ΠτΘ: Είναι η πρώτη φορά που επισκέπτεστε την Κομοτηνή;
Α.Μ.:
Στο παρελθόν έχω ανέβει με τον Νταλάρα και πριν από τέσσερα χρόνια είχα έρθει προσκεκλημένη στο χορό της FANCO. Τότε μου είχε κάνει εντύπωση η ποιότητα των ανθρώπων, γιατί όταν μετέχεις σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις πιστεύεις ότι ο κόσμος θα ασχοληθεί περισσότερο με το φαγητό, παρά με το τραγούδι. Μου έκανε εντύπωση που ο κόσμος περίμενε την εκδήλωση σαν σημαντικό γεγονός.
Ν.Ζ.: Την τελευταία φορά που επισκέφθηκα την Κομοτηνή, ήταν με τον Νίκο Πορτοκάλογλου και με φιλοξένησε ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας με τον οποίο παλιά παίζαμε στην Αθήνα. Και παλαιότερα όμως είχα έρθει πάλι στο Πανεπιστήμιο.

ΠτΘ: Και μια και αναφερθήκαμε στα παλιά, να πούμε και λίγα πράγματα για σας;
Α.Μ.:
Είμαι από την άλλη άκρη της Ελλάδας, από τον Κάβο Μαλιά. Κάνω αυτή την δουλειά είκοσι χρόνια και στη δισκογραφία είμαι γύρω στα δέκα. Άργησα να βγω στη δισκογραφία γιατί δεν είχα καταλάβει ότι αφού τραγουδάω πρέπει να κάνω δίσκο. Κολυμπούσα μέσα σ’ αυτή την περιπέτεια. Κάποια στιγμή με βρήκε ο Μιχάλης ο Νικολούδης, ο οποίος είναι γνωστός από τη δουλειά του ως μουσικός, σε μια συναυλία με τους «Λαθροεπιβατές» στον Πειραιά και έτσι έκανα τον πρώτο μου δίσκο στον οποίο ήταν παραγωγός και ενορχηστρωτής. Έκανε τα πάντα μόνος του γιατί τότε στην ΜΒΙ που δούλευε ο Μιχάλης ως παραγωγός, το 90-91, οι σοφιστικές δουλειές ήταν λίγο ύποπτες, εκτός από τους «Λαθρεπιβάτες» που είχαν επιτυχία και τους αναγνώριζαν. Εγώ ήμουν ένα περίεργο «πτηνό» που έκανε ακόμη και παραδοσιακά διασκευασμένα. Έκανα συνεργασίες με τους περισσότερους μέσα στο χώρο σε συναυλίες και σε μαγαζιά. Δισκογραφικά άρχισα να συνεργάζομαι σε επίπεδο τραγουδιστών πέρυσι με την Μαρίνα που κάναμε το «live» και φέτος με το Νίκο.
Ν.Ζ.: Ο πρώτος δίσκος που είχα λάβει μέρος αρχές ΄70 ως μέλος του συγκροτήματος «Ανάκαρα» ήταν ο δίσκος «Ωτοστόπ», μια σύμπραξη με το Θανάση Γκαϊφύλλια και έκτοτε έκανα διάφορα πράγματα. Αυτή η συνεργασία με την Αναστασία είναι ο όγδοος δίσκος από το 1985.

ΠτΘ: Να αναφερθούμε στο πως βρεθήκατε οι δύο σας και πώς προέκυψε η συνεργασία σας;
Α.Μ.:
Κάθε φορά που ετοίμαζα δίσκο και ιδίως στους δύο τελευταίους με την ΛΥΡΑ έλεγα στην εταιρεία να ζητήσω τραγούδια από τον Ζιώγαλα. Μου έλεγαν ότι δεν γράφει αλλά και ότι όταν γράφει τα κρατά για τον εαυτό του. Η πραγματικότητα είναι ότι ο Νίκος δεν είχε χρειασθεί να μπει σ’ αυτή τη διαδικασία κάτι που ούτε ο ίδιος καταλάβαινε. Ζώντας τον σήμερα βλέπω ότι είναι τραβάτε με και ας κλαίω. Στην αρχή μουρμουράει και όταν μπει στη διαδικασία, δουλεύει σαν να ήταν εκατό χρόνια μέσα σ’ αυτή. Όταν του πρότεινα να μου δώσει δύο τραγούδια έβγαλε ένα υλικό που ήταν σαν να ζητούσε να κάνουμε όλο το δίσκο μαζί.

ΠτΘ: Αυτό δε σας φόβισε;
Α.Μ.:
Με κάθε σεμνότητα θα πω πως σκέφθηκα ότι πλάι σε μια εκτέλεση υπάρχει απαραίτητα άλλη μια, για να μην πω δύο. Δηλαδή πιστεύω ότι ο καθένας από μας έχει το δικό του τρόπο να λέει τα τραγούδια. Σκεφτόμουνα ότι θα ήταν ωραίο να σκέφτονται τον Ζιώγαλα την ώρα που το λέω εγώ αλλά και ακόμα πιο ωραίο να τους κλέψω εγώ την καρδιά.
Ν.Ζ.: Την Αναστασία την φαντάζομαι να κάθεται στην βεράντα της στον Πειραιά και να κοιτάει τα βαπόρια με τα χεράκια πλεγμένα και να σκέφτεται. Τώρα ποιον να ξετρυπώσω, ποιος είναι αυτός που είναι κρυμμένος πολύ καλά; Ο Ζιώγαλας.

ΠτΘ: Υπήρχε και θαυμασμός βέβαια από την πλευρά σας κ. Μουτσάτσου.
Α.Μ.:
Εγώ τον αγαπούσα πάντα, μου αρέσουν πάρα πολύ τα τραγούδια του. Θυμάμαι ότι υπήρχε μια χρονιά, σε ένα μαγαζί που δούλευα, προγραμμάτισα να λέω το «Πάρε με απόψε» σε σημείο που μπορώ να πω ότι χαραμιζόταν, γιατί δεν ήτανε η ώρα του γλεντιού. Αλλά εγώ εκεί ήθελα να το λέω για να το ευχαριστιέμαι.

ΠτΘ: κ. Ζιώγαλα πως είδατε την πρόταση της Αναστασίας;
Ν.Ζ.:
Πέρα από την συμπάθεια που της είχα, γιατί και παλιότερα την συμπαθούσα, αλλά όταν μου έλεγε να κάνουμε πράγματα εγώ δεν ήμουν σε φάση να τα κάνω, με πέτυχε πάνω σε μια πολύ καλή συγκυρία, μια δημιουργική περίοδο που είναι ίσως η πιο δημιουργική περίοδος της ζωής μου, από ότι μέχρι τώρα έχω κάνει και σε πυκνότητα θα έλεγα τραγουδιών. Οπότε βασικά είχα υλικό και δεύτερον την συμπαθώ πάρα πολύ την Αναστασία και βέβαια θα ήταν ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο θα έλεγα ναι.

ΠτΘ: Όταν ακούσατε τα τραγούδια ήταν αυτό που φανταστήκατε ότι θα είναι;
Ν.Ζ.:
Για να πω την αλήθεια είχα επιφυλάξεις.
Α.Μ.: Φοβόταν, το έβλεπα στα μάτια του. Φοβόταν για τι θα συμβεί.
 

ΠτΘ: Φιλική σχέση μεταξύ σας δεν υπήρχε;
Α.Μ.:
Κάθε φορά που συναντιόμασταν υπήρχε ένα χιούμορ που μας κράταγε. Όταν μπορείς να συνεννοηθείς με τους ανθρώπους με κοινό κώδικα το χιούμορ σημαίνει ότι ταιριάζεις γιατί το χιούμορ είναι μια δύσκολη υπόθεση. Λοιπόν, στην αρχή μου έδωσε τα κομμάτια, μου τα εμπιστεύτηκε, δεν ήταν καθόλου τσιγκούνης στο να μου δώσει ότι ήθελα από αυτά που είχε, αλλά, έβλεπα την ανησυχία στο μάτι του για το τι θα συμβεί…
Ν.Ζ.: Πραγματικά υπήρχε σκέψη… Τα τραγούδια δεν μοιάζουν μεταξύ τους και είχα την ανησυχία πως η Αναστασία θα καταφέρει όλα αυτά τα διαφορετικά τραγούδια να τα πει με έναν τρόπο. Τελικά πήρε την κασέτα κάναμε το demo και από την πρώτη στιγμή τα τραγούδια ήταν ακριβώς όπως είναι τώρα μέσα στο δίσκο. Δηλαδή οι φόβοι μου δεν επαληθεύτηκαν σε καμία περίπτωση.

ΠτΘ: Το υλικό που υπήρχε προς επιλογή ήταν ακριβώς αυτά ή υπήρχαν και άλλα τα οποία απορρίφθηκαν;
Α.Μ.:
Ένα – δύο ήταν ακόμη που δεν απορρίφθηκαν αλλά εγώ είχα μια εμμονή να κάνω ένα δίσκο με έντεκα τραγούδια, είχα κολλήσει σε αυτό από την αρχή, δεν ξέρω γιατί.

ΠτΘ: Σαν νούμερο λέει κάτι;
Α.Μ.:
Θα εξηγήσω γιατί ήθελα να κάνω ένα δίσκο με 11 τραγούδια. Μου αρέσει το 11. Δεν είμαι προληπτική αλλά δίνω σημασία στα σημάδια του σύμπαντος ας πούμε. Όταν είχα κάνει τον πρώτο μου δίσκο είχε μέσα 11 τραγούδια και ο Ματθαίος Μαντάς που μου είχε υπογράψει τον δίσκο, ένας σημαντικός άνθρωπος για τον ελληνικό πολιτισμό, μου είχε πει ότι το 11 είναι ένας αριθμός που δηλώνει αρτιότητα. Εκ των υστέρων διάβασα διάφορα πράγματα για το 11, αλλά μου αρέσει και σαν εικόνα το 11 και αν πάμε στην πρακτική του πράγματος είναι πάρα πολύ κουραστικό να ακούω 15 ή 20 καινούργια τραγούδια.
Σε μια κριτική που έγραψε κάποιος για το δίσκο έγραψε αυτά που πίστευε για τον δίσκο και στο τέλος αναρωτιόταν αν τα τραγούδια αρκούν. Σκέφτηκα λοιπόν αν είναι πιο ειλικρινές να ακούς 11 τραγούδια και καλοδουλεμένα και ψαγμένα ένα – ένα, από το να ακούς έναν δίσκο με 20 τραγούδια εκ των οποίων το ένα είναι καλό και τα άλλα είναι σκουπίδια.

ΠτΘ: Είναι όμως μια εποχή που οι διπλοί δίσκοι είναι μόδα. Κάνουν και πλατινένιους, κάνουν και πωλήσεις.
Α.Μ.:
Εμείς ξέρουμε πολύ καλά επειδή ζούμε σ’ αυτό το χώρο ότι υπάρχει πρόθεση που γίνονται οι δίσκοι διπλοί.

ΠτΘ: Δεν είναι καλλιτεχνικοί δηλαδή;
Α.Μ.:
Όχι καθόλου. Θα μπορούσα να το είχα κάνει στον προηγούμενο δίσκο. Είχα υλικό και θα μπορούσα αντί να βάλω 15 τραγούδια να βάλω 35.

ΠτΘ: Ένας δίσκος που πήγε πολύ καλά…
Α.Μ.:
Ακριβώς, έγινε σχεδόν χρυσός. Δεν θεώρησα ότι αξίζει τον κόπο να αποτυπώσω τα υπόλοιπα και η εταιρεία μου συμφώνησε σ’ αυτό. Οι εταιρείες κάνουν το εξής: Κάνεις το δίσκο διπλό γιατί γίνεται γρηγορότερα χρυσός και γρηγορότερα πλατινένιος. Καλό είναι να ξέρει ο κόσμος, αυτό το παραμύθι το οποίο πρέπει να σταματήσει για τους χρυσούς και τους πλατινένιους. Και δεν το λέω γιατί δεν μπορώ να κάνω χρυσό. Δεν μπορώ. Αλλά όταν βλέπεις 4 φορές χρυσός, 18 φορές είναι μια παράνοια. Και λοιπόν τι έγινε, ο δίσκος έγινε 4 φορές χρυσός; Και το χασίσι ας πούμε πουλάει πρέπει όλοι να αρχίσουμε να καπνίζουμε;

ΠτΘ: Και δεν μου λέει τίποτα στον αν μ’ αρέσει ή όχι όταν ακούω ένα χρυσό δίσκο ή πλατινένιο.
Α.Μ.:
Σε σένα δεν λέει, τον πολύ κόσμο όμως τον βάζει σε σκέψεις.
Ν.Ζ.: Και σήμερα δίσκοι πουλιούνται στους δρόμους και γίνονται πλατινένιοι πολλές φορές.
Α.Μ.: Δεν το συζητάμε ότι κανονικά την απονομή πρέπει να την κάνουν αυτοί που τους πουλούν παράνομα και όχι οι εταιρείες.

ΠτΘ: Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με την «πειρατεία» και δεν ξέρω αν μπορεί να λυθεί.
Ν.Ζ.:
Εγώ λέω στον κόσμο να μην αγοράζει γιατί εμείς που γράφουμε τα τραγούδια κάνουμε τόσο κόπο τελικά, ξοδεύουμε χρόνο, ενέργεια, κάποιοι άνθρωποι βάζουν τα χρήματά τους πάνω σ’ αυτό και έρχονται οι πειρατές και πουλάνε 2.000 δραχμές ένα δίσκο που κοστίζει πολύ παραπάνω και είναι και πολύ κακοφτιαγμένη η έκδοσή τους.

ΠτΘ: Δεν θέλω βέβαια να κάνω το δικηγόρο του διαβόλου αλλά στην επαρχεία είναι ακριβοί. Εδώ ας πούμε κάνει ένα cd 7.500-8.000 δραχμές δεν είναι οι προσφορές της Αθήνας που κάποιος εκμεταλλεύεται και πρέπει να αγοράσεις ένα cd των 5.000 δραχμών.
Α.Μ.:
Αλλά και για την Αθήνα είναι ακριβό. Τελικά όταν μπαίνεις στο δισκοπωλείο δεν πας για να αγοράσεις ένα cd. Το καλό είναι να αγοράσεις 4.

ΠτΘ: Να ξαναγυρίσουμε στο δίσκο σας «Κέρασμα». Εγώ όταν άκουσα τον δίσκο μπορώ να πω ότι ξεχώρισα αμέσως 4 τραγούδια για να παίξουν στο ραδιόφωνο. Συνήθως στους δίσκους επιλέγω ένα για την αρχή. Σ’ αυτό το δίσκο ένα τραγούδι μου θύμισε κάτι πιο λαϊκό, αυτό λέω είναι για πιο νεανικό κοινό. Η επιλογή έγινε μ’ αυτό το σκοπό ή είχατε χαθεί κάπου στο ενδιάμεσο και σας βγήκε τελικά αρκετά λαϊκός ο δίσκος για νέους;
Α.Μ.:
Εγώ πάντως τα διάλεγα με την ψυχή μου χωρίς κανένα σχήμα στο μυαλό μου, ο Νίκος φαντάζομαι μου τα πρότεινε έχοντας στο νου του ότι μου πάνε.

ΠτΘ: Δηλαδή δεν περιμένατε ότι, το «Πέρασε η μπόρα» θα ακούγεται μαζί με τα άλλα;
Α.Μ.:
Αυτό δεν το περίμενα. Είναι ένα παλιό τραγούδι του Νίκου το «Πέρασε η μπόρα» και όταν το έφερε στην πρόβα και το έπαιξε η μπάντα εγώ αισθάνθηκα ότι ακούω ένα χιτ, ανατρίχιασα δηλαδή την ώρα που το άκουσα.
Ν.Ζ.: Εν πάση περιπτώσει είναι ένα τραγούδι στο οποίο ομόφωνα είπαμε όλοι ναι. Εγώ το πρότεινα έτσι για να δω τι θα πιάσει.

ΠτΘ: Θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος του άλμπουμ βέβαια.
Α.Μ.:
Ναι, αλλά, μας φάνηκε λίγο αφηρημένο, λίγο σκληρό ενώ το «Κέρασμα» έχει δροσιά.
Ν.Ζ.: Επειδή η ερώτηση έχει πολλές προεκτάσεις και παραμέτρους θέλω να πω ότι μέχρι ένα σημείο συνειδητά γίνεται ό,τι γίνεται. Δηλαδή υπήρχε η γνώση των διαφορετικών τραγουδιών. Απλά πάνω από αυτό ήταν η συμφωνία ότι από αυτά τα τραγούδια το ένα είναι λίγο πιο έντεχνο, το άλλο να είναι λίγο πιο αγγλική ποπ. Εγώ εν τω μεταξύ έχω έναν τρόπο που δεν μπορώ να κάνω ίδια τραγούδια, θέλω να είναι τα τραγούδια διαφορετικά. Δεν είναι κάτι που προκύπτει απλά και μόνο σαν διάθεση, είναι και λίγο συνειδητό αυτό το παιχνίδι. Θέλω να υπάρχουν διαφορετικά τραγούδια, δεν ξέρω αν είναι θετικό εμπορικά αυτό.
Α.Μ.: Για μένα αυτός ο δίσκος όπως είναι διαφορετικός αισθάνομαι ότι με εκπροσωπεί. Γιατί εγώ δεν μπορώ να μείνω σ’ ένα πράγμα, βαριέμαι. Αν είχα μείνει σε ένα πράγμα θα είχα σταματήσει από το τραγούδι εδώ και πολύ καιρό.

ΠτΘ: Υπάρχουν στη μουσική σκηνή σήμερα δύο πλευρές. Η δική σας και η άλλη.
Α.Μ.:
Ναι έχουμε διαφορετικές προθέσεις.

ΠτΘ: Και όχι μόνο στα τραγούδια, αλλά και στη στάση ζωής και εργασίας. Εσείς πόσο μπαίνετε στον πειρασμό να περάσετε στην άλλη πλευρά, με τα hits, τους πλατινένιους κ.λ.π.
Α.Μ.:
Εγώ δεν απορρίπτω εξ’ ολοκλήρου την άλλη πλευρά, δηλαδή βλέπω μέσα σ’ όλη αυτή τη σαχλαμάρα που επικρατεί να υπάρχουν στοιχεία που παίρνω κι εγώ. Δηλαδή δεν αρνιέμαι τους χρυσούς δίσκους και μακάρι να μπορούσα να το κάνω.

ΠτΘ: κ. Μουτσάτσου θα κλείνατε και τους δρόμους για να γυρίσετε video clip με γνωστό φουστάνι;
Α.Μ.:
Να βάλω μίνι για να μαζέψω κόσμο δεν το κάνω. Αλλά υπάρχουν στοιχεία που η άλλη πλευρά τα χειρίζεται και τη βοηθάνε που εμείς από δω, βλακωδώς, τους κοροϊδεύουμε. Για μένα ας πούμε είναι σημαντικό να τραγουδάς περιποιημένος στη σκηνή. Δηλαδή τα βρώμικα παπούτσια και το τσαλακωμένο πουκάμισο δεν μου κάνει άποψη. Σημασία έχει η εσωτερική άποψη, το φως που κουβαλάει ο καθένας μέσα του. Αλλά σε συνδυασμό με μια προσεγμένη εμφάνιση μου φαίνεται πιο υγιές.
Ν.Ζ.: Συμπέρασμα, εμείς από τη μια πλευρά πρέπει να προσέχουμε την εμφάνισή μας προς τα έξω ή από την άλλη, άλλοι να δώσουν λίγη λάμψη προς τα μέσα. Τελικά η αλήθεια δεν πιάνεται.

ΠτΘ: Θα γράφατε τραγούδια για τη Καίτη Γαρμπή συνεπώς…
Ν.Ζ.:
Γιατί δεν το έκανε ο Φοίβος ο Δεληβοριάς; Καλό θα ήταν να παίρναμε κάποια στιγμή καλές φωνές από τους άλλους και να κάναμε ένα δίσκο. Νομίζω ότι κι αυτοί έχουν μια τέτοια διάθεση και θέλουν να μας προσεγγίσουν.
Α.Μ.: Αν και φοβούνται, να ζητήσουν τραγούδια γιατί πιστεύουν ότι θα ακούσουν ένα ηχηρό «όχι». Αλλά και οι «έντεχνοι» δημιουργοί δεν θέλουν να κάνουν δίσκο με τους απέναντι γιατί σκέφτονται ότι πρέπει να τον δικαιολογήσουν.

ΠτΘ: Πάντως όλα τελικά είναι μουσική. Και η μουσική είναι καλό να υπάρχει χωρίς όρια. Εμείς στον Παρατηρητή από εδώ, τουλάχιστον, μπορούμε να το πιστεύουμε αυτό. Ευχαριστούμε πολύ!
Α.Μ. –Ν.Ζ.:
Κι εμείς ευχαριστούμε.

Μ.Λ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.