«Το Δημοκριτειο και η Σχολη Κλασικων και Ανθρωπιστικων Σπουδων πρεπει να αποτελεσουν το κεντρο μελετης της ιστοριας και του πολιτισμου της Θρακης»
Με πλούσιο βιογραφικό όσον αφορά στη μελέτη και την καταγραφή των ελληνικών παλίμψηστων χειρογράφων στις ευρωπαϊκές βιβλιοθήκες ο Ομότιμος Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου κ. Dieter Harlfinger αποτελεί έναν από τους διεθνώς αναγνωρισμένους κλασικούς φιλόλογους και παλαιογράφους. Μεταξύ άλλων, από το 1986 μέχρι σήμερα διατελεί επιστημονικός διευθυντής του Αριστοτελικού Αρχείου του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου, το 2007 ίδρυσε στο Αμβούργο το Κέντρο για την έρευνα της χειρόγραφης παράδοσης των κειμένων, και από το 2012 μέχρι σήμερα διευθύνει το πολυετές πρόγραμμα της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου-Βραδεµβούργου με τον τίτλο «Commentaria in Aristotelem Graeca et Byzantina», το οποίο εκδίδει τα αριστοτελικά υπομνήματα βυζαντινών κυρίως λογίων.
Με αφορμή την αναγόρευσή του σε Επίτιμο Διδάκτορα της Σχολής και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, έπειτα από πρόταση του τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας, ο κ. Harlfinger μίλησε στον Παρατηρητή της Θράκης για την «περιπέτεια της ζωής του», ήτοι την ενασχόληση, επί δεκαετίες, με τα παλίμψηστα ελληνικά χειρόγραφα, τα «ζωντανά τεκμήρια» άλλων εποχών, όπως ο ίδιος τα χαρακτήρισε.
Ο κ. Harlfinger αναφέρθηκε στα ερεθίσματα που τον οδήγησαν στην ενασχόλησή του αυτή, στην κατάσταση που επικρατεί σήμερα στη Γερμανία αναφορικά με τις κλασικές σπουδές και δη τις αρχαιοελληνικές, αλλά και τις βυζαντινές, στις ομοιότητες της αρχαίας ελληνικής γλώσσας με τη γερμανική, στη συμβολή των μορφωμένων του Βυζαντίου τόσο στη διάσωση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, μέσω των αντιγραφικών τους εργαστηρίων, όσο και στην εφεύρεση της μικρογράμματης γραφής αλλά και στα σωστά διδάγματα από την αρχαία Ελλάδα που πρέπει να λάβουν υπόψη τους οι σύγχρονοι Έλληνες προκειμένου να ανταπεξέλθουν στην κρίση.
«Στη Γερμανία τα τελευταία είκοσι χρόνια ο αριθμός των φοιτητών που ενδιαφέρονται για τις αρχαιοελληνικές σπουδές δυστυχώς μειώνεται συνεχώς»
ΠτΘ: κ. Harlfinger πώς προέκυψε η ενασχόλησή σας με τις κλασικές σπουδές;
D.H.: Μεγάλωσα στη βορειοδυτική Γερμανία, σε μια περιοχή κοντά στα ολλανδικά σύνορα και το γυμνάσιο στο οποίο φοιτούσα ήταν διάσημο για τη διδασκαλία αρχαίων γλωσσών, ιδιαίτερα της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής. Ο καθηγητής μου ήταν τόσο καλός που με ενέπνευσε να ασχοληθώ με την αρχαία ελληνική. Πήγα λοιπόν αρχικά σε ένα μικρότερο πανεπιστήμιο, αυτό του Marburg, έπειτα σε αυτό του Μονάχου και τέλος στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Το αρχικό μου κίνητρο όμως ήταν να γίνω δάσκαλος σε σχολείο, δεν φανταζόμουν τότε ότι θα γίνω καθηγητής στο πανεπιστήμιο. Αυτό προέκυψε στην πορεία, οι καθηγητές μου μού πρότειναν να γίνω αρχικά βοηθός, έπειτα ερευνητής ώσπου κατέληξα να γίνω καθηγητής.
ΠτΘ: Στις μέρες μας υπάρχει ενδιαφέρον στην ακαδημαϊκή κοινότητα της Γερμανίας σχετικά με τις αρχαιοελληνικές σπουδές;
D.H.: Φυσικά. Όσοι ασχολούνται με τις σπουδές της αρχαιότητας στη Γερμανία ενδιαφέρονται κυρίως για την αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη. Ωστόσο, και η σπουδή της βυζαντινής ιστορίας ξεκίνησε στο πανεπιστήμιο του Μονάχου από τον Karl Krumbacher και σήμερα διδάσκεται στα περισσότερα πανεπιστήμια της Γερμανίας. Σε κάθε περίπτωση, σε όλα τα γερμανικά πανεπιστήμια υπάρχουν προγράμματα αρχαίων ελληνικών και βυζαντινών σπουδών.
ΠτΘ: Υπάρχει ανάλογο ενδιαφέρον και από τη φοιτητική και τη μαθητική κοινότητα;
D.H.: Δυστυχώς τα τελευταία είκοσι χρόνια ο αριθμός των φοιτητών που δείχνουν ενδιαφέρον μειώνεται συνεχώς. Αυτό συμβαίνει διότι η ελληνική είναι δύσκολη γλώσσα αλλά και επειδή δεν μπορείς να την διδαχθείς ως μάθημα επιλογής σε όλα τα λύκεια. Στο Αμβούργο για παράδειγμα, υπάρχουν τρία γυμνάσια στα οποία διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά ενώ η λατινική σε περισσότερα. Ακόμα και όταν όμως υπάρχει η δυνατότητα επιλογής της οι γονείς δεν το προτιμούν για τα παιδιά τους, καθώς η μόνη επαγγελματική διέξοδος είναι να γίνεις ακαδημαϊκός. Οπότε μόνο οι γονείς που είναι πεπεισμένοι ότι η μελέτη της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, λογοτεχνίας και τραγωδίας είναι σημαντική για την εξάσκηση του μυαλού παροτρύνουν τα παιδιά τους να ασχοληθούν με τις αρχαιοελληνικές σπουδές, ακόμα και αν δεν υπάρχουν προοπτικές στην αγορά εργασίας.
ΠτΘ: Οι περισσότεροι από τους φοιτητές σας είναι Γερμανοί;
D.H.: Από διάφορες χώρες. Το πανεπιστήμιο του Αμβούργου χρηματοδοτείται επαρκώς από το γερμανικό κράτος ειδικά για τη λειτουργία σχολής για τη μετάδοση και την παλαιογραφία αρχαίων ελληνικών και λατινικών κειμένων. Επίσης προσφέρονται υποτροφίες για φοιτητές από άλλες χώρες. Κατά τη δεκαετία του ’90 οι περισσότεροι φοιτητές μου ήταν Γερμανοί, αλλά υπήρχαν επίσης πολλοί Έλληνες, Ιταλοί, Βούλγαροι, Ισπανοί ενώ είχα και έναν υποψήφιο διδάκτορα από το Κονγκό. Ήταν πολύ ωραία γιατί εκείνη την εποχή η Ευρώπη έψαχνε όλο και περισσότερο την ταυτότητά της και με τους υποψήφιους διδάκτορες δουλεύαμε μέσα σε πολύ ωραία ατμόσφαιρα.
«Χάρη στα αντιγραφικά εργαστήρια του Βυζαντίου διασώθηκε το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας»
ΠτΘ: Είναι δύσκολο για έναν Γερμανό να μελετήσει την αρχαία ελληνική γλώσσα;
D.H.: Όταν άρχισα να μελετώ χειρόγραφα αρχαίας ελληνικής γλώσσας διαπίστωσα ότι δεν ήταν δύσκολο να τα μεταφράσω στη γερμανική. Αυτό συμβαίνει επειδή οι δύο γλώσσες έχουν ομοιότητες, στην περίπτωση του σχηματισμού επιρρημάτων για παράδειγμα. Εξάλλου, κατά την περίοδο του Ρομαντισμού, οι περισσότεροι Γερμανοί θαύμαζαν την αρχαία Ελλάδα, υπήρχαν πολλοί Φιλέλληνες και γενικότερα υπήρχε μια ρομαντική αντίληψη για την Ελλάδα όπως ήταν πριν από την οθωμανική κατοχή.
ΠτΘ: Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με τη σύγκριση αρχαίας Ελλάδας-βυζαντινών χρόνων;
D.H.: Ασφαλώς οι αρχαίοι Έλληνες ανέπτυξαν έναν σπουδαίο πολιτισμό, ανακάλυψαν τρόπους για να εξηγήσουν τον κόσμο, έγραψαν τραγωδίες και κωμωδίες και επηρέασαν σύγχρονους και μεταγενέστερους πολιτισμούς. Από την άλλη πλευρά, ο βυζαντινός πολιτισμός επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την εκκλησία και την αυτοκρατορική παράδοση της Κωνσταντινούπολης. Παρ’ όλα αυτά, η λογοτεχνία και οι τέχνες άνθησαν και στο Βυζάντιο και ας μην ξεχνάμε ότι χωρίς να είχε μεσολαβήσει αυτή η εποχή δεν θα είχαμε στη διάθεσή μας πολλά από τα αρχαία ελληνικά κείμενα. Στην Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, τη Θεσσαλονίκη και το νότιο μέρος της Ιταλίας υπήρχαν εξαιρετικές προσωπικότητες. Οι μορφωμένοι της εποχής λοιπόν διατηρούσαν αντιγραφικά εργαστήρια, μέσα από τα οποία διασώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των έργων της αρχαίας Ελλάδας που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας. Σε αυτά εργάζονταν ασφαλώς και αρκετοί μοναχοί, οι οποίοι κυρίως έγραφαν θεολογικά και πατερικά κείμενα αλλά αντέγραφαν και έργα της κοσμικής λογοτεχνίας, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σοφοκλή, Όμηρο κ.ά., καθώς και αυτά εντάσσονταν στην εκπαίδευση. Εξάλλου ήταν μικρή η περίοδος που σήμερα αποκαλούμε «σκοτεινούς χρόνους» και τους διαδέχθηκε η βυζαντινή αναγέννηση, ο «δεύτερος ελληνισμός» μέχρι και την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους.
ΠτΘ: Τι αποκομίζει κανείς από τη μελέτη των χειρογράφων;
D.H.: Πρόκειται για τα ζωντανά τεκμήρια της κάθε εποχής. Για παράδειγμα, ένα χειρόγραφο 10 αιώνες μετά τον Αριστοτέλη δεν διασώζει μόνο το έργο του αλλά μπορεί να υπάρχουν στα περιθώριά του σημειώσεις και σχόλια σχετικά με αυτό. Επομένως, μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για το πολιτισμικό υπόβαθρο της κάθε εποχής. Το βρίσκω συναρπαστικό και με πολλούς από τους μαθητές μου συχνά επισκεπτόμαστε βιβλιοθήκες στο Βερολίνο, το Αμβούργο και αλλού, όπου τους δείχνω τα χειρόγραφα και μπορούν να δουλέψουν πάνω σε αυτά. Υπάρχει μια ζωντανή επαφή με αυτό το υλικό, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την παλαιογραφία ως μια αρχαιολογία της φιλολογίας.
«Οι σύγχρονοι Έλληνες ίσως θα έπρεπε να εφαρμόσουν τα διδάγματα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων»
ΠτΘ: Έχετε επισκεφτεί πολλές φορές την Ελλάδα. Πώς αντιλαμβάνεστε τη σημερινή κατάσταση;
D.H.: Την πρώτη φορά που ήρθα στην Ελλάδα ήταν το 1961, όταν ήμουν ακόμα παιδί. Για εμένα ήταν κάτι το φανταστικό. Είχα ταξιδέψει με αυτοκίνητο μέσω Γιουγκοσλαβίας με την πρώην σύζυγό μου και την αδερφή μου και θυμάμαι ότι είχα παρκάρει το αυτοκίνητό μου κοντά σε έναν ξενώνα νεολαίας στο Κολωνάκι. Τότε μπορούσες να παρκάρεις το αυτοκίνητό σου και να το αφήσεις εκεί για μία εβδομάδα. Πέρασαν πολλές δεκαετίες και η Ελλάδα άλλαξε. Το 2004 μπορούσες να δεις την ανάπτυξη αλλά δεν ήταν αληθινή, ήταν ένα make up που τελικά οδήγησε στην κρίση. Λυπήθηκα πάρα πολύ όταν η κρίση έπληξε την Ελλάδα, κυρίως την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και γενικότερα τις μεγάλες πόλεις. Ο μισθός πολλών φίλων μου μειώθηκε δραματικά, πολλά μαγαζιά έκλεισαν ενώ οι επαίτες και οι άστεγοι πολλαπλασιάστηκαν στους δρόμους. Όπως ακούω και έχω διαπιστώσει η κατάσταση στις μικρές πόλεις και τα χωριά είναι κάπως καλύτερη γιατί η οικογενειακή ζωή συνεχίζει να αποτελεί παράδοση. Αυτό δεν υπάρχει στη Γερμανία, ο γιος είναι εκεί, η κόρη αλλού και ο ηλικιωμένος πατέρας με την ηλικιωμένη μητέρα ζουν μόνοι τους.
ΠτΘ: Πιστεύετε ότι οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν να μάθουν από το παρελθόν ώστε να βρουν λύσεις στα σημερινά προβλήματά τους;
D.H.: Διαφθορά στην πολιτική υπήρχε και στην αρχαία Ελλάδα και μάλιστα μεγάλη. Εξόριζαν τους ανεπιθύμητους μέσω του οστρακισμού. Οι σύγχρονοι Έλληνες όμως ίσως θα έπρεπε να εφαρμόσουν τα διδάγματα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Αυτό που περιέγραψε ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» και τους «Νόμους», ότι οι εξυπνότεροι άνθρωποι πρέπει να διοικούν τη χώρα, όχι οι ισχυροί ούτε οι «δικτυωμένοι». Και τι μπορούμε να πούμε για την επιρροή της εκκλησίας στην πολιτική; Είναι πολύ δύσκολο να γίνει διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα.
ΠτΘ: Ποιες εντυπώσεις έχετε αποκομίσει από την επίσκεψή σας στη Θράκη;
D.H.: Χαίρομαι πολύ βλέποντας την ποιότητα της ακαδημαϊκής δουλειάς που γίνεται εδώ. Το πανεπιστήμιο είναι μόνο 40 ετών και θέλω να πιστεύω ότι, παρά την κρίση, θα βρεθούν κάποια χρήματα για να συνεχιστεί αυτή η καλή δουλειά. Βρισκόμαστε στη Θράκη, μια περιοχή της οποίας η ιστορία και ο πολιτισμός δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Στη Θράκη βρίσκεται η Μαρώνεια, τα Άβδηρα, η διάσημη Σαμοθράκη κ.ά. Πρέπει να βρεθούν πόροι λοιπόν ώστε το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο και ειδικότερα η Σχολή Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών να αποτελέσουν το κέντρο αυτής της προσπάθειας.
«Στο Βυζάντιο οφείλουμε τη μικρογράμματη γραφή της ελληνικής γλώσσας»
Επίσης στο Βυζάντιο οφείλουμε και τη μικρογράμματη γραφή. Μέχρι και τον 8ο μ.Χ. αιώνα όλα τα έργα γραφόντουσαν με μεγαλογράμματη γραφή και έπειτα οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη, τη Συρία και την Παλαιστίνη εφηύραν μια νέα γραφή, τη μικρογράμματη, για να εξοικονομήσουν χώρο και χρόνο και για να διαβάζονται ευκολότερα τα κείμενα. Ειδικότερα, στη μονή Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη, εφευρέθηκε μια εξαιρετική μικρογράμματη γραφή. Την ίδια περίοδο στη Δύση ανακαλύφθηκε και η μικρογράμματη γραφή για τη λατινική γλώσσα.
«Το τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας είναι το “Μετόχιον” του Πανεπιστημίου του Αμβούργου»
Σήμερα είμαι ιδιαίτερα ευτυχής καθώς, πολλοί από τους καθηγητές εδώ ήταν φοιτητές εκείνη την εποχή στο Αμβούργο και τους γνώριζα προσωπικά, θα μπορούσα να πω χαριτολογώντας ότι το τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου είναι το Μετόχιον του Πανεπιστημίου Αμβούργου.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
