«Ταχια εινει Αντριας»: Γιορταζοντας τον Αγιο Ανδρεα στο Ορμενιο ν. Εβρου
[Γεννημένη και μεγαλωμένη στο Ορμένιο του νομού Έβρου, η Χρυσούλα Ιωαννίδου διετέλεσε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας και σήμερα, παράλληλα με τις αγροτικές της ασχολίες, καταπιάνεται με τη διαφύλαξη της τοπικής προφορικής ιστορίας, με πιο πρόσφατο πόνημά της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).
Στην ενότητα «στα σοκάκια της μνήμης» συγκεντρώνει ιστορίες από το παρελθόν τού Ορμενίου και ολόκληρης της Θράκης, διατηρώντας άσβεστες τις φωνές των προγόνων μας και διασώζοντας πολλά από τα ήθη και τα έθιμα που γιορτάζονταν τα παλαιότερα χρόνια στην περιοχή, αρκετά από τα οποία έχουν οδηγηθεί στη λήθη, ενώ υπάρχουν ακόμη μερικά που παραμένουν άσβεστα στον χρόνο.
Ο Νοέμβριος, μήνας καμπής ανάμεσα στο φθινόπωρο και τον χειμώνα, κουβαλούσε παλιά στο χωριό πολλαπλά ονόματα, με ακόμη περισσότερες συνδηλώσεις. Δεν ήταν μόνο ο μήνας της πρώτης παγωνιάς, που «παχνίζει» τα ζώα και τα κρατά δεμένα στα παχνιά, ήταν και ο μήνας του Αγίου Ανδρέα, του «Αντριά». Κάθε χρόνο, με αφορμή τη γιορτή του Αγίου Ανδρέα, αναβίωνε ένα προσφυγικό έθιμο που σήμερα αποτελεί πολύτιμη κληρονομιά, ζωντανή ακόμη. Το παλιό αυτό έθιμο φωτίζει με το κείμενό της η κ. Ιωαννίδου, υπενθυμίζοντάς μας πως η καθημερινότητα των ανθρώπων μπορεί τότε να ήταν δύσκολη, χειρωνακτική, μα ο κόσμος ζούσε με μια γαλήνια βεβαιότητα: ότι η ζωή προχωρά με την ευλογία του Θεού, της Παναγίας και των Αγίων. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τα παλιά…].

Ο Νοέμβριος, τα παλιά τα χρόνια, είχε και άλλες ονομασίες στο χωριό. Τον έλεγαν «Αντριά» και «Παχνιστή»: «Αντριά», λόγω της μεγάλης γιορτής τού Αγίου Ανδρέα στα τέλη του μήνα και «Παχνιστή», γιατί τα μεγάλα ζώα έμεναν πια δεμένα στα παχνιά. Αν και στο χωριό εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες, από διάφορες περιοχές, ενώ υπήρχαν και ντόπιοι κάτοικοι, το όνομα Ανδρέας το είχαν, κυρίως, οι άνθρωποι που έφτασαν εδώ από τον Πεντάλοφο. Κατά τη γιορτή όμως του Αγίου Ανδρέα, έκαναν στο χωριό ένα έθιμο που προερχόταν από τα χωριά Κόζουλτζια και Ουρούμκιοϊ. Το αναφέρω αυτό, επειδή το έθιμο γίνεται και στη Φτελιά, οι κάτοικοι της οποίας είναι επίσης πρόσφυγες, μόνο όμως από το Κόζουλτζια και το Ουρούμκιοϊ.
«Ταχιά είνει Αντριάς» (αύριο είναι Αντριάς), έτσι αποκαλούσαν τον Άγιο Ανδρέα. Από το χάραμα έβαζαν πάνω στη σόμπα την κατσαρόλα, που είχε μέσα στάρι, φασόλια, ρεβίθια, καλαμπόκια και φακές. Όλα τα όσπρια και τα δημητριακά είχαν την τιμητική τους εκείνη την ημέρα. Όταν τα σπόρια έβραζαν, έριχναν μέσα σταφίδες, σουσάμι και καρύδια. Πάνω στο τραπέζι είχαν ήδη αναμμένο το καντήλι, το θυμιατό να καπνίζει, τα κλαδιά του κέδρου και τα βρασμένα σπόρια μέσα σε μία μεγάλη κούπα. Σπόρια έβαζαν και σε μερικά μπολάκια, για να μοιράσουν στη γειτονιά.
Με την κούπα, η νοικοκυρά έβγαινε επίσης στην αυλή και, με τη χούφτα της, έριχνε στον κήπο του σπιτιού, τρεις φορές προς τον ουρανό, για να αντρειώνονται τα σπαρτά. Όσο ψηλά πήγαιναν τα σπόρια, τόσο ψηλά ευχόταν να γίνουν τα γεννήματά (στάρια) τους, που ήδη ήταν σπαρμένα. Ευχόταν και για όλες τις παραγωγές της χρονιάς να πάνε καλά, γι’ αυτό είχε και σπόρια που οι σπορές τους γίνονταν την άνοιξη (φασόλια, φακές, καλαμπόκι, σουσάμι).
Η νοικοκυρά κάρφωνε και στον κήπο ένα κλαδάκι από τον κέδρο. Τα υπόλοιπα σπόρια και τα κλαδιά από τον κέδρο τα έπαιρνε ο νοικοκύρης, για να τα πάει σε όλα του τα χωράφια! Τα πολυσπόρια τα έριχναν σε κάθε χωράφι και κάρφωναν ένα κλαδάκι του κέδρου στο χώμα, στη μέση του χωραφιού, «για να αντρειώνονται τα σπαρτά» έλεγαν οι μεγαλύτεροι! Να βοηθήσει ο Άγιος να πάνε καλά όλες οι σοδειές. Γι’ αυτό οι αγρότες τον τιμούσαν και προσεύχονταν σε αυτόν.
Τα παλιά τα χρόνια, όλα τα έθιμα γίνονταν με πολύ ευλάβεια και προσευχή στον κάθε Άγιο της ημέρας. Οι ελπίδες όλων ήταν στην προστασία του Θεού, της Παναγίας και την Αγίων. Σε κάθε γιορτή πήγαιναν στην εκκλησία, άναβαν το κερί τους και προσεύχονταν. Αν και γίνονταν όλες οι δουλειές χειρωνακτικά, τις ημέρες των γιορτών απέφευγαν να δουλέψουν. «Ό,τι πει ο Θεός» έλεγαν, με την ελπίδα να τους λυπηθεί και να τους βοηθήσει να πάνε καλά τα σπαρτά και τα ζωντανά τους. Όταν έβρεχε και δεν μπορούσαν να σπείρουν ή να μαζέψουν την παραγωγή τους, δεν απελπίζονταν. «Έχει ο Θεός» έλεγαν και με πολύ πίστη σε αυτόν συνέχιζαν τη ζωή τους.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
