Κωνσταντινος Ρεμελης, Πρυτανης Δημοκριτειου Πανεπιστημιου Θρακης «Η ανωτατη εκπαιδευση στη χωρα μας ποτε δεν εχει αναγνωριστει ως βασικος μοχλος που θα μας βγαλει απο την κριση»
Το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης αποτελούσε πάντα πηγή ειδήσεων και ιστορίας, είτε μέσω των εκπροσώπων του- μελών του εκπαιδευτικού και διοικητικού του προσωπικού είτε μέσω των φοιτητών του, και των πεπραγμένων τους. Την ωραία αυτή «δυναμική», κοινωνική και πολιτική του Δημοκριτείου, ιδιαίτερα τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, στη σχηματοποίηση των οποίων οι τότε φοιτητές του, και σήμερα επώνυμοι στο δημόσιο ευρύτερα χώρο αλλά και στον πανεπιστημιακό, αρκούντως συνέβαλαν, συνειδητοποιήσαμε εκ νέου -και κάποιοι γνώρισαν ίσως για πρώτη φορά – στην πρόσφατη επέτειο των 40 χρόνων της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ. Μια επέτειο, με αφορμή την οποία, πολλοί εκ των πρώτων φοιτητών του που έχουν διαπρέψει ο καθένας με τον τρόπο του σε διάφορους τομείς και πεδία, επέστρεψαν στην Κομοτηνή. Ο «ΠτΘ» μάλιστα μέσα από τις συζητήσεις που πραγματοποίησε με κάποιους εξ αυτών, έμαθε πολλά και για άγνωστες πτυχές των τότε χρόνων του πανεπιστημίου μας, αντικείμενα αναπόλησης και νοσταλγίας των πρωταγωνιστών τους μέχρι σήμερα. Πολλά… Από τις μάχες για αποχουντοποίηση που δόθηκαν τότε, μέχρι τον ετήσιο χορό των φοιτητών που ήταν γεγονός για την πόλη.
Με αφορμή λοιπόν την επέτειο των σαράντα χρόνων λειτουργίας της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου και τα όσα ωραία αυτή μας πρόσφερε, υπενθυμίζοντας αξίες όπως αυτές της συλλογικότητας, της συναλληλίας και των κοινωνικών αγώνων, είχαμε την τιμή να συζητήσουμε στο «ράδιο Παρατηρητής» με τον Πρύτανη του ΔΠΘ κ. Κωνσταντίνο Ρέμελη και για τον πρόσφατο εορτασμό και το τι είναι αυτό που ενώνει τόσο στέρεα αυτήν την πρώτη γενιά φοιτητών, και για τους συμβολισμούς της επετείου, τους φιλοσόφους Δημόκριτο και Πρωταγόρα, αλλά και για ζητήματα που αφορούν στο σύγχρονο πανεπιστήμιο και δημιουργούν πολλά ερωτηματικά όπως οι νέες «μεταποιήσεις» σε επίπεδο διοίκησης, η αξιολόγηση και η κατάταξη των ελληνικών πανεπιστημίων και τα ανοικτά ζητήματα των ελλείψεων σε υποδομές και εκπαιδευτικό προσωπικό. Με τον κ.Πρύτανη συζητάμε επίσης για τους όρους και τα όρια της πολιτικής σήμερα, μάλλον κατά την άποψή του ασκείται ιδιομόρφως, αν αξιολογήσει κάποιος τα όσα μας λέει για τις παρατηρούμενες αντιφάσεις στα άρθρα του ιδίου νόμου, αλλά και για τα λάθη, τις παραλείψεις αλλά και τη συνεισφορά των πρώτων μεταπολιτευτικών γενεών στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Υπέρμαχος της αυτοκριτικής και των επαναθεωρήσεων του βιωμένου παρελθόντος, ο κ.Ρέμελης αποδεχόμενος ότι τη γενιά του «διέκρινε μια πολιτική υπερτροφία», θεωρεί εντούτοις ότι το μόνο για το οποίο αυτή «μπορεί να κατηγορηθεί είναι για το ότι έχει πάει σπίτι της και ότι ίσως ζει στον καναπέ της», αρνούμενος την καλλιεργούμενη σύγχυση και «τη σκόπιμη», κατά την άποψή του, «απόδοση ευθυνών ότι η εκείνη η γενιά έφερε τη χώρα ως εδώ».
Κωνσταντίνος Ρέμελης όμως, θιασώτης σήμερα του λησμονημένου «αθλήματος» της ατομικής και προσωπικής ευθύνης, «η οποία αθροιζόμενη, θα μας φέρει και την κοινή, συνολική ηθική»…
«Είναι πάρα πολύ δύσκολο να εντοπιστεί τι είναι αυτό που ενώνει τους παλιούς φοιτητές της Κομοτηνής• είναι κοινή διαπίστωση ότι το ψάχνουμε όλοι»
ΠτΘ: Κ. Ρέμελη, πώς θα περιγράφατε τα συναισθήματα που βιώσατε κατά τη διάρκεια των γιορτών για τα σαράντα χρόνια του Δ.Π.Θ.;
Κ.Ρ.: Είναι πολύ δύσκολη η περιγραφή των συναισθημάτων που μας κατέκλυσαν, δεν φεύγουν εύκολα και ίσως να μη φύγουν και ποτέ. Η ανάμνηση παραμένει και, εξάλλου, ήταν το βασικό κίνητρο για να προκύψει αυτό που είδατε. Όλα ήταν αυθόρμητα, με μια στοιχειώδη οργάνωση. Οι πιο σημαντικοί συντελεστές ήταν οι ίδιοι οι παλιοί φίλοι και συμφοιτητές. Περίπου 600 άτομα, ήρθαν από όλα τα μέρη της Ελλάδας, κατέθεσαν την ψυχή τους, έφυγαν πολύ στεναχωρημένοι και μπορώ να σας πω ότι το αίτημα για το επόμενο reunion δεν είναι για τα πενήντα χρόνια του Δημοκριτείου. Άρεσε στον κόσμο, χάρηκε, θυμήθηκε, συγκινήθηκε, ξανάνιωσε, δάκρυσε, του λείπει και θέλει να γίνει πολύ πιο σύντομα. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να εντοπιστεί τι είναι αυτό που ενώνει τους παλιούς φοιτητές της Κομοτηνής, είναι κοινή διαπίστωση ότι το ψάχνουμε όλοι. Αυτό που ακριβώς μας κάνει να νοσταλγούμε την Κομοτηνή, κυρίως αυτοί που δεν μένουν εδώ, γιατί κάποιοι είμαστε πάρα πολλά χρόνια εδώ και δεν έχουμε κατά νου να φύγουμε.
«Δεν ξέρω πότε είχαμε σκοπό ως μεταπολιτευτική κοινωνία και γενιά να κάνουμε την κριτική μας»
ΠτΘ: Κάποιοι έχουμε την εντύπωση ότι αυτός εορτασμός βάζει τελεία σε μια εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας το πανεπιστήμιο είχε ευρύ κοινωνικό ρόλο και προήγαγε το μορφωτικό αγαθό ως δικαίωμα αλλά και ως απελευθερωτική προσωπική διαδικασία…Η γιορτή σας μας έφερε στο νου εξάλλου στοιχεία από συμπεριφορές του Μάη του ’68, αγώνες, αιτήματα για ελευθερία, κοινωνική ισότητα…
Κ.Ρ.: Σε ό,τι αφορά στην παιδεία, αυτή που μας περιέγραψε ο Θεωνάς ο Σμυρναίος και την πήρε στη συνέχεια ο Ρουσσώ στον «Αιμίλιο», τον φανταστικό μαθητή και μας είπε ότι το επάγγελμα που θέλουν να του μάθουν είναι πώς να ζει, αυτή που πήρε έπειτα ο Κοραής και τη διέκρινε σε «παιδεία στήθους» και «παιδεία κεφαλής», δεν νομίζω ότι μπορεί να τη μεταδώσει κανείς, είναι μια κοινωνική διεργασία. Επιτρέψτε μου να είμαι λίγο απαισιόδοξος διότι αν δει κανείς την πορεία της, μετά τη ρωμαϊκή κατοχή δυστυχώς τα πράγματα αλλάζουν για τη χώρα μας. Αυτή η παιδεία μεταδίδεται διαρκώς σε όλο και μικρότερο ποσοστό του πληθυσμού της ελληνικής κοινωνίας. Σε ό,τι αφορά στην άλλη παιδεία, την εκπαίδευση, το αίτημα παραμένει διαχρονικά. Και ο γαλλικός Μάης, αν κριθεί εκ του αποτελέσματος, είναι ένα τίποτα, απλώς πήρε διεθνή δημοσιότητα. Βεβαίως και δεν μπορούμε να συγκριθούμε, σε ό,τι αφορά στα μεταπολιτευτικά αιτήματα με τον γαλλικό Μάη, τουλάχιστον από άποψη δημοσιότητας, μπορούμε όμως να συγκριθούμε από άποψη προθέσεων. Βέβαια, τα αιτήματα αυτά τα διέκρινε μια πολιτική υπερτροφία, η οποία πληρώνεται σήμερα και ίσως η κρίση να μας ώθησε πρόωρα στην αυτοκριτική. Δεν ξέρω πότε είχαμε σκοπό ως μεταπολιτευτική κοινωνία και γενιά να κάνουμε την κριτική μας όλοι. Από τους εφήβους της εποχής εκείνης μέχρι αυτούς που άσκησαν εξουσία κατά τις δεκαετίες ’80 και ’90 –επιτρέψτε μου να πω ότι δεν ήταν η δική μου γενιά. Υπάρχει μία σύγχυση και μία σκόπιμη απόδοση ευθυνών ότι η εκείνη η γενιά έφερε τη χώρα ως εδώ. Μπορεί να είναι η γενιά κακών γονέων, μπορεί να είναι η γενιά που υπερτράφηκε πολιτικά, μπορεί να συμμετείχε ως ένα βαθμό στην κομματοκρατία, αλλά δεν είναι η γενιά που κυβέρνησε. Συνεπώς, η γενιά αυτή μπορεί να κατηγορηθεί μόνο για το ότι έχει πάει σπίτι της και ότι ίσως ζει στον καναπέ της.
«Έχουμε υπερτονίσει τη συλλογικότητα, χωρίς να κοιτάμε τη μονάδα, το άτομο»
ΠτΘ: Ασκείτε κριτική κι αποδέχεστε λάθη… Μιλάτε για πολιτική υπερτροφία, για κομματοκρατία…
Κ.Ρ.: Έχω σταθεί κριτικά απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα. Δεν θέλω να παρεξηγηθώ και να θεωρηθεί ότι είμαστε κατά της συλλογικότητας. Υπερτονίσαμε όμως τη συλλογικότητα. Πρέπει κάποτε να αθροιστούν ατομικές συμπεριφορές και ηθικές. Ίσως ο Νίτσε να είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Με τον «Υπεράνθρωπό» του εννοούσε τον άνθρωπο, με την ηθική του, η οποία αθροιζόμενη, θα μας φέρει την κοινή, συνολική ηθική. Νομίζω ότι στον βωμό των συλλογικοτήτων αφήσαμε τα της κοινωνικής ευημερίας και ηθικής, και βλέπουμε ότι σήμερα η ελληνική κοινωνία πάσχει από διαφθορά. Έχουμε υπερτονίσει τη συλλογικότητα, χωρίς να κοιτάμε τη μονάδα, το άτομο –χωρίς, φυσικά, αυτό να απηχεί κάποια φιλελεύθερη αντίληψη. Συλλογικότητα ναι, αλλά μέχρι εκεί που απαιτείται: επιμερισμός ατομικών ευθυνών και στάσεων ζωής, αρχών και αξιών.
«Το μεγαλύτερο μέρος των ονείρων της γενιάς μας δεν πραγματοποιήθηκαν»
ΠτΘ: Τελικά η προσφορά της γενιάς σας ποια ήταν; Το ίδιο το γεγονός της μετάβασης από την επαρχία στο πανεπιστήμιο, μοναδικό τότε μέσο κοινωνικής ανέλιξης, το ίδιο το μορφωτικό αγαθό, οι διεργασίες προς την αυτοσυνειδητοποίηση…
Κ.Ρ.: Πιστεύω ότι παραμένω επαρχιώτης και μου αρέσει πάρα πολύ ο χαρακτηρισμός. Έφυγα από τη δική μου επαρχία και ήρθα σε αυτή της Ροδόπης, την οποία αγαπώ ίσως περισσότερο και από την αληθινή μου πατρίδα. Είναι ίσως της μόδας η ατάκα ότι «στην Κομοτηνή κλαις δύο φορές, μία όταν έρχεσαι και μία όταν φεύγεις». Θεωρώ ότι στην Κομοτηνή κλαις πάντα, ίσως γιατί, όπως είπα και στην ομιλία μου, είναι ένα μέρος από τα θαμμένα σου όνειρα εδώ. Ίσως είναι ακριβώς αυτό που χαρακτηρίζει αυτή τη γενιά: το μεγαλύτερο μέρος των ονείρων της δεν πραγματοποιήθηκαν. Αλλά έχει σχέση και με τη συνολική διεθνή εικόνα και τις εξελίξεις που είχαμε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80. Ως φοιτητές ξημερωνόμασταν και συζητούσαμε με τις ώρες για την επέμβαση των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν, για τη στάση του στρατηγού Βιντέλα, για την ποιότητα του καθεστώτος της Αργεντινής, ακόμα και για τον τελικό ανάμεσα στην Ολλανδία και την Αργεντινή. Τα πράγματα αυτά έχουν την αξία τους, όταν έχουμε ευθεία αναφορά στον χρόνο. Σήμερα μπορεί να ηχούν αστεία, τότε δεν ήταν, κατέρρευσε ολόκληρο σύστημα στην ανατολική Ευρώπη. Νομίζω ότι η γενιά μου διακρινόταν από αγνότητα στα πρώτα της χρόνια -η πονηρία ούτως ή άλλως έρχεται όταν καταλαμβάνεις θέσεις εξουσίας.
«Πολλές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες έχουν πέσει στο κενό και μας έχουν οδηγήσει σε χειρότερα αποτελέσματα»
ΠτΘ: Η μεταπολίτευση και η στράτευση σε συλλογικότητες άφησαν όνειρα διαψευσμένα… Κάτι καλό άφησαν;
Κ.Ρ.: Δεν αρνούμαι την κακή πλευρά των πραγμάτων αλλά άφησε και γόνιμα: ότι πρέπει να συζητάμε και να αναζητούμε το κοινό καλό. Πιστεύω ότι αυτό το όραμα παραμένει διαχρονικά στον τομέα της εκπαίδευσης. Και εννοώ ότι ως λαός, έχουμε μπερδέψει την έννοια της παράδοσης με την έννοια της μεταρρύθμισης. Θεωρούμε ότι ορισμένες φορές πρέπει να αρνηθούμε την παράδοση και να προχωρήσουμε στην απόλυτη μεταρρύθμιση, στην οποία προσδίδουμε τέτοια αξία με αποτέλεσμα να διαψευδόμαστε όταν οδηγούμαστε σε μια κατάσταση πιο επώδυνη από την προηγούμενη. Πολλές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες έχουν πέσει στο κενό και μας έχουν οδηγήσει σε χειρότερα αποτελέσματα. Και τι εννοώ: επειδή πράγματι η κατάσταση στο ελληνικό πανεπιστήμιο δεν είναι ιδανική γιατί πλήρωσε την κομματοκρατία σε επίπεδο φοιτητικών νεολαιών και καθηγητών αλλά και έχει πληγεί από την οικονομική κρίση με αποτέλεσμα οι βασικές του λειτουργίες να μην μπορούν να ανταποκριθούν στον βασικό τους σκοπό, την έρευνα και τη διδασκαλία, έχουμε κάνει σημαία το ιδιωτικό πανεπιστήμιο, το οποίο θα είναι η απόλυτη καταστροφή. Θα φτάσουμε λοιπόν στο σημείο να κοστίζει ένα πτυχίο χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και εσωτερική αξία και, αφού εξευτελιστούμε θα αναζητούμε αυτό το οποίο χάσαμε για να το βελτιώσουμε. Συνεπώς δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι υπάρχει η θεά Πανάκεια που μπορεί να μας λύσει τα πάντα σήμερα αλλά ότι πρέπει να αναζητούμε τους κοπιώδεις και ανηφορικούς δρόμους και τις βελτιώσεις που πρέπει να επιφέρουμε στο σύστημα για να αποδώσει καρπούς. Ο αγώνας για τη νομή της εξουσίας σε περιόδους κρίσης είναι εντονότερος.
«Ο νόμος του 2011 για την παιδεία πήγε την κατάσταση πιο πίσω και από αυτόν του 1982»
ΠτΘ: Κ. Ρέμελη ποιο είναι το πανεπιστήμιο του παρόντος; Αυτό το μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει;
Κ.Ρ.: Ίσως πρέπει να δούμε το θέμα ιστορικά. Είχαμε έναν νόμο από το 1932, από την εποχή του αείμνηστου Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος επέδειξε μια αξιοσημείωτη μακροβιότητα –έζησε ακριβώς 50 χρόνια, σπάνιο για ελληνικό νόμο– και, έπειτα, την αλλαγή του θεσμικού καθεστώτος το 1982. Ο νόμος 1268/1982 λοιπόν, μήνες μετά την έλευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, ήρθε να αποτυπώσει τα αιτήματα των καιρών. Τη δημοκρατική και καθολική συμμετοχή, ζήτημα που, όπως απεδείχθη είχε ένα στοιχείο υπερβολής. Ο νόμος του 2011 που επιχείρησε τη μεγάλη αλλαγή στο προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο –διότι οι υπόλοιποι ενδιάμεσοι νόμοι απλώς τροποποιούσαν το βασικό νομοθέτημα του 1982– έχω την αίσθηση ότι πήγε την κατάσταση πολύ πιο πίσω και από το 1982. Εκτός από ελάχιστες ουσιαστικές τροποποιήσεις, οι οποίες μας βρίσκουν σύμφωνους, αυτό το νομοθέτημα, το μόνο που έχει να επικαλεστεί προκειμένου να πείσει την κοινωνία ότι είναι μεταρρυθμιστικό, είναι οι 255 ψήφοι που έλαβε στη βουλή. Συνομιλώ τελευταία με ανθρώπους που τότε ήταν βουλευτές, ακόμη και με υπουργούς, οι οποίοι ουδόλως γνώριζαν το περιεχόμενο του συγκεκριμένου νόμου. Σήμερα, στην πράξη καταδεικνύονται αυτές οι αδυναμίες και, κυρίως, η αδυναμία εφαρμογής του ίδιου του νόμου. Ως ειδικός νομικός έτυχε τότε να είμαι στο προεδρείο της Συνόδου και να έχω την κύρια ευθύνη των συζητήσεων με το υπουργείο, είχα πει και εξακολουθώ να το λέω ότι αυτό το νομοθέτημα δεν έχει προηγούμενο στην ελληνική νομοθετική ιστορία. Πρόκειται για το χειρότερο από άποψη διάρθρωσης και από νομοτεχνική άποψη, όχι από την άποψη ουσιαστικών επιδιώξεων και ρυθμίσεων. Αυτό το πράγμα δεν μπορεί να βελτιωθεί, πρέπει να κατεδαφιστεί και να χτιστεί από την αρχή διότι όλες οι προσπάθειες που γίνονται ενδιαμέσως για τη βελτίωσή του, όχι μόνο αποτυγχάνουν αλλά φέρνουν τα πράγματα σε χειρότερη κατάσταση. Δυστυχώς, βγαίνω αληθινός και σε κάτι άλλο: είχα γράψει στο βήμα της Κυριακής τον Αύγουστο του 2012 ότι έχουμε μια αντιδημοκρατική και αντισυνταγματική μετακίνηση εξουσίας από τη βουλή. Οι υποτιθέμενες 255 ψήφοι έχουν στην ουσία εκχωρήσει την εξουσία τους στον υπουργό Παιδείας, στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο γνωμοδοτεί ασύστολα κατά το δοκούν και κόντρα στον νόμο (contra legem) και στη δικαστική εξουσία, που, μοιραία, γίνεται ο αποδέκτης όλων αυτών των διαφορών που προκύπτουν με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνει κανείς ποιες ήταν οι πραγματικές επιδιώξεις του νόμου. Στην παγκόσμια νομική ιστορία τουλάχιστον εγώ δεν έχω διαπιστώσει, από την αρχαιοελληνική εποχή, ενασχόληση της νομικής επιστήμης με το πώς λύνονται οι διχογνωμίες μέσα στον ίδιο τον νόμο. Για παράδειγμα το άρθρο 9 και το άρθρο 19 του νόμου 4009 λένε αντίθετα πράγματα. Η νομική επιστήμη θεωρεί αυτονόητο ότι στον ίδιο νόμο δεν μπορείς να έχεις αντιθετικές διατάξεις, συνεπώς δεν ασχολείται με αυτό το ζήτημα. Αυτός ο νόμος κατάφερε να επιφέρει και αυτή την πρωτοτυπία. Πρόκειται λοιπόν για ένα γονατογράφημα που έφερε θεσμούς, οι οποίοι δεν μπορούν να εισφέρουν τίποτα στην ελληνική κοινωνία.
«Μεταρρύθμιση δεν είναι το να επανέλθουν οι παλαιοί εις τα πράγματα –στα περισσότερα πανεπιστήμια έτσι έγινε–, να έχουμε επαγγελματίες πρυτάνεις δια παντός τρόπου»
Για παράδειγμα, τα περίφημα συμβούλια: πρόκειται για ένα καινούρια όργανο με την έλευση εξωτερικών μελών. Αλλά, δυστυχώς, ο κύριος σκοπός για τον οποίο έγιναν αυτά ήταν το να βγουν στην κοινωνία και να βρουν πόρους για το πανεπιστήμιο, όχι να γίνει ένας άλλος πόλος εξουσίας προκειμένου να υπάρχει το δίπολο, και να μην μπορεί να λυθεί ούτε νομοθετικά, ανάμεσα σε πρύτανη και συμβούλιο. Ούτε ορθό ήταν το πρυτανοκεντρικό μοντέλο, ενός ανδρός αρχή. Μια χαρά ήταν το πρυτανικό συμβούλιο με τέσσερις ανθρώπους, τουλάχιστον για τα μεγάλα πανεπιστήμια. Καταφέραμε και στο μεν σύνταγμα φτιάξαμε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα από την αναθεώρηση του 1986 και στο πανεπιστήμιο κάνουμε ένα μοντέλο πρυτανοκεντρικό, στο οποίο ένας άνθρωπος καλείται να λύσει όλα τα προβλήματα, πόσο μάλλον σε ένα μεγάλο πανεπιστήμιο όπως το δικό μας. Μεταρρύθμιση δεν είναι το να επανέλθουν οι παλαιοί εις τα πράγματα –στα περισσότερα πανεπιστήμια έτσι έγινε–, να έχουμε επαγγελματίες πρυτάνεις δια παντός τρόπου. Ο πρύτανης πρέπει να είναι μια περιστασιακή εξουσία, όσο θεωρείται εξουσία, διότι ο κύριος σκοπός ενός καθηγητή δεν μπορεί να είναι η ενασχόληση με τις πρυτανικές αρμοδιότητες, είναι η έρευνα και η διδασκαλία.
«Η Νομική Κομοτηνής έχει τον μισό αριθμό καθηγητών και λεκτόρων από Αθήνα και Θεσσαλονίκη»
ΠτΘ: Κατά την αξιολόγηση, στην οποία συναινείτε, τα τμήματα του Δημοκριτείου, τα πήγαν εξαιρετικά…
Κ.Ρ.: Ναι, αλλά και με δεδομένα αρνητικά, τα οποία δεν θα λύσουμε ποτέ. Όπως για παράδειγμα η σχέση διδασκόντων και διδασκομένων. Όταν, για παράδειγμα, στη Νομική Κομοτηνής, σαράντα χρόνια μετά, έχεις τον μισό αριθμό καθηγητών και λεκτόρων από αυτόν που έχει η Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Δεύτερο κριτήριο η χρηματοδότηση, τρίτο κριτήριο ο αριθμός διοικητικών υπαλλήλων. Και ρωτούν ευλόγως οι συνάδερφοι σας γιατί τα πανεπιστήμιά μας δεν μπορούν να ανέβουν στο διεθνές ranking. Πώς να ανέβουν όταν τα κύρια κριτήρια είναι αυτά;
«Ως χώρα πάσχουμε στις θετικές επιστήμες που θα δώσουν ώθηση στην οικονομία»
ΠτΘ: Εφόσον δεν υπάρχει διάθεση να επιλυθούν αυτά, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες, πού βαδίζουμε κ. Ρέμελη;
Κ.Ρ.: Επιτρέψτε μου να σας πω ότι βαδίζουμε στο τυχαίο. Όταν αυτή η κοινωνία και αυτή η πολιτεία δεν έχει αξιολογήσει τη θέση που πρέπει να έχει η ανώτατη εκπαίδευση από άποψη στόχων, ποιος νομίζουμε ότι θα είναι ο κύριος μοχλός που θα μας βγάλει από την κρίση; Φτάνουμε στο πολυπόθητο πλεόνασμα. Μα, μέσω υπερφορολόγησης, είναι πάρα πολύ εύκολο να φτάσει κανείς. Στην πολυπόθητη ανάπτυξη που την ακούει ο Έλληνας και ίσως εκνευρίζεται, πώς θα φτάσουμε; Με βάση έγκυρες έρευνες έχουμε το πιο πλούσιο επιστημονικό προσωπικό στον κόσμο. Ο Έλληνας, δυστυχώς ή ευτυχώς, στέλνει το παιδί του, ανεξαρτήτως κόστους, ακόμη και στη Γη του Πυρός αν χρειαστεί για να αποκτήσει την απαιτούμενη παιδεία ώστε να έχει τα προσόντα για να καταλάβει μία θέση κοινωνική και επαγγελματική. Έχουμε καταλάβει ότι αυτό το προσωπικό, που έχει εκπαιδευτεί με λεφτά της ελληνικής πολιτείας και των Ελλήνων γονιών, άναρχα και άτακτα, φεύγει για την αλλοδαπή; Φυσικά, δεν διεκδικώ, σε περίοδο κρίσης, να δώσει κανείς πολύ περισσότερα στην ανώτατη εκπαίδευση. Δείτε όμως τι γίνεται: η Θράκη, για παράδειγμα, δεν μπορεί να παράγει το επιστημονικό δυναμικό, που είναι απαραίτητο για τη στελέχωση του πανεπιστημίου. Συνεπώς, οι περισσότεροι επιστήμονες πρέπει να έρθουν από την υπόλοιπη Ελλάδα. Και, με 950 ευρώ μισθό λέκτορα, ποιος θα έρθει εδώ; Αν πάμε στη λογική της απόλυτης ισότητας στα βάρη που είναι πολύ εντονότερη σε περιόδους κρίσης, θα συμφωνούσα. Αν όμως μιλάμε για αυξήσεις σε διάφορες κοινωνικές-επαγγελματικές κατηγορίες και αυτή η κατηγορία είναι απέξω –μιλάω για τους χαμηλόμισθους πανεπιστημιακούς συναδέλφους, ιδίως τους λέκτορες– δεν πρέπει να έχουμε καμία απαίτηση ως χώρα. Αυτή είναι η προσωπική μου άποψη και η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας ποτέ δεν έχει αναγνωριστεί ως βασικός μοχλός, που θα μας βγάλει από την κρίση. Και δεν μιλάω για τη δική μου επιστήμη. Μεταξύ μας, οι 20 χιλιάδες δικηγόροι της Αθήνας και οι 10 χιλιάδες της Αθήνας, δεν είναι όλοι απαραίτητοι. Είναι ωραία να συζητάμε τα φιλολογικά μας και τα τυπικά μας, δεν πάσχουμε όμως από αυτά, αλλά από τις θετικές επιστήμες που θα δώσουν την ώθηση στην οικονομία. Αυτοί είναι οι επιστήμονες που μας χρειάζονται και εμείς τους διώχνουμε. Ούτε καν τους ξεπροβοδίζουμε, τους διώχνουμε βιαίως.
«Δεν εντάσσομαι ούτε σε αυτούς που πουλάνε άκριτα ελπίδα ούτε σε αυτούς που ωραιοποιούν τη σημερινή κατάσταση, εξ ου και η σιωπή είναι, καμιά φορά, η αναγκαία στάση»
ΠτΘ: Για ποιον λόγο συχνά επιλέγετε τη σιωπή, δεδομένης της δύσκολης σημερινής κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας, από τη στιγμή μάλιστα που από τη σημερινή μας συζήτηση αποκομίζουμε την αίσθηση ότι με όπλο τη νομική σας και όχι μόνον παιδεία βλέπετε πολύ περισσότερα απ’ ό,τι αντιλαμβανόμαστε οι λοιποί από τον κόσμο της περιγραφικής δημοσιογραφίας ;
Κ.Ρ.: Καμιά φορά προτιμώ τη σιωπή από την ανοησία. Εννοώ δηλαδή ότι μετά την περίοδο της κρίσης, αναμένουμε όλοι με τεράστια αγωνία το «νεογέννητο». Το «νεογέννητο» όμως δεν λέει να έρθει, νομίζω ότι είναι κοινή διαπίστωση. Αυτά που εμφανίζονται ως καινούρια, δυστυχώς είναι αναπαλαιωμένες καταστάσεις με καινούρια συσκευασία, στην πολιτική τουλάχιστον. Εγώ δεν έχω δει το καινούριο που θα αρνηθεί ειλικρινά το παλιό και θα προχωρήσει με βάση αξίες και αρχές, που έχουν παραμεριστεί στην ελληνική κοινωνία. Βλέπω ψευτοδιλήμματα, πολιτικές πολώσεις που, από τη μία μεριά, εμμένουν σε μια λανθασμένη πολιτική, όπως λένε οι ειδικοί, και, από την άλλη, μια πολιτική που στέκεται σε μια ικανότητα νομοθετικών ρυθμίσεων, οι οποίες θα τα βάλουν με την πραγματικότητα. Και μας λένε λοιπόν κάποιοι, σε αντιπολιτευτικό τόνο, ότι μέσω συγκεκριμένων ρυθμίσεων θα επαναφέρουμε την πραγματικότητα εκεί που ήταν και θα την κάνουμε όπως τη θέλουμε. Η πραγματικότητα όμως ουδόλως μας υπολογίζει. Επομένως, είμαστε λάθος και η σιωπή είναι, καμιά φορά, αναγκαία στάση και αμηχανία αυτών που δεν θέλουν να υπαχθούν ούτε στη μία άποψη ούτε στην άλλη. Επιτρέψτε μου να θεωρώ ότι ανήκω σε αυτούς, δεν θέλω να ενταχθώ ούτε σε αυτούς που πουλάνε άκριτα ελπίδα ούτε σε αυτούς που ωραιοποιούν τη σημερινή κατάσταση. Δυστυχώς η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, πάλι μας διαφεύγει και πάλι χάνουμε πολύτιμο χρόνο. Είχαμε την αναστάτωση τον πρώτο καιρό της κρίσης, φαίνεται να καταλαγιάζει το πράγμα και να προχωράμε ακάθεκτοι με την ίδια νοοτροπία και πολιτική συμπεριφορά. Λίγες είναι οι φωνές που πραγματικά έχουν πρόθεση να εισφέρουν κάτι καινούριο αλλά δεν υπάρχει και η κοινωνική ανταπόκριση. Είμαι πάντως από αυτούς που αγωνιούν για το «νεογέννητο», το περιμένω.
Συνέντευξη: Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη, Νατάσσα Βαφειάδη
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
