ο Δικηγορικός Σύλλογος Ροδόπης σε μία προσπάθεια ενημέρωσης της κοινής γνώμης επί του θέματος διοργάνωσε ημερίδα στην οποία συμμετείχαν ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Χρήστος Σαρτζετάκης, ο Επίτιμος Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ευάγγελος Κρουσταλλάκης, ο Καθηγητής Νομικής Σχολής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Κωνσταντίνος Ρέμελης, ο Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Αλκιβιάδης Δερβιτσιώτης και ο Λέκτορας Νομικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος Γώγος.
Ο ΠτΘ συνομιλεί σήμερα με αφορμή τη συγκεκριμένη ημερίδα με τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης, τον κ. Γιώργο Πεταλωτή…
ΠτΘ: κ. Πεταλωτή, ποιοι λόγοι οδήγησαν στην διοργάνωση της συγκεκριμένης εκδήλωσης;
Γ.Π.: Ως δικηγορικός Σύλλογος διαγνώσαμε την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης εκδήλωσης, κάνοντας μία επιλογή ιδιαίτερη. Είθισται σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις να καλούνται κατά κύριο λόγο εκπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων. Εμείς θέλαμε να το αποφύγουμε αυτό, αν και τα κόμματα έχουν ισχυρό λόγο εφόσον τα μέλη τους ψηφίζουν και αποφασίζουν, έχουμε όμως τη δυνατότητα να γνωρίζουμε τις απόψεις τους μέσα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Εμείς καλέσαμε ομιλητές που έχουν σχέση με το Σύνταγμα όπως για παράδειγμα ο κ. Σαρτζετάκης, ο οποίος ήταν Πρόεδρος Δημοκρατίας και επιφανής δικαστικός ο οποίος μάλιστα συνέδεσε το όνομά του με τη γνωστή υπόθεση της δολοφονίας του βουλευτή της ΕΔΑ του Γρηγόρη Λαμπράκη, που ως πράξη ήταν πράξη σεβασμού του τότε συντάγματος.
ΠτΘ: κ. Πεταλωτή από το σχολείο μαθαίνουμε ότι το Σύνταγμα αποτελεί την πυραμίδα της κρατικής έννομης τάξης, προέρχεται από το λαό, ψηφίζεται από το λαό, οπότε το πρώτο ερώτημα που προκύπτει αφορά στους λόγους που θεωρούνται απαραίτητοι για την αναθεώρησή του…
Γ.Π.: Το Σύνταγμα πράγματι αποτελεί τον θεμελιώδη νόμο του κράτους και γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει ο σκληρός πυρήνας του Συντάγματος που δεν τροποποιείται και αφορά σε συγκεκριμένες διατάξεις, όπως αυτή της μορφής του πολιτεύματος. Αναθεώρηση του Συντάγματος επιτρέπεται και επιβάλλεται όταν αλλάζουν ριζικά οι συνθήκες που διέπουν τη δημοκρατία μας αλλά και την κοινωνία. Αυτό γίνεται γιατί το Σύνταγμα είναι αντανάκλαση των ισορροπιών σε μία κοινωνία. Εκφράζει όλες τις συνιστώσες που υπάρχουν στην κοινωνία και πολιτεία και αν υπάρξει κάτι σημαντικό πραγματικά υπάρχει ανάγκη και της αναθεώρησης του Συντάγματος. Ο νομοθέτης δεν επιτρέπει την αναθεώρηση πριν της παρέλευσης προθεσμίας από την προηγούμενη αναθεώρηση. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Δείχνει ότι η οποιαδήποτε αναθεώρηση πρέπει να γίνεται με περισσή περίσκεψη και μετά από μεγάλη βάσανο και όχι για λόγους μικροκομματικούς, μικροπολιτικούς κάποιων ισορροπιών πρόσκαιρων. Στην παρέλευση της πενταετίας βλέπουμε ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τον προϋπολογισμό η κυβέρνηση ξαφνικά ανακοινώνει αναθεώρηση του Συντάγματος. Από εκεί και πέρα ξεκινά μία λογική και μία ευρεία συζήτηση για το αν χρειάζεται ή επιτρέπεται η αναθεώρηση.
ΠτΘ: Πρόκειται για την Τρίτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975. Η πρώτη έγινε το 1985 και η άλλη το 2001. Πολλοί ισχυρίζονται ότι το χρονικό διάστημα είναι πάρα πολύ μικρό και άρα οι αλλαγές που θα γίνουν θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Πιστεύετε ότι αυτός είναι ο στόχος;
Γ.Π.: Προσωπική μου άποψη, εκτός αν πεισθώ από εδώ και πέρα και μέχρι την τελική ψήφιση των διατάξεων που αναθεωρούνται, είναι ότι αυτή η αναθεώρηση δεν χρειάζονταν. Όπως προανέφερα δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση άνοιξε κατά την κατάθεση ψήφισης του προϋπολογισμού. Αμέσως σταματήσαμε να μιλάμε για αυτόν και αρχίσαμε και μιλάμε για την αναθεώρηση. Και από τις διατάξεις που λέγεται ότι θα αναθεωρηθούν δεν αποκομίζω την αίσθηση ότι πρόκειται για διατάξεις οι οποίες συγχωρούν να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Κατά την άποψή μου πρόχειρα πάρθηκε η απόφαση για λόγους που δεν έχουν σχέση με τη σοβαρότατη διαδικασία αναθεώρησης του συντάγματος και συνεπώς ξεκινάμε με ένα μείον κάτι που δεν επιτρέπεται για μια τέτοια συζήτηση.
ΠτΘ: Η πεμπτουσία του Συντάγματος κ. Πεταλωτή αφορά στην καλύτερη λειτουργία της εξουσίας. Για να είναι όμως η εξουσία αποτελεσματική και χρήσιμη ποια θα πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά της αναθεώρησης ώστε να αποβαίνει και προς όφελος του πολίτη;
Γ.Π.: Με την ερώτησή σας δώσατε όλο το νόημα που αφορά στην διπλή λειτουργία του Συντάγματος. Από τη μια να κατοχυρώνει την εξουσία με ό,τι σημαίνει αυτό και αφετέρου να κατοχυρώνει τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη. Ας μη ξεχνάμε ότι σήμερα μιλάμε για τη σπουδαιότητα του Συντάγματος αλλά το Σύνταγμα ήταν ο πρώτος τρόπος κατοχύρωσης της αστικής δημοκρατίας, που σημαίνει ότι πρωταρχικό λόγο της ύπαρξής του είχε να κατοχυρώσει την εξουσία, που πολλές φορές μπορεί να είναι αυταρχική, κάτι που δεν συνάδει με την προστασία του πολίτη. Αυτός είναι ο διπλός ρόλος και εκεί ακριβώς πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή. Μπορεί ένα σύνταγμα να είναι καλό ως προς τον τρόπο κατοχύρωσης της εξουσίας και με ελλείψεις ως προς την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του πολίτη. Ίσως και εδώ να βλέπουμε κάτι αντίστοιχο. Μία κρατική εξουσία που κατοχυρώνεται περισσότερο και να μη δίνουμε τη βαρύτητα που πρέπει να δώσουμε στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων του πολίτη με βάση τα νέα δεδομένα που υπάρχουν ήδη. Κατά την άποψή μου, χωρίς να είμαι συνταγματολόγος, με τις γενικές γνώσεις συνταγματικού δικαίου που έχω, αν υπήρχε λόγος συνταγματικής αναθεώρησης θα έπρεπε να ανοίξει μία μεγάλη συζήτηση, και εύχομαι να ανοίξει και ο δικηγορικός σύλλογος έχει προγραμματίσει να στηρίξει αυτή τη συζήτηση έστω και σε τοπικό επίπεδο, για την κατοχύρωση και διασφάλιση των ατομικών μας δικαιωμάτων γιατί εκεί πραγματικά έχουμε αλλαγή των συνθηκών. Για παράδειγμα το θέμα που ζούμε τώρα τελευταία, το θέμα των υποκλοπών. Τι γίνεται με τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές; Μας κατοχυρώνουν; Φθάσαμε στο σημείο να αμφισβητούμε τα πάντα. Ένα ολόκληρο χρόνο είναι γνωστό το θέμα των υποκλοπών και η ΑΔΑΕ δεν είχε ιδέα και πέραν τούτου ακούμε σήμερα από έγκυρους πολιτικούς ότι δεν υπήρχε λόγος να ενημερωθεί η συγκεκριμένη αρχή. Κατά την άποψή μου αυτές οι αρχές με διαφορετικό τρόπο λειτουργίας και σύστασης εξ αρχής θα πρέπει να ενισχυθούν και θα πρέπει να λειτουργούν γιατί ίσως μέσα απ’ αυτές προστατεύονται τα δικαιώματά μας. Η ευρωπαϊκή πολιτική έννομη τάξη και κυρίως η παγκόσμια, τα τελευταία χρόνια έρχεται ακριβώς για να αμφισβητήσει αυτά τα δικαιώματα και όχι μόνο δεν τα προστατεύει αλλά δικαιώματα που έχουν σχέση με τη ζωή μας και την εργασία μας έχουν χάσει την έννοια του αυτονόητου. Εκεί πιστεύω ότι υπάρχει ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων μας. Σε μία τέτοια συνταγματική αναθεώρηση θα έπρεπε όλοι να στοχεύουμε συμβάλλοντας ο καθένας με τον τρόπο του, και αυτό θα είχε και νόημα.
ΠτΘ:κ. Πεταλωτή σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν περί αναθεώρησης δύο σημαντικά θέματα άπτονται της δικαστικής εξουσίας. Η μία αφορά στην ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου και η άλλη στην αφαίρεση της αρμοδιότητας από τα δικαστήρια να αποφασίζουν για την καταβολή αναδρομικών των μισθών. Μέχρι σήμερα όλοι γνωρίζαμε ότι η εκτελεστική εξουσία είχε περιορίσει κατά πολύ την νομοθετική και σε αυτό έχουν ευθύνες οι εκάστοτε κυβερνώντες. Σήμερα με όλα αυτά που λέγονται περί αναθεώρησης η εκτελεστική εξουσία προσπαθεί να περιορίσει και τη δικαστική εξουσία. Είναι δυνατόν όλα αυτά να αναβαθμίζουν τη δικαιοσύνη;
Γ.Π.: Κατά την άποψή μου δεν συμβάλλουν στην αναβάθμισή της και μάλιστα σε περίοδο που έχουμε αναταράξεις που αφορούν στην δικαιοσύνη, και το ζήτημα θα έπρεπε να εξετάζεται τελείως διαφορετικά και όχι με τη δημιουργία νέων ζητημάτων που θα κλονίσουν ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη των πολιτών προς αυτή. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης υπήρξε μια πολύ καλή εισήγηση του Επιτίμου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του κ. Κρουσταλλάκη, που αφορούσε το συγκεκριμένο θέμα, δηλαδή τον παρεμπίπτοντα έλεγχο των δικαστηρίων στους νόμους, που σημαίνει ότι, όπως ισχύει σήμερα και εφαρμόσθηκε χωρίς να υπάρξει ειδικός νόμος πρώτη φορά το 1892 από το Πρωτοδικείο Αθηνών, το κάθε δικαστήριο και συγκεκριμένα ο κάθε δικαστής έχει την αρμοδιότητα να ελέγξει την αρμοδιότητα του νόμου τον οποίο καλείται να εφαρμόσει. Αν πιστεύει με την ελευθερία του δικαστή την οποία σαφώς έχει και πρέπει να έχει και του αναγνωρίζεται ότι ο νόμος βάσει του οποίου δικάζει είναι αντισυνταγματικός, μπορεί να κάνει τον έλεγχο την στιγμή της απόφασής του και να πει ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός με τις συνέπειες που θα έχει επί της συγκεκριμένης υποθέσεως. Είναι ένα μείζον ζήτημα αλλά και βασικό στοιχείο της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης του δικαστή. Με μία κατασκευή νομική, γιατί περί νομικής κατασκευής πρόκειται, – όπως στη Γερμανία και Ιταλία όπου υπάρχει Συνταγματικό Δικαστήριο,- εκ των προτέρων ένας νόμος κρίνεται αν είναι ή όχι αντισυνταγματικός και από εκεί και πέρα ο δικαστής δεν μπορεί να κρίνει. Μη ξεχνάμε όμως ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο θα συντίθεται από συγκεκριμένους δικαστές και επειδή η επιλογή των ανωτάτων δικαστών γίνεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, γεγονός που σημαίνει ότι θα είναι δικαστές επιλεγμένοι από την εκτελεστική όπως είπατε εξουσία. Έχουμε δηλαδή μία πλήρη υποταγή εκτός της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας με ό,τι επικίνδυνο συνεπάγεται. Κατά την άποψή μου αλλά και κατά την άποψη των περισσότερων νομικών που έχουν εκφρασθεί μέχρι τώρα η ίδρυση του Συνταγματικού Δικαστηρίου όχι απλώς δεν είναι χρήσιμη αλλά και απαράδεκτη γιατί ακριβώς περιορίζει την δυνατότητά του να ασκείται η δικαιοσύνη όπως πρέπει να ασκείται. Συνεπώς το θέμα είναι άκαιρο. Ήδη το Συμβούλιο της Επικρατείας που ελέγχει τους νόμους και τη νομιμότητα και έχει ένα πλήρη και εκτεταμένο έλεγχο των νόμων, όπου χρειασθεί, με απόφαση της Ολομέλειάς του εξέδωσε απόφαση αντίθετη προς την ίδρυση του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
ΠτΘ: Με αυτόν δηλαδή τον τρόπο ανατρέπεται μία παράδοση που υπήρχε στην Ελλάδα διότι τίθεται ένα δικαστήριο πάνω από τα ήδη υπάρχοντα…
Γ.Μ.: Θα έλεγα ότι ανατρέπεται μία παράδοση δημοκρατίας γιατί, για να μείνουμε στο θέμα της δικαιοσύνης, ακούμε πολλά και πολλά είναι αληθή, υποψιαζόμαστε άλλα, πολλές φορές καθ’ υπερβολή, το θέμα είναι ότι η δικαιοσύνη και το λέω με πλήρη επίγνωση ακόμη λειτουργεί με όλες τις ελλείψεις που έχει. Και καλούμαστε εμείς και οι παράγοντες της δικαιοσύνης και ο απλός πολίτης να ενισχύσουμε το θεσμό, να δείξουμε περισσότερη εμπιστοσύνη και στους λειτουργούς γιατί μόνον έτσι θα μπορούμε να έχουμε μία δικαιοσύνη ανεξάρτητη, τουλάχιστον κατά τεκμήριο, μία ισχυρή δικαιοσύνη. Όταν η πολιτεία έρχεται να αφαιρέσει μία σοβαρή δυνατότητα του δικαστή, τον έλεγχο της συνταγματικότητας πέρα από τη συγκεκριμένη αρμοδιότητα που του αφαιρούμε, κατά την άποψή μου η πολιτεία του στέλνει ένα μήνυμα ότι είναι ελεγχόμενος. Νομίζω ότι αυτό είναι χειρότερο απ’ όλα. Μέσα απ’ όλα αυτά που ζούμε τελευταία ήδη οι δικαστές είναι φοβισμένοι και αυτό φαίνεται στατιστικά. Απ’ τη στιγμή που βγήκαν στο φως όλα αυτά τα σκάνδαλα η δικαιοσύνη έχει αυστηροποιηθεί, γιατί ο δικαστής προτιμά να είναι σκληρός προκειμένου να μη θεωρηθεί ότι υπάρχει συνδιαλλαγή με κάποια πρόσωπα. Και ερχόμαστε αυτόν το δικαστή αντί να τον ενισχύσουμε, να τον μορφώσουμε, να του αναπτερώσουμε το ηθικό και να αναδείξουμε την αξία του και την υπόσταση που έχει στην ελληνική κοινωνία να του αφαιρούμε αρμοδιότητες.
ΠτΘ: Ένα άλλο σημείο της αναθεώρησης που αφορά στη δικαιοσύνη είναι η αφαίρεση από τα δικαστήρια να αποφασίζουν για αναδρομικά μισθών, που σημαίνει ότι ως πολίτης έχοντας διαφορές οικονομικές με την πολιτεία δεν μπορώ να καταφύγω στη δικαιοσύνη. Και βέβαια όλα αυτά μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση που επικρατεί με τα εργασιακά δικαιώματα του ατόμου.
Γ.Π.: Αυτές τις ρυθμίσεις δεν θα μπορούσαμε να τις διανοηθούμε ποτέ, δηλαδή να αφαιρούνται αρμοδιότητες όχι από την πλευρά της δικαιοσύνης αλλά ν’ αφαιρούνται αυτονόητα δικαιώματα των ελλήνων πολιτών. Είναι απαράδεκτο να υπάρχει τέτοια νομοθετική ρύθμιση που να απαγορεύει την άσκηση αυτονόητου δικαιώματος του πολίτη όπως είναι αυτό. Δεν περίμενε κανείς να υπάρξει τέτοια αφαίρεση δικαιώματος από τα δικαστήρια. Ελπίζω αυτή η πρόταση να μη προχωρήσει. Και όπως είπατε και εσείς όλα αυτά γίνονται εν μέσω ενός καταιγισμού περιορισμού των εργασιακών δικαιωμάτων που έχουν άμεση σχέση με την επιβίωση του Έλληνα πολίτη. Βέβαια τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Σήμερα ακόμη και τα αυτονόητα πρέπει να προσπαθούμε να τα κατοχυρώσουμε, πολύ περισσότερο δε να είμαστε αντίθετοι στην καταστρατήγησή τους.
ΠτΘ: Από την άλλη όμως κ. Πεταλωτή το Σύνταγμα λειτουργεί για την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη…
Γ.Π.: Βέβαια και δεν πρέπει με συνταγματική ρύθμιση να αφαιρούνται τέτοια δικαιώματα. Γι’ αυτό και είπα ότι θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στη δεύτερη λειτουργία του Συντάγματος, στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων του πολίτη. Είναι αδιανόητο να αφαιρούνται δικαιώματα με τρόπο συνταγματικό.
ΠτΘ: Ένα θέμα που συζητήθηκε κατά τη διάρκεια της ημερίδας που διοργανώσατε ήταν αυτό του χωρισμού εκκλησίας –κράτους το οποίο ανέπτυξε ο καθηγητής της Νομικής του ΔΠΘ κ. Ρέμελης, αν και ως θέμα δεν θα συζητηθεί κατά τη διάρκεια της αναθεωρήσεως…
Γ.Π.: Είναι ένα θέμα που πρέπει να μας απασχολεί όλους. Άποψή μου είναι ειδικά τα κόμματα που θέτουν το ζήτημα, θα πρέπει να δείξουν την ειλικρίνειά τους ως προς το θέμα αυτό. Αξίζει να ανοίξει τουλάχιστον μία συζήτηση και όταν ωριμάσει στο μέλλον, ίσως θα μπορέσει να αποτελέσει διάταξη, η οποία θα αναθεωρηθεί στο Σύνταγμα. Το ζήτημα τέθηκε κατά τη διάρκεια της ημερίδας σε σωστές βάσεις παρόλο που υπήρχαν αντικρουόμενες απόψεις. Ο καθένας έχει την άποψή του. Θεωρώ ότι πρέπει να αρχίσουμε να το κουβεντιάζουμε με περισσότερη ειλικρίνεια.
ΠτΘ: Κάποια δήλωση του κ. Σαρτζετάκη είχε σαν αποτέλεσμα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής να απαντήσει. Τι ειπώθηκε τελικά;
Γ.Π.: Ο κ. Σαρτζετάκης στη μακροσκελή ομιλία του εξέφρασε κάποιες απόψεις περί Πατριαρχείου, ότι θα πρέπει να πάψει να ασκεί πνευματική εξουσία στις νέες χώρες, προκειμένου να υπάρχει το ενιαίο της εκκλησίας της Ελλάδος. Ήταν μια άποψή του. Εμείς εδώ στην περιοχή έχουμε μία μεγαλύτερη ευαισθησία εφόσον ανήκουμε στις νέες χώρες και έχουμε ένα μεγαλύτερο συναισθηματικό δέσιμο με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Πιστεύω ότι αισθανόμαστε πιο κοντά στο Πατριαρχείο παρά στην τυπική ηγεσία και διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος.
ΠτΘ: Ορισμένες διατάξεις κ. Πεταλωτή του Συντάγματος δεν αναθεωρούνται, όπως αυτή που αφορά στη μορφή του πολιτεύματός μας. Τον τελευταίο όμως καιρό γίνεται λόγος για την άμεση εκλογή από το λαό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Όπως επίσης γίνεται λόγος να επανέλθουν οι υπερεξουσίες του προέδρου της Δημοκρατίας σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1975 οι οποίες και καταργήθηκαν με την αναθεώρηση του 1986. Ποια η δική σας άποψη;
Γ.Π.: Το άρθρο 110 του Συντάγματος ορίζει ότι οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, η οποία είναι η Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και κάποιες άλλες διατάξεις. Με την αναθεώρηση του 1986 περιορίστηκαν οι ουσιαστικές αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά και οι μέχρι τότε πρόεδροι της Δημοκρατίας δεν είχαν ασκήσει το δικαίωμα που τους έδινε το Σύνταγμα του 1975. Άποψή μου είναι ότι αρκούν αυτές οι αρμοδιότητες, γιατί αυτές που προβλέπονταν με το Σύνταγμα του 1975 ήταν αντανάκλαση των ισορροπιών στην πολιτική και κοινωνική ζωή της περιόδου εκείνης, στην οποία φθάσαμε μετά από μία βασιλεία, δικτατορία και έπρεπε να περάσουμε σε μία αμιγώς δημοκρατία. Οι συνθήκες εκείνες ευνοούσαν κάποιος να πρέπει να έχει σημαντικές αρμοδιότητες υπεράνω κομμάτων, γιατί ο συνταγματικός νομοθέτης δεν ήξερε πώς ακριβώς θα εξελιχθεί η πολιτική ζωή. Βέβαια η πολιτική ζωή εξελίχθηκε ομαλά και δεν χρειάσθηκε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας να ασκήσει αυτές τις εξουσίες, οι οποίες κατά την άποψή μου ήταν κατάλοιπα των αρμοδιοτήτων της βασιλείας, τις οποίες ιστορικά γνωρίζουμε ότι ο βασιλιάς άσκησε πολύ άσχημα εις βάρος της δημοκρατίας και των ελευθεριών των πολιτών. Δεν μπορώ να κατανοήσω το πισωγύρισμα να ζητάμε ένα πρόεδρο δημοκρατίας με αρμοδιότητες περισσότερες απ’ αυτές που έχει σήμερα, όταν φαίνεται ότι ανεξάρτητα από τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των πολιτικών κομμάτων κινούμαστε, ακόμη και σε επιβαλλόμενο λόγω παγκοσμιοποίησης και Ε.Ε, συναινετικό κλίμα το οποίο δεν δικαιολογεί ο ανώτατος άρχοντας, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, να έχει αρμοδιότητες που θα μπορεί να καταργεί ουσιαστικά και τη λειτουργία των κομμάτων. Κατά την άποψή μου είναι περιττό. Ως προς τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος ως γνωστόν ψηφίζεται από τη Βουλή, από πολλούς υποστηρίζεται η άμεση εκλογή, τότε όμως είναι αυτονόητο ότι δεν θα μιλάμε για Προεδρευομένη Δημοκρατία, αλλά για Προεδρική. Ο Πρόεδρος που επιλέγεται απ’ ευθείας, άμεσα από το λαό δεν μπορεί το Σύνταγμα, η ελληνική πολιτεία να του αναγνωρίζει περιορισμένες αρμοδιότητες, αλλά θα πρέπει οι αρμοδιότητές του να είναι αυξημένες, γιατί εκλέγεται άμεσα από το λαό. Νομίζω ότι τέτοια αναγκαιότητα δεν υπάρχει σήμερα, αν και σε κάποια μερίδα πολιτικών είναι θέμα συζήτησης και δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί, εκτός βέβαια αν υπάρχουν προσωπικά πολιτικά οφέλη τα οποία είναι επικίνδυνο να ασκούνται σε επίπεδο θεσμού, όπως είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
ΠτΘ:κ. Πεταλωτή σας ευχαριστούμε πολύ.
Γ.Π.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
