Ο κυκλος της βιας: Τι τον τροφοδοτει και πως θα «σπασει»;
«Ο οργανισμός μας θυμάται∙ εάν ένας άνθρωπος δεν επεξεργαστεί ό,τι του έχει συμβεί και δεν μιλήσει με έναν ειδικό, αυτό θα μείνει εσωτερικά»
Ολοένα και περισσότερα είναι τα περιστατικά κακοποίησης και βίας, παιδιών και ενηλίκων, που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, γεγονός που εγείρει ποικίλα ερωτήματα για τις ρίζες του φαινομένου. Χαρακτηριστικά τα δύο πρόσφατα παραδείγματα κακοποιητικών συμπεριφορών, το ένα εκ των οποίων –όπως η έρευνα των αρχών απέδειξε– οδήγησε λόγω της χρόνιας διάρκειας στον θάνατο ενός ανήλικου παιδιού, ενώ το δεύτερο περιστατικό κακοποίησης έγινε αντιληπτό μέσα από τις ζωγραφιές του ανήλικου θύματος. Δύο τραγικά περιστατικά που καταδεικνύουν την ανάγκη για βαθύτερη κατανόηση και αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος, δύο περιστατικά, μεταξύ πολλών άλλωνπου δυστυχώς παραμένουν στο σκοτάδι της αφάνειας.
Με αφορμή την έξαρση αυτή των κακοποιητικών συμπεριφορών, οι Όλγα Ιωαννίδου και Αλέξανδρος Χατζόπουλος συνομίλησαν στο «Ράδιο Παρατηρητής 94fm», με την Κοινωνική Εγκληματολόγο – Εγκληματολογική Ψυχολόγο, Καθηγήτρια στην Αστυνομική Ακαδημία της Ελλάδος και μέλος του Κέντρου Μελέτης Εγκλήματος, κ. Χρύσα Καλτσώνη για τις διαστάσεις του φαινομένου, τη σύνδεσή του με κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά, το μετατραυματικό στρες αλλά και τη σημασία της αντιμετώπισης τραυμάτων του παρελθόντος, με τη συμβολή ειδικών να κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να «σπάσει» επιτέλους ο κύκλος της βίας, διότι η βία δεν είναι ένα τυχαίο ή μεμονωμένο γεγονός, οπότε και η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να είναι επιφανειακή ή προσωρινή.
Ο λόγος στην κ.Καλτσώνη, που με τη μακρόχρονη εμπειρία της και την επιστημονική της κατάρτιση επιχειρεί να αποδομήσει την αλυσίδα της βίας, που αρχίζει ασφυκτικά να μας περιορίζει.
«Η ενδοοικογενειακή βία και, γενικότερα, το κομμάτι της βίας συνδέεται μάλλον πάρα πολύ με τη διαταραχή του μετατραυματικού στρες»
ΠτΘ: κ. Καλτσώνη, τείνουμε να «συνηθίσουμε» τη βία, υπό την έννοια ότι κατακλυζόμαστε συνεχώς από νέα περιστατικά κακοποιητικών συμπεριφορών. Από πού προκύπτουν όλα αυτά; Είναι φαινόμενο της συγχρονίας ή πάντοτε υπήρχαν;
Χ.Κ.: Πράγματι, στην κοινωνία του σήμερα το κομμάτι της βίας μάς απασχολεί όλους πάρα πολύ. Ειδικά η ενδοοικογενειακή βία, η οποία αποτελεί ένα πολύ σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Τι είναι, όμως, ενδοοικογενειακή βία; Η ενδοοικογενειακή βία περιλαμβάνει διάφορες όψεις: τη σωματική, την ψυχολογική, τη λεκτική, την οικονομική βία, τη σεξουαλική κακοποίηση μεταξύ των μελών μιας οικογένειας ή του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος, και έχει ποικίλες επιπτώσεις στην υγεία των θυμάτων. Ένας πολύ κρίσιμος παράγοντας που συμβάλλει σημαντικά στην εκδήλωση της βίας είναι ο οικονομικός και φυσικά, κατ’ επέκταση, και ο κοινωνικός.
Σκεφτείτε ότι αυτήν τη στιγμή ζούμε σε μια κοινωνία όπου οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές. Αρκεί να αφουγκραστούμε τι είχε συμβεί τα τελευταία χρόνια·κρίση, πυρκαγιές, πλημμύρες, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, καταστροφή περιουσιών, ψυχολογικά τραύματα κλπ. Όλοι όσοι έχουν βιώσει αυτές τις συνθήκες, δημιουργούν μέσα τους μια κατάσταση θυμού, ο οποίος εσωτερικεύεται. Επίσης, μιλάμε για πάρα πολλές περιπτώσεις οικογενειών που δυσκολεύονται οικονομικά να τα βγάλουν πέρα –χωρίς να σημαίνει πως η οικονομική άνεση συνεπάγεται και ψυχική υγεία. Αυτό οδηγεί σε έξαρση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας, μιας και ο θύτης θα ξεσπάσει μέσα στην οικογένεια. Επίσης, μπορεί κάποιος να χάσει τη δουλειά του, να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις καθημερινές του υποχρεώσεις με τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε, γεγονός που αυτομάτως τον φέρνει σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση.
Πέραν, όμως, των κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων, υπάρχει και το ιστορικό της οικογένειας. Όλοι μας προερχόμαστε από ένα συγκεκριμένο οικογενειακό πλαίσιο και ο κάθε άνθρωπος κουβαλά ένα δικό του ιστορικό. Εκεί, αυτομάτως, πρέπει να γίνει αντιληπτό και να εξεταστεί τι τραύματα μπορεί ο καθένας μας να κουβαλά. Μπορεί για παράδειγμα κάποιος ως παιδί να υπήρξε θεατής ή και θύμα σε ένα βίαιο περιστατικό στην οικογένεια. Μην ξεχνάμε πως όλοι οι άνθρωποι κάποτε υπήρξαμε παιδιά, κανένας δεν γεννιέται ενήλικας.

Όλοι ζούμε σε μια καθημερινότητα, στο πλαίσιο της οποίας ερχόμαστε αντιμέτωποι με πάρα πολλές προκλήσεις και ευθύνες. Όταν έχουμε, λοιπόν, και ένα παραπάνω «βάρος», το οποίο δεν έχει δουλευτεί, δεν έχει διερευνηθεί, δεν έχει συζητηθεί ποτέ με τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε, αυτό κάποια στιγμή θα εκδηλωθεί. Για παράδειγμα, είδαμε το τελευταίο περιστατικό με το οκτάχρονο αγοράκι, που, όπως αποκαλύφθηκε, ο γονέας του ασελγούσε εις βάρος του. Αυτή η εγκληματική πράξη σημαίνει ότι δράστης από τη μια πλευρά –γιατί αυτό είναι παραβατική συμπεριφορά– έχει ένα δικό του άλυτο κομμάτι, το οποίο φυσικά φέρνει από την παιδική του ηλικία και δεν έχει ποτέ διερευνηθεί, με αποτέλεσμα να το αναπαράγει στο ίδιο του το παιδί. Το παιδάκι από την άλλη –οφείλουμε πραγματικά να συγχαρούμε την επαγγελματία που το διαπίστωσε– προσπάθησε και το εκδήλωσε μέσα από τις ζωγραφιές του, μιας και είναι σε βρεφική ηλικία. Δεν μπορεί να το εκδηλώσει με τον τρόπο της ανησυχίας, όπως θα το εκδήλωνε ένας έφηβος ή ένας νέος ενήλικας. Ένα παιδί, για παράδειγμα, στην προεφηβεία μπορεί να το εκδήλωνε μέσα από εσωστρέφεια και τις δραστηριότητές του. Υπάρχουν, βέβαια, και εξαιρέσεις, που ένα παιδί θα μιλήσει, αλλά δεν συναντάται τόσο συχνά. Σε αυτό το σημείο η ενδοοικογενειακή βία και, γενικότερα, το κομμάτι της βίας συνδέεται μάλλον πάρα πολύ με τη διαταραχή του μετατραυματικού στρες.
«Η παραβατικότητα στα σχολεία έχει αυξηθεί κατακόρυφα συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια»
ΠτΘ: Με ποιον τρόπο επηρεάζει μια συμπεριφορά η διαταραχή του μετατραυματικού στρες;
Χ.Κ.: Η διαταραχή του μετατραυματικού στρες δεν έχει αναλυθεί στην Ελλάδα όσο θα έπρεπε. Η σύνδεση της βίας με τη συγκεκριμένη διαταραχή μπορεί να επιφέρει μακροχρόνιες ψυχολογικές επιπτώσεις στα θύματα, που αυτό σημαίνει ότι ειδικότερα τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας θα βιώνουν έναν συνεχή φόβο και ανασφάλεια, δεδομένο που τα καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτα στην εμφάνιση αυτής της διαταραχής.
Η διαταραχή αυτή ενδέχεται να επιφέρει στα παιδιά τάσεις εσωστρέφειας. Ξαφνικά, ένα παιδί το οποίο είναι πιο κοινωνικό, μπορεί να κλειστεί στον εαυτό του. Επίσης, μπορεί να γίνει πολύ πιο επιθετικό, ακόμη και απέναντι στους ίδιους τους γονείς του, αλλά και γενικότερα στο σχολείο, που είναι «δεύτερο σπίτι» του, στους συμμαθητές του. Υπάρχουν πολλά περιστατικά στην Ελλάδα που δείχνουν ότι η παραβατικότητα στα σχολεία έχει αυξηθεί κατακόρυφα συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του μετατραυματικού στρες είναι και η διαταραχή του ύπνου. Πάρα πολλές μελέτες που έχουν διεξαχθεί αποδεικνύουν ότι τα παιδιά που έχουν βιώσει ενδοοικογενειακή βία βλέπουν πάρα πολλούς εφιάλτες. Υπάρχει ακόμη η πιθανότητα να κάνουν αναβίωση των βίαιων γεγονότων, μέσα από κάποια συζήτηση που θα ακούσουν, μια εικόνα που θα δουν, αλλά ακόμα και μέσα από ένα παιχνίδι που θα πυροδοτήσει κάτι το οποίο είχανβιώσει στο παρελθόν. Αντίστοιχα, η τάση να αποκοπεί από τις δραστηριότητές του ή η πτώση της απόδοσής του στο σχολείο είναι χαρακτηριστικά παραίτησης, που συνεπάγονται τραύματα στην ψυχοσύνθεση του παιδιού.
Η αυτοεκτίμηση του παιδιού σε αυτό το πλαίσιο μειώνεται και τα ενοχικά συναισθήματα, ή ακόμα και συναισθήματα ντροπής για το τι έχει συμβεί, αυξάνονται περισσότερο, με αποτέλεσμα να είναι πολύ πιο ευάλωτο ένα παιδί στην κριτική και να μην μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματά του. Το συγκεκριμένο παιδί δεν μπορεί να κατανοήσει ότι αυτό το οποίο βιώνει οφείλεται σε κάτι που του συνέβη στο παρελθόν.
«Τα θύματα που βιώνουν τη διαταραχή μετατραυματικού στρες δυσκολεύονται να εμπιστευτούν τους άλλους ή να δημιουργήσουν υγιείς σχέσεις»
ΠτΘ: Τα σημάδια αυτά, ως έκφραση της διαταραχής του μετατραυματικού στρες, εκδηλώνονται με την ίδια μορφή και στους ενήλικες;
Χ.Κ.: Στην πλευρά των ενηλίκων, τα συμπτώματα δεν διαφέρουν τόσο πολύ. Το μόνο το οποίο, ενδεχομένως, διαφέρει είναι ότι αργότερα οι ενήλικες έχουν μια τάση να εμφανίζουν προβλήματα συγκέντρωσης, μειωμένη παραγωγικότητα, αλλά και συχνές απουσίες από την εργασία τους, όταν βιώνουν, για παράδειγμα, ενδοοικογενειακή βία και δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις, υπό την έννοια της έλλειψης εμπιστοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι τα θύματα τα οποία βιώνουν τη διαταραχή μετατραυματικού στρες δυσκολεύονται να εμπιστευτούν τους άλλους ή να δημιουργήσουν υγιείς σχέσεις, γιατί αυτομάτως έρχεται στο μυαλό ο πόνος που είχαν βιώσει ακόμα και πριν μία ή δύο δεκαετίες. Ο οργανισμός μας θυμάται. Εάν λοιπόν ένας άνθρωπος δεν επεξεργαστεί ό,τι του έχει συμβεί και δεν μιλήσει με έναν ειδικό, όσο δυνατός και να είναι, όσο θάρρος και να έχει, αυτό θα μείνει εσωτερικά. Αυτό σημαίνει ότι είναι καλό για τον ίδιο να μπορέσει να το δουλέψει αργότερα, ώστε να ξεπεράσει εμπόδια και να προχωρήσει μπροστά.
ΠτΘ: κ. Καλτσώνη, ως κράτος, είναι κοινώς παραδεκτό πως έχουμε ελλείψεις στις δομές και τα προγράμματα για την ψυχική υγεία. Εάν έχουμε ανάγκη, όμως, από κάποιον ειδικό, γνωρίζουμε πού να απευθυνθούμε;
Χ.Κ.: Στην Ελλάδα τοενδιαφέρον για την προστασία των θυμάτων έχει ξεκινήσει και αυξάνεται σιγά σιγά, ειδικά σε ό,τι αφορά την ενδοοικογενειακή βία. Ωστόσο, είναι πολύ σημαντικό να γίνει ένας διαχωρισμός. Όταν ένας άνθρωπος βιώνει ένα πρόβλημα ψυχικής υγείας, ο επαγγελματίας ο οποίος θα κληθεί να βοηθήσει είναι ο ψυχοθεραπευτής, όχι ο ψυχολόγος. Είτε ο συστημικός ψυχοθεραπευτής είτε ο κλινικός ψυχοθεραπευτής. Είναι πολύ σημαντικό ένας άνθρωπος να ψάχνει πολύ πιο βαθιά και ουσιαστικά την ουσία των επαγγελμάτων. Ο ψυχοθεραπευτής, ειδικά εάν είναι και εξειδικευμένος –γιατί αυτό παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στη διαταραχή του μετατραυματικού στρες–, θα μπορέσει μέσα από μια πολύ συγκεκριμένη μέθοδο, τη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, το λεγόμενο CBT, να επαναπροσδιορίσει την αρνητική εμπειρία του θύματος. Υπάρχουν πάρα πολλές τεχνικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, αλλά σαφέστατα ο ψυχοθεραπευτής είναι αυτός ο οποίος βοηθάει πάρα πολύ σε αυτές τις συνθήκες.
Επίσης, στην Ελλάδα, κάτι το οποίο δεν υπάρχει αυτήν τη στιγμή και είναι πολύ σημαντικό να αναπτυχθεί, αφορά τους εγκληματολογικούς ψυχολόγους. Η εγκληματολογική ψυχολογία βασίζεται αποκλειστικά στις παραβατικές συμπεριφορές. Εκεί, ανάλογα με το συμβάν, ο εγκληματολογικός ψυχολόγος μπορεί να βοηθήσει είτε στα δικαστήρια, ως πραγματογνώμονας στο προφίλ των δραστών όταν υπάρχει ενδοοικογενειακή βία, είτε σε δομές ψυχικής υγείας, είτε σε περιπτώσεις εθισμών σε ουσίες, αλκοόλ, τζόγο κλπ., είτε ακόμα και σε πολύ βαριές τάσεις ψυχικών διαταραχών, όπως για παράδειγμα η σχιζοφρένεια. Σε αυτές,όμως, τις περιπτώσεις χρειάζεται σαφέστατα και συνεργασία με έναν ψυχίατρο, γιατί ο ψυχίατρος είναι αυτός ο οποίος μπορεί να διαγνώσει τη διαταραχή που βιώνει ένα άτομο.
«Οι ενήλικες έχουν αρχίσει να αναγνωρίζουν σημάδια εσωτερικών ελλείψεων και δουλεύουν με τον εαυτό τους, γεγονός που δεν ίσχυε στο παρελθόν»
ΠτΘ: Επιστρέφοντας στα αίτια, ούσα και εγκληματολογική ψυχολόγος, έχετε παρατηρήσει σενάρια ενδεχομένως κοινά; Η ανέχεια και η φτώχεια, για παράδειγμα, συντελούν στην αύξηση περιστατικών κακοποίησης και επιθετικότητας;
Χ.Κ.: Στο παρελθόν έχω εργαστεί και ως σύμβουλος διαχείρισης της επιθετικότητας και έχω δει πολλά περιστατικά, ειδικά σε νέους ανθρώπους. Αυτό το οποίο επικρατούσε ήταν τα κακοποιημένα παιδιά. Η κακοποίηση, όμως, αυτή δεν οφειλόταν αποκλειστικά σε κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, που είναι αλληλένδετα μεταξύ τους, αλλά οφειλόταν και στην ψυχοσύνθεση των ενηλίκων, ήτοι του οικογενειακού τους ιστορικού. Βέβαια, οι ενήλικες έχουν αρχίσει, εδώ και αρκετά χρόνια, να αναγνωρίζουν σημάδια κακοποίησης και εσωτερικών ελλείψεων που έχουν βιώσει και δουλεύουν με τον εαυτό τους, γεγονός που δεν ίσχυε στο παρελθόν. Μην ξεχνάτε ότι ζούμε σε μια χώρα η οποία έχει πονέσει πάρα πολύ. Έχει βγει από πολλούς πολέμους και ακραίες συνθήκες διαβίωσης. Αυτό, λοιπόν, το χαρακτηριστικό περνάει μέσα από το DNA από γενιά σε γενιά. Είναι αυτό που οι παλαιότερες γενιές ονόμαζαν «Σύνδρομο της Κατοχής», που μεταφραζόταν στο να δώσω στο παιδί μου ό,τι καλύτερο μπορώ, γιατί εγώ το στερήθηκα. Γι’ αυτό βέβαια σήμερα, αν παρατηρήσετε κοινωνικά, έχουμε φτάσει σε μία κατάσταση που δεν υπάρχουν όρια, ειδικά στα παιδιά, και αυτό έχει να κάνει και με το διαδίκτυο.
Παρατηρήστε γύρω μας πόσες περιπτώσεις υπάρχουν ενηλίκων και παιδιών που είναι συνέχεια με ένα κινητό στο χέρι. Επομένως, έχουμε πάει αυτήν τη στιγμή στο άλλο άκρο. Κάπου πρέπει να μπει ένα μέτρο, να επέλθει ισορροπία και προς αυτήν την κατεύθυνση ορθώς βγήκαν κάποιες νομοθεσίες, όπως για παράδειγμα το να μη χρησιμοποιούν τα παιδιά κινητά στα σχολεία. Μία ωραία πρωτοβουλία, γιατί με αυτόν τον τρόπο το παιδί θα έρθει περισσότεροσε επαφή με την πραγματικότητα. Δεν φτάνει όμως μόνο αυτό. Ο βασικός πυλώνας για ένα παιδί είναι το σπίτι, η οικογένεια και ο δεύτερος πυλώνας είναι η εκπαίδευση, ο δάσκαλος, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει και οι δάσκαλοι να εκπαιδεύονται και να περνάνε από έλεγχο, γιατί όταν μπαίνεις σε μια αίθουσα έχεις να κάνεις με τελείως διαφορετικές προσωπικότητες παιδιών.
Επίσης, πρέπει να ενταχθούν στα σχολεία σύμβουλοι ψυχικής υγείας, λογοθεραπευτές, ακόμα και ψυχοθεραπευτές, ανάλογα με την αναγκαιότητα κάθε σχολείου. Και φυσικά να αρχίσουν τα σχολεία να καλούν επιστήμονες να μιλούν για συγκεκριμένα φαινόμενα και θεματικές, ώστε τόσο τα παιδιά όσο και οι γονείς να μπορούν να ενημερώνονται και να λαμβάνουν ορισμένα ζητήματα υπόψιν τους.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
