25η Μαρτιου 1821
25η Μαρτίου σήμερα, ημέρα εθνικής μνήμης, όπως ορίζεται αλλά και… αφορμή για σκέψη και περισυλλογή.
Σκέψη και περισυλλογή, γιατί οι αφηγήσεις που αφορούν στην ιστορία είναι πολλές – πάντοτε ήταν πολλές – έχει όμως ιδιαίτερη αξία να μαθαίνουμε διαβάζοντας όσα νεότερα η επιστήμη της ιστορίας προσκομίζει ή όσα οι καιροί επιτάσσουν λογικά να επαναδιαπραγματευτούμε και η επιστήμη μπορεί εδώ και χρόνια να έχει καταθέσει στους μικρούς της κύκλους, στους μικρούς της κύκλους των ειδικών. Τα οποία όμως, σε σχέση και με την ιστορία των εγχειριδίων, όπως αυτή γράφεται στην Ελλάδα –ανανεώνονται συνήθως στην καλύτερη των περιπτώσεων ανά εικοσαετία– , δεν καθίστανται ικανά με κανέναν τρόπο ν’ αλλάξουν νοοτροπίες και συνειδήσεις, μια και συνήθως στηρίζονται σε γνώσεις, ιδέες κι απόψεις για την ιστορία, που όλοι καταναλώσαμε στα μαθητικά μας χρόνια. Ιδέες και απόψεις ίδιες ή ολίγον τι παραλλαγμένες εδώ και διακόσια περίπου χρόνια, με κριτήριο πάντοτε τη διαφύλαξη του μύθου ή των μύθων περί της πορείας του ελληνισμού, και καθόλου ή σχεδόν καθόλου, το σύνολο, ή νύξεις τουλάχιστον, όλων των αναγνώσεων και των τεκμηρίων που καταθέτει η επιστήμη της ιστορίας, η οποία σαφώς είναι επιστήμη και ως τέτοια προτάσσει τη λογική.
Διακόσια έτσι χρόνια περίπου μετά, ο «ΠτΘ», με αφορμή τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου, αλλά και τον σχετικό, ευεργετικό για το κοινωνικό σύνολο, διάλογο περί ιστορίας, φιλοξενεί δύο εξαιρετικά κείμενα, ένα της ιστορικού καθηγήτριας Χριστίνας Κουλούρη, η οποία δίδαξε και στο Δημοκρίτειο, ήρθε ξανά στην πόλη μας τελευταία, αλλά και μίλησε με σαφή και νουνεχή λόγο περί ιστορίας και στις σελίδες του ΠτΘ, κι ένα του καλού αρθρογράφου της Ηλείας και συγγραφέα Νίκου Τζιβιά, που, στηριζόμενα στις πηγές, μας θέτουν ως κοινωνία το δυσκολότερο:
Ήτοι ότι ως κοινωνία το ζήτημα δεν είναι μόνον να μάθουμε να αποδεχόμαστε το διαφορετικό – εδώ στη Θράκη χρόνια το προσπαθούμε –, αλλά και να «ανοίγουμε» ως άτομα τα φυσικά μας «ώτα» αλλά και τα «ώτα» της ψυχής μας στην άλλη άποψη, η οποία το ίδιο με τη δική μας άποψη, μπορεί να έχει αξία, διατηρώντας ανέπαφη – κι ας μας διδάσκει άλλα η TV – την τάση που αρμόζει σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα, να θέτουμε κυρίως ερωτήματα περί των «πίστεών» μας.
Χριστίνα Κουλούρη και Νίκος Τζιβιάς όμως, σε επιμέλεια Ελένης Σκάβδη…
Τ.Β.
25η Μαρτίου 1821
Μύθοι και Σύμβολα της εθνικής επετείου
Το κείμενο “Μύθοι και σύμβολα μιας εθνικής επετείου” εκφωνήθηκε, ως πανηγυρικός λόγος, την 25η Μαρτίου 1995, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης από την Ιστορικό Χριστίνα Κουλούρη. Κυκλοφόρησε και ως ανάτυπο την ίδια χρονιά από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, τυπωμένο στο τυπογραφείο “Μανούτιος” του Χρίστου Μανουσαρίδη.
Η Ελληνική Επανάσταση εντάχθηκε αμέσως, αβίαστα, αυτονόητα στη νεοελληνική εθνική συνείδηση. Ήταν το ύψιστο γεγονός της συλλογικής αυτοεπιβεβαίωσης. Οι ερμηνείες της, ωστόσο, δεν υπήρξαν πάντοτε σύμφωνες. Άλλωστε, ενόσω εξελισσόταν ακόμη, δεν έλειψαν οι εμφύλιες διαμάχες και συγκρούσεις. Μετά την αίσια έκβασή της, οι επιζώντες θέλησαν να υποστηρίξουν το δίκιο τους, τη δική τους εκδοχή για τα γεγονότα. Εν μέρει απολογητικός είναι συνεπώς ο χαρακτήρας των απομνημονευμάτων των στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών του Αγώνα. Τεκμήρια της ατομικής μνήμης, οι πολύτιμες αυτές μαρτυρίες μάς μεταφέρουν πάντως την αίσθηση της τομής και του σημαντικού που συμμερίζονταν όσοι μετείχαν στην Επανάσταση. Η συγγραφή των απομνημονευμάτων δηλώνει ακριβώς τη βαρύτητα που απέδιδαν στη διατήρηση της μνήμης του γεγονότος, έστω με τις μεροληψίες και τις διαθλάσεις που επιβάλλει η χρονική απόσταση και η υποκειμενική στάση.
Είτε διαβάσει κανείς τα απομνημονεύματα είτε στηριχθεί στις πρώτες απόπειρες ιστοριογραφικής σύνθεσης που δημοσιεύονται κατά τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους, ανιχνεύει αυτόν τον διάλογο λήθης και ανάμνησης, σιωπής και υπόμνησης που διακρίνει κάθε κατασκευή μνήμης, ατομικής ή συλλογικής. Και στην περίπτωση της Ελληνικής Επανάστασης υπήρχαν πολλά που έπρεπε να αποσιωπηθούν.
Οι φόβοι, τα διλήμματα, οι ιδιοτέλειες, ανθρώπινες στάσεις δηλαδή, δεν είχαν θέση σε μια ιστορία επική, που φιλοδοξούσε να διδάξει μέσα από ηρωικά πρότυπα. Οι αντιδράσεις, επίσης, των ομάδων εκείνων που διαφωνούσαν με την κήρυξη της Επανάστασης δεν εναρμονίζονταν με μια εικόνα εθνικής σύμπνοιας και ομοψυχίας που η “επίσημη” ιστοριογραφία επιθυμούσε να προωθήσει. Συνεπώς, ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα και αφού έχουν καταλαγιάσει τα πάθη που ακολούθησαν τη δολοφονία του Καποδίστρια, η μνήμη της Ελληνικής Επανάστασης καλύπτεται με τον μανδύα του μύθου. Έναν μανδύα που δεν θα αποβάλει πάντως μέχρι και σήμερα σχεδόν, στις επετειακές της τουλάχιστον εκδοχές. Βεβαίως, και αυτό αξίζει να τονισθεί, ο μύθος δεν είναι πάντοτε ο ίδιος. Η διαχείριση της ιστορικής γνώσης διαφοροποιείται μέσα στη διαχρονία αλλά και στη συγχρονία, ανάλογα με τους κοινωνικούς και πολιτικούς εκφορείς της. Έτσι και η Επανάσταση του 1821 ερμηνεύθηκε ως εθνική αναγέννηση, ως αστική επανάσταση, ως λαϊκό κίνημα κ.ο.κ. Δεν θα επιμείνω εδώ σε όλες τις δυνατές, και υπαρκτές, ερμηνευτικές της αποχρώσεις. Είναι πάντως ενδιαφέρον να σταθούμε σε δύο τουλάχιστον όψεις της πρόσληψής της, οι οποίες χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην ασύμπτωτες είναι και διαδοχικές.
Η πρώτη όψη είναι αυτή της “ανολοκλήρωτης” επανάστασης. Σε όλο τον 19ο αιώνα και μέχρι την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου του 1922, η Ελληνική Επανάσταση θεωρούνταν ανολοκλήρωτη και το έργο των αγωνιστών ατελές. Το όνειρο της αλυτρωτικής επέκτασης, όπως εκφράστηκε με την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, στηριζόταν σε αυτήν ακριβώς την ερμηνεία της Επανάστασης. Η δεύτερη όψη είναι εκείνη της “επερχόμενης” επανάστασης. Αντίληψη συνδεδεμένη με τους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας και τις νέες πολιτικές ομάδες που αναδείχθηκαν στις αρχές του 20ού πλέον αιώνα, στήριζε μια σαφώς πολιτική συζήτηση ως προς τον χαρακτήρα της νέας, “επερχόμενης” όπως πίστευαν, επανάστασης -αν θα ήταν αστικοδημοκρατική, σοσιαλιστική κ.λπ. Μια καινούργια, “προοδευτική”, μυθολογία της Ελληνικής Επανάστασης εφευρίσκεται λοιπόν μέσα στον 20ό αιώνα.
Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν επέτρεψε πάντως τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας, η οποία γιορτάστηκε τελικά το 1930, επέτειο της ίδρυσης του ελληνικού κράτους.
Απ’ όλες, ωστόσο, τις δυνατές ημερομηνίες για τον εορτασμό της Ελληνικής Επανάστασης, είχε επιλεγεί από το 1838 εκείνη της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα, χωρίς πάντως την ακρίβεια που επέβαλλε η ιστορική έρευνα και τα πραγματικά γεγονότα. Πράγματι, τα γεγονότα υπαγόρευαν την επιλογή είτε της 24ης Φεβρουαρίου, με την εκδήλωση του κινήματος του Υψηλάντη, ή έστω της 23ης Μαρτίου, όταν ξεσπά η επαναστατική δράση στην Πελοπόννησο. Παρ’ όλα ταύτα, το Β.Δ. του 1838 που καθιέρωνε την 25η Μαρτίου ως εθνική εορτή επικαλούνταν ως λόγο γι’ αυτή την επιλογή το γεγονός ότι τη μέρα αυτή το 1821 έγινε η έναρξη του “υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του ελληνικού έθνους”.
Ως δεύτερο λόγο ανέφερε τη λαμπρότητα της μέρας λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού. Φαίνεται ότι από τους δύο λόγους ισχύει μόνον ο δεύτερος, η σύνδεση δηλαδή της εθνικής επετείου με τη θρησκευτική εορτή και τους συμβολισμούς για το έθνος που συνεπαγόταν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Μάλιστα, η ισχύς του συμβολισμού επικράτησε των πορισμάτων της έρευνας, εφόσον σήμερα κανένας δεν πιστεύει πλέον ότι η Ελληνική Επανάσταση κηρύχθηκε όντως την 25η Μαρτίου 1821 ούτε ότι αυτό συνέβη στην Αγία Λαύρα.
Ο θρύλος για την ύψωση του λαβάρου της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στην Αγία Λαύρα δημιουργήθηκε στην ουσία κατά το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, με τη συνδρομή ποικίλων παραγόντων, παρόλο που αγνοήθηκε ή διαψεύσθηκε από τη νεοελληνική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα. Η αφετηρία του μύθου μπορεί να ανιχνευθεί στην περιγραφή ενός Γάλλου περιηγητή, του Πουκεβίλ, που έγραψε το 1824 μια “Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης”.
Η ρομαντική περιγραφή της κήρυξης της επανάστασης, που περιέχεται σ’ αυτό το βιβλίο, ανταποκρινόταν στις καταναλωτικές έξεις του συγχρόνου του ευρωπαϊκού κοινού. Η παγίωση του μύθου θα ευνοηθεί πάντως από τις συνθήκες που θα αναπτυχθούν στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους μετά τη δημιουργία του, δηλαδή τις κοινωνικές ομάδες που θα αναλάβουν ηγετικό ρόλο και θα θελήσουν να εξάρουν τη συμβολή τους στο απελευθερωτικό έργο, την ανάπτυξη του νεοελληνικού τοπικισμού, την ανάγκη σύνδεσης θρησκείας και έθνους, κυρίως μετά την κήρυξη του αυτοκεφάλου της ελληνικής εκκλησίας το 1833 και την επακόλουθη ψυχρότητα με το Πατριαρχείο. Η καθιέρωση, εξάλλου, της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου συνέβαλε στη μυθοποίηση της Λαύρας, μυθοποίηση που στη συνέχεια κρυσταλλώνεται μέσα από τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική.
Η ίδια η επέτειος της 25ης Μαρτίου γνώρισε ωστόσο κατά τα πρώτα χρόνια της καθιέρωσής της περιπέτειες, για τις οποίες αναμφίβολα δεν μας υποψιάζει ο τωρινός, ομόψυχος και λαμπρός, εορτασμός της. Φαίνεται, λοιπόν, ότι στα χρόνια της οθωνικής βασιλείας, και μάλιστα στις παραμονές του Συντάγματος του 1843, η επέτειος απέκτησε πολιτικό περιεχόμενο και εμπλέχτηκε στην αντιπολιτευτική δράση κατά του Όθωνα. Κάποιοι νέοι, φοιτητές κυρίως, αποφάσισαν να γιορτάσουν με τον δικό τους, διαφορετικό τρόπο την 25η Μαρτίου, και γι’ αυτή τους την πράξη παραπέμφθηκαν σε δίκη. Αξίζει, νομίζω, να σταθούμε σ’ αυτή τη διάσταση ανάμεσα στον επίσημο, κρατικό, εορτασμό της εθνικής επετείου και στην ενθουσιώδη, ιδιωτική πρωτοβουλία μιας ομάδας νέων, για τους οποίους η επέτειος αυτή συμβόλιζε την εξέγερση της Ελλάδας εναντίον κάθε μορφής τυραννίας. Αλλά και να επισημάνουμε την καταστολή αυτής της πρωτοβουλίας που δεν συμβάδιζε με το επιβεβλημένο τυπικό και θεωρήθηκε ότι υπέκρυπτε ανατρεπτικές ροπές.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ηδη, η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως εθνική επέτειος το 1838 και τότε γιορτάστηκε και για πρώτη φορά επίσημα. Μέχρι τότε, το ελληνικό κράτος γιόρταζε δύο επετείους, και τις δύο συνδεδεμένες με το πρόσωπο του βασιλέα: τα γενέθλια και τα αποβατήρια. Η 25η Μαρτίου θα είναι, συνεπώς, η μόνη καθαρά εθνική γιορτή, “η μόνη”, σύμφωνα με την εφημερίδα της εποχής Αθηνά, “ήτις ημπορεί να συγκινήση παντός ευαισθήτου Έλληνος την καρδίαν”. Από την επόμενη χρονιά, το 1839, επιχειρείται ένας ιδιωτικός εορτασμός, ο οποίος επαναλαμβάνεται και το 1840, ώστε να αντισταθμιστεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, η αδιαφορία ή και η δυσμένεια των Βαυαρών για τη γιορτή αυτή. Την πρωτοβουλία ανέλαβε μια ομάδα νέων οι οποίοι γιόρτασαν την επέτειο με μνημόσυνο των πεσόντων του Αγώνα στην εκκλησία της Καπνικαρέας και με συμπόσιο και μουσική σε σπίτι φωταγωγημένο και διακοσμημένο με συμβολικές εικόνες. Η αντιοθωνική μερίδα, στην οποία ανήκαν κατά πλειονότητα νέοι, θέλησε μ’ αυτό τον τρόπο να ιδιοποιηθεί τον πανηγυρισμό της εθνικής επετείου.
Η αντιπαράθεση που απλώς λάνθανε τα δύο πρώτα χρόνια ξέσπασε το 1841. Τότε, τη μέρα του Ευαγγελισμού, δεν ακούσθηκαν οι πρωινοί κανονιοβολισμοί -δείγμα ενδεχομένως της ολιγωρίας και απροθυμίας της διοίκησης. Όπως θα γράψει ένα μήνα αργότερα ένας από τους πρωταγωνιστές, ο Θεόδωρος Ορφανίδης: “φθάνει η 25 Μαρτίου, η ημέρα καθ’ην εκδικητικός κεραυνός επέσκηψεν μετά πατάγων κατά της κεφαλής των τυράννων μας”… “και τι γίνεται; τίποτε: μήτε εσπερινή μουσική, μήτε εωθινά άσματα, μήτε πυροβόλων εκπυρσοκροτήσεις”.
Οι νεαροί φοιτητές αποφασίζουν τότε να γιορτάσουν εκείνοι με τη λαμπρότητα που της άρμοζε την εθνική επέτειο. Φωταγωγούν έναν κατάλληλο χώρο και παρουσιάζουν στους διαβάτες σειρά συμβολικών εικόνων. Η εικόνα του Κοραή κατέχει κεντρική θέση. Ο αντιμοναρχισμός και οι δημοκρατικές ιδέες του “σοφού γέροντος των Παρισίων” εξηγούν τη συμβολική του εμφάνιση σε έναν τέτοιον εορτασμό. Κάποιες από τις υπόλοιπες εικόνες που είχαν αναρτηθεί στον ίδιο χώρο εκλαμβάνονται από τη διοίκηση ως αντιπολιτευτικές και καταστρέφονται. Επρόκειτο, μεταξύ άλλων, για την εικόνα ενός πλοίου που κλυδωνιζόταν χωρίς πηδάλιο.
Οι πρωτεργάτες της εκδήλωσης συλλαμβάνονται και παραπέμπονται σε δίκη. Ο Ζήσης Σωτηρίου, ομοϊδεάτης και συνεορταστής τους τα προηγούμενα χρόνια, ήταν άρρωστος τη μέρα του Ευαγγελισμού και δεν συνελήφθη. Για συμπαράσταση, μήνυσε ο ίδιος τον εαυτό του στην Εισαγγελία. Στη δίκη ο Ορφανίδης διάλεξε τον έμμετρο λόγο για να απολογηθεί.
Οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν τελικά εκτός από έναν, στον οποίο επιβλήθηκε φυλάκιση ενάμιση μηνός. Τον επόμενο χρόνο, επανέρχονται ζητώντας την άδεια να παρουσιάσουν το θεατρικό έργο του Ιωάννη Ζαμπέλιου “Ρήγας Θεσσαλός” και με τις εισπράξεις να ανεγείρουν μνημείο προς τιμήν του Ρήγα. Η άδεια δεν δόθηκε, ίσως από τον φόβο των ταραχών, αλλά ο Ζήσης Σωτηρίου που συναντήσαμε προηγουμένως, αποφάσισε στο εξής να γιορτάζει την ονομαστική του εορτή την 25η Μαρτίου. Έτσι, το βράδυ της 25ης Μαρτίου 1843, γιορτάζοντας τη γιορτή του Ζήση Σωτηρίου οι νέοι του Πανεπιστημίου και του Γυμνασίου Αθηνών περιήλθαν όλη την πόλη ψάλλοντας άσματα υπέρ του Συντάγματος. Ο Σεπτέμβριος ήταν πια κοντά και η σύνδεση της εθνικής επετείου με τις φιλελεύθερες διεκδικήσεις απροκάλυπτη.
Εντελώς διαφορετικός είναι ο συμβολισμός της εθνικής επετείου κάποιες δεκαετίες αργότερα, όταν το προσκύνημα στο νησί της Τήνου προσλαμβάνει όχι μόνο θρησκευτικό αλλά και εθνικό χαρακτήρα. Στη Μεγαλόχαρη, το μεγαλύτερο πλήθος των προσκυνητών ως το 1922 συνέρρεε την 25η Μαρτίου και όχι την 15η Αυγούστου.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με μια στατιστική του 1881, μέσα σε μια μέρα στο πανηγύρι του Μαρτίου έφθασαν στο νησί 25.000 προσκυνητές. Ο εορτασμός του Ευαγγελισμού στην Τήνο λειτουργούσε ώς τη Μικρασιατική Καταστροφή σαν εθνικό προσκλητήριο, συγκεντρώνοντας προσκυνητές και από το ελληνικό κράτος, αλλά και από τον ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως από τη Σμύρνη. Ο Δροσίνης περιγράφει γλαφυρά αυτή την ποικιλόχρωμη συνεύρεση:
“Ο φουστανελλοφόρος χωρικός της Ρούμελης με την δασύτριχον κάπαν προστρίβεται επί του βελουδίνου γελεκίου του κομψού Σμυρναίου, ενώ του εκ Τσεσμέ βρακοφόρου η κεφαλή παρεμπίπτει μεταξύ του αργυροστεφούς μετώπου Ελευσινίας λυγερής και των μαύρων οφθαλμών Αλεξανδρινής Σφιγγός. Έπεται τεφρόχρους πίλος Συριανού βιομηχάνου και χρυσούν παπάζι Μεσσηνίας δεσποίνης…”
Ο ρόλος αυτός του νησιού της Τήνου κατά την εθνική επέτειο παραλληλίζεται άλλωστε σε εφημερίδα της εποχής με τον ρόλο του ιερού του Απόλλωνα στη γειτονική Δήλο κατά την αρχαιότητα.
Η αναφορά στις δύο διαφορετικές μορφές που προσέλαβε ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου μέσα στον προηγούμενο αιώνα έρχεται να συναντήσει όσα εισαγωγικά καταγράφηκαν σχετικά με τη μυθοποίηση και την ιδεολογική χρήση της ιστορίας. Μια επέτειος μπορεί να είναι ένα πολλαπλό, ακόμη και αντιφατικό, σύμβολο. Μπορεί να προβάλλεται για να τονίσει την ενότητα μιας κοινωνίας ή, αντίθετα, για να υπογραμμίσει τις ρωγμές και τις αντιπαλότητές της. Πέρα απ’ όλα αυτά, συμπυκνώνει κάποιες αξίες, εκείνες που θεωρείται πως πραγματώθηκαν κατά τη διάρκεια των εορταζομένων γεγονότων. Ο εορτασμός της επετείου επιβεβαιώνει την προσήλωση των μελών της κοινωνίας στις αξίες αυτές. Έτσι και με την 25η Μαρτίου. Οι φοιτητές του 1841 διαδήλωναν με τον εορτασμό της την προσήλωσή τους στις δημοκρατικές αρχές της Επανάστασης, εκείνες που κατά τη γνώμη τους καταπατούσε η βαυαρική διοίκηση και η οθωνική απολυταρχία. Οι προσκυνητές της Μεγαλόχαρης, από τη μεριά τους, τιμούσαν τις αξίες της ενότητας του ελληνισμού αλλά και προσδοκούσαν την τελείωση της “ανολοκλήρωτης” επανάστασης. Σήμερα ίσως αξίζει να στοχαστούμε, πέρα από την τελετουργική επανάληψη γνωστών από τα σχολικά μας χρόνια στερεοτύπων, ως προς την αξιακή φυσιογνωμία αυτής της επετείου, ως προς τη θέση της στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αλλά και ως προς το πραγματικό ιστορικό της περιεχόμενο.
Συγγραφέας του παρακάτω κειμένου είναι ο Νίκος Τζιβιάς, “αυτόχθων” Πηνειώτης υπογράφει και δηλώνει ο ίδιος, επιχειρηματίας, που διατηρεί εμπορικό κατάστημα με ζωοτροφές και συναφή, στο χωριό Εφύρα Δήμου Πηνείας, του Νομού Ηλείας. Ο κ. Τζιβιάς υπήρξε συνεργάτης του «Ελεύθερου Βήματος» της Ηλείας επί μακρόν και είναι πολυγραφότατος. Λαογραφία, Γεωγραφία, Φυσική Ιστορία –Περιβάλλον -Μνήμες και θέματα της επικαιρότητας, αποτελούν τα ενδιαφέροντά του.
Το κείμενό του αναδημοσιεύουμε σήμερα, χάριν της επετείου, αλλά και χάριν της επικαιρότητας που έχει μετά από τη σύρραξη που προκάλεσε το περιεχόμενο του νέου βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ Δημοτικού. Ποιος έκανε την Επανάσταση εν τέλει; 186 χρόνια μετά, το ερώτημα κραταιόν και …βασανιστικόν. Στο Μοριά πάντως η αίσθηση των λαϊκών είναι ότι το καριοφίλι κρατούσαν οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι, που “έσουραν” και τους Κοτζαμπάσηδες στην εξέγερση. Το κείμενο του Τζιβιά έχει αξία όμως και ως προς το ότι εκφράζει …ιδεολογικά μια μεγάλη κατηγορία Ελλήνων, μη ιστορικών, λαϊκών, ακόμα και σήμερα στο Μοριά… για την Εθνεγερσία. Ήταν εν τέλει “εθνική” ή “ταξική” η επανάστασις;
25η Μαρτίου Ποιος σήκωσε το Λάβαρο;
… “Συσκεφθέντες απεφάσισαν να μη δώσωσιν αιτίαν τινά, αλλά ως “πεφοβισμένοι” να παραμερίσωσιν εις ασφαλή μέρη”…
(Π. Πατρών Γερμανός, “Απομνημονεύματα” 27-28)
Η απόφαση αυτή επάρθηκε στην Αγία Λαύρα αρχές του Μάρτη του 1821 και έτσι στις 10-3-1821 έφυγαν από το μοναστήρι και: ο Ανδρέας Ζαΐμης, ο Επίσκοπος Κερκίνης Προκόπιος και ο “Π. Πατρών Γερμανός”, πήγανε και “εκρύφτηκαν” για ασφάλειά τους, στα Νεζερά. Οι Χαραλάμπης και Θεοχαρόπουλος, στη Ζαρούχλα. Οι Ασημάκης Ζαΐμης και Ασημάκης Φωτήλας, στην Κερπινή. Και ο Α. Λόντος, στο Ανω Διακοφτό.
Οταν στις 16 και 18 του Μάρτη 1821 ο οπαδός του “Εθνομάρτυρα” Παπαφλέσσα “κλέφτης”, Ν. Σολιώτης εσκότωνε τους πρώτους Τούρκους στα Καλαβρυτοχώργια, και στις 21/3/21 οι Τούρκοι της Πάτρας άρχισαν τα αντίποινα, ξεσηκώθηκαν οι Πατρινοί υπό τους Φιλικούς Ν. Γερακάρη, Βαγγέλη Λιβαδά και τον “τσαγκάρη”, Π. Καρατζά και τους έκλεισαν στο κάστρο. Στις συγκρούσεις αυτές, σκοτώθηκε ο φιλικός Κεφαλλονίτης, Βασίλης Ορκουλάτος… “το πρώτο ηρωικό θύμα της επανάστασης του 1821”… και στις 23/3/21 σκοτώθηκε ο καπετάνιος, Σταμάτης Κουμανιώτης.
Αφού και τα πράγματα πήραν αυτήν την τροπή, οι προύχοντες και οι Δεσποτάδες, βλέποντας ότι εκινδύνευε η ζωή τους, όχι μόνον από τους Τούρκους, αλλά και από τους επαναστατημένους Έλληνες που θα τους θεωρούσαν πλέον “προδότες”… διότι θα: … “τους ενόμιζαν Τουρκολάτρες, (Περραιβός, “Απομνημονεύματα”, τ.Α), έτρεξαν “όλοι τους”, μαζί και ο Π. Πατρών Γερμανός … “υποταχθείς εις γεγονότα τα οποία ήτο αδύνατον να αποτρέψει” (Πουκεβίλ, “Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης”, Έκδοση Α. Κυριακού, 26) και έφτασαν στις 24-3-21 στην Πάτρα, όπου: στην πλατεία του Αϊ Γιώργη, έστησαν βωμό από “χωματόπλιθες”, τον κάλυψαν με δάφνες, έστησαν πάνω του ένα σταυρό, και… ο Π. Πατρών Γερμανός ευλόγησε τα “μπαϊράκια” (σημαίες) των επαναστατών.
Την επομένη 25-3-21 ο Π. Πατρών Γερμανός, μαζί με τους προύχοντες και τους Δεσποτάδες, έφτιαξε το “Επαναστατικόν Διευθυντήριον” ή Αχαϊκή εταιρία ή Αχαϊκόν Διευθυντήριον, με πρόεδρο τον ίδιο, και… “αριστοκρατικόν οργανισμόν” (Φωτάκος, “Απομνημονεύματα”, Α΄ 5/1) το μετέπειτα “Αχαϊκό Αρχοντικό Κόμμα” και έγραψε την επαναστατική διακοίνωση την οποία στις 26-3-21 εκοινοποίησε στους αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων.
Αναμφισβήτητα, είναι σημαντική και αδιαφιλονίκητη η προσφορά του στον Αγώνα με αυτή του την συμπεριφορά, ανεξάρτητα από τα άλλα του ελαττώματα και τις μηχανορραφίες. Διότι έδωσε κύρος και επισημότητα στην επανάσταση, καθότι είχε μόρφωση και αναγνώριση από τις Τουρκικές αρχές (κυρίως από τον Αλή Πασά) και ήταν ο υψηλότερος βαθμολογικά Δεσπότης της Πελοποννήσου, πάμπλουτος και πλεονέκτης!.. Σε αυτόν υπαγώσαντε η Μητρόπολις Πατρών, η επισκοπή Αιγίου, η επισκοπή Καλαβρύτων, η επισκοπή Μεθώνης και η επισκοπή Κορώνης ή και τα πλούσια μοναστήρια Μ. Σπηλαίου, Ταξιαρχών, Λαύρας κλπ.
Ομως, όπως βλέπουμε στα πιο πάνω ιστορικά ντοκουμέντα, δεν βγαίνει από πουθενά ότι στις 25-3-21 ο Π. Π. Γερμανός εσήκωσε “λάβαρο” της επανάστασης, ως… ήρωας και πρωτεργάτης, στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Διότι απλά… δεν ήτανε εκεί! Οπως ο ίδιος ομολογεί, εκρύβετο… ως πεφοβισμένος, εις μέρη ασφαλή!
Το ότι υψώθηκε λάβαρο και άρχισε η επανάσταση στην Αγία Λαύρα από τον Π. Π. Γερμανό είναι “…Ποιητική Παράδοσις” γράφει ο Ουίλιαμ Μίλλερ (Η Τουρκία καταρρέουσα ΄93) … “παχυλόν ψεύδος” το αποκαλεί ο Ελλην Φιλήμων (Δοκ. “Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης Τόμος Γ΄ κβ΄).
… “Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της Ελληνικής Επαναστάσεως” (Σ. Τρικούπη, “Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης” Τομ. Α, κεφ. Δ, υποσημείωση δ). Τα ίδια γράφει και ο Φίνλεϊ (“Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης” τ.Α., 217).
Για πρώτη φορά γίνεται λόγος… περί ανύψωσης επαναστατικού λαβάρου (=Ρωμαϊκή πολεμική σημαία) στην Αγία Λαύρα υπό του Π.Π. Γερμανού “δήθεν” το 1851 και μάλιστα, ότι, το τοιούτο λάβαρο, δεν ανήκε στην Αγ. Λαύρα (Αχαϊκά τόμος Β΄, 1938).Το “τέτοιο” λάβαρο, το είδαμε να “κραδαίνεται” στην πλατεία Συντάγματος της Αθήνας, σε συγκέντρωση “κατά των Ευρωταυτοτήτων” πρόσφατα με την προσφώνηση, εκ μέρους αυτών που το κρατούσαν, κάπως… έτσι: …
“Να, εμείς οι αγωνιστές του Εθνους έχουμε μαζί μας και το ηρωικό λάβαρο όταν εκηρύξαμε την επανάσταση του 1821 στην “Αγία Λαύρα”!”
Πού είναι η αλήθεια και πού το ψεύδος; Ποιοι και γιατί καπηλεύονται την “Ανάσταση” του γένους; Γιατί το επίσημο κράτος δεν αποκαθιστά, τόσα χρόνια… την αλήθεια;
Πώς εξηγείται, τόσοι σύγχρονοι της επανάστασης του 1821 Ελληνες και ξένοι ιστορικοί και αγωνιστές, να μη συμφωνούν με αυτούς που έφτιαξαν το “παραμύθι” της Αγίας Λαύρας;
Γιατί προβάλλονται ως… “ήρωες” του 1821 όλοι οι συνεργάτες (κοτζαμ-πάσηδες και Δεσποτάδες) του τότε Τουρκικού κατεστημένου;
Εχετε δει εσείς κάποιο Αγαλμα ή κάποια πλατεία ή κάποια ηρωική αφίσα, του πρώτου θύματος της επανάστασης… Βασίλη Ορκουλάτου, ή του καπετάν Σταμάτη Κουμανιώτη ή του… Πάνου Καρατζά;
Μήπως άρα-γε, η “ΑΛΗΘΕΙΑ” …χαλάει την “σούπα” των νέο-Ελληνικών κατεστημένων, …που διαδέχτηκαν την Τουρκική εξουσία, ως…. “ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ” της;
…Ο Λαός δικαιώνει τους Αγωνιστές…
Αιωνία τους η μνήμη
Νίκος Τζιβιάς
Αυτόχθων Πηνειώτης
Εφύρα την 20/3/2005
Κείμενα – Επιμέλεια: Ελένη Σκάβδη
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
