«Καλον εστιν ημας ωδε ειναι»
Μήνας Αύγουστος στα Πριγκηπόννησα ή Παπαδονήσια, τα οποία ως αείφωτοι λαμπραδάμαντες στο περιδέραιο της πολίτικης Ρωμηοσύνης καταστέφουν την Θεοτοκοσκέπαστη και Παναγιοφρούρητη Πόλη του Κωνσταντίνου, όταν ο γλυκοναρκωμένος από την πρωϊνή θερινή δροσούλα και νησιωτική αύρα της μιάς από τις τετράδυμες των Πριγκηποννήσων αδελφές, της Ερατεινής Χάλκης, ταράσσεται από τα απόνερα του σχεδόν γραφικού και πολυκάματου βαποριού της γραμμής, το οποίο μεταφέρει όλες τις φυλές των ανθρώπων από τα Πριγκηπόννησα στην ως Βαβυλώνα των εθνών πολύβοη Κωνσταντινούπολη.
Κατ’ εκείνο το γλυκοφεγγές καλοκαιρινό πρωϊνό, της 5ης Αυγούστου, όπως και καθ’ όλα τα προηγούμενα του μηνός Ιουλίου, ο νεαρός ερευνητής, επιβάτης στο βαποράκι της γραμμής, αδιόρθωτα μέχρι τούδε και έως εσχάτης αναπνοής ρομαντικός και αιθεροβάμων εραστής, λάτρης και μύστης της φαναριώτικης ιεροπρέπειας και της αδάμαστης και πεισματωδώς ανθισταμένης στις περιπετειώδεις στροφές του ιστορικού και πολιτικού γίγνεσθαι Πολίτικης Ρωμηοσύνης, αγναντεύει από θαλάσσης την περίπυστο και παλαίφατη Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης επί του κατάφυτου «Λόφου της Ελπίδος ή των Παπάδων», όπου φιλοξενείται, όπως και κατά τα προηγούμενα καλοκαίρια, κατόπιν φιλοστόργου και φιλοτίμου πατριαρχικής ευλογίας και κανονικής αδείας προκειμένου να βυθιστεί ενήδονα και να ανασύρει τον ιστορικό πλούτο του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακίου.
Οι ενδιάθετες γλυκόπικρες σκέψεις του νεαρού για τα απωλεσθέντα του Γένους και τα ελπιδοφόρα του παρόντος και του μέλλοντος πάντοτε «επ’ ελπίδι μεταμορφώσεως» διακόπτονται ξαφνικά όταν επιβιβάζεται από την Πρώτη μία Ρωμηά αλλοτινής εποχής, η οποία παρακαθήμενη πλησίον του νεαρού ερευνητή και βλέποντας ότι μελετά το βιβλίο του φιλόμουσου Μητροπολίτου Πέργης Ευάγγελου «Εκ Φαναρίου Β΄», επιχειρεί το πρώτο βήμα της γνωριμίας που εξελίσσεται σε μία αναδρομή μυσταγωγίας στα παλαιά μεγαλεία της Πολίτικης Ρωμηοσύνης και της φαναριώτικης ιεροπρέπειας. Η συζήτηση πρόσωπον προς πρόσωπον φθάνει και στις περίλαμπρες πανηγύρεις της μεγίστης δεσποτικής εορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις παλαίφατες τετράδυμες ομώνυμες Μονές των τεσσάρων Πριγκηποννήσων, όταν ανθοφορούσε η πονεμένη και ευλαβεστάτη Ρωμηοσύνη με τους ευγενείς και φιλογενείς ευσεβεστάτους Ρωμηούς των νήσων. Η Ρωμηά γυναίκα καθώς το βαποράκι δένει στο λιμάνι του Σίρκετζι αποχαιρετώντας τον συγκινημένο νεαρό ερευνητή εξ Ελλάδος επισφραγίζει την μυσταγωγική συνομιλία τους με την μέχρι και σήμερα αλησμόνητη φράση: «Μείναμε ολίγοι. Πέρασαν χρόνοι και καιροί αλλά παρά τους ολίγους Ρωμηούς, η Ορθοδοξία και η Ρωμηοσύνη ανθίστανται με πίστη και αξιοπρέπεια. Μη μας λησμονείτε».
Παρήλθαν τα έτη και ίσως η Ρωμηά γυναίκα από τη νήσο Πρώτη να μετέστη στην Άνω Ιερουσαλήμ αλλά η σχεδόν εξομολογητική μυσταγωγική κατάθεση της ψυχής της ουδέ προς στιγμήν λησμονήθηκε από τον σήμερα ώριμο πλέον άνδρα, ο οποίος τότε βίωσε βαθέως στα ενδότατα μύχια της υπάρξεώς του έως μυελού οστέων τους λόγους και την παρακλητική και πονεμένη παρακαταθήκη της για να μη λησμονηθεί και να μην εγκαταληφθεί ποτέ μα ποτέ από τους επιγενομένους βλαστούς του Γένους το πολυμαρτυρικό εσταυρωμένο Φανάρι και η βασανισμένη Πολίτικη Ρωμηοσύνη.

Η αναμνηστική αναδρομή και νύξη της Ρωμηάς γυναικός στις περίλαμπρες, μεγαλοπρεπείς άμα δε και σεμνοπρεπείς ιερώτατες πανηγύρεις της δεσποτικής εορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις τέσσερις ομώνυμες Ιερές Μονές των τετραδύμων αδελφών Πριγκηποννήσων ωθούν ακαταμάχητα την γραφίδα του γράφοντος να καταγράψει σεβαστικώς το ιστορικό χρονοδρόμιο μνήμης και τιμής από της ανιδρύσεως αυτών έως και σήμερον που ακόμα ηχεί ελπιδοφόρα η καμπάνα τους και συντελείται θαυμαστώς η ευχαριστιακή σύναξη υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας παρά το γεγονός ότι λιγόστεψαν οι προσκυνητές αλλά δεν έπαψαν ποτέ και δεν θα παύσουν να προσέρχονται «επ’ ελπίδι μεταμορφώσεως» εν Χριστώ Ιησού με την άσβεστη ενδόμυχη επιθυμία και τον ανικανοποίητο πόθο: «καλόν εστίν ημάς ώδε είναι».
Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος είναι η μόνη σωζόμενη στη νήσο Πρώτη και η ανίδρυσή της ανάγεται στην προ του 10ου αιώνος περίοδο. Ιστορικώς έγινε γνωστή εκ της τραγικής φυσιογνωμίας Ρωμανού Δ΄ του Διογένους (1068-1071), ο οποίος ηττηθείς κατά την Μάχη του Μαντζικέρτ (1071), απεσύρθη σε αυτήν και εκάρη Μοναχός ενταφιασθείς εκεί ως αδελφός της Μονής. Ο Ηγούμενος της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας Αρχιμ. π. Δοσίθεος γράφει ότι η Ιερά Μονή «ευρίσκεται εις μαγευτικήν τοποθεσίαν επί της ράχεως της νήσου έχουσα αμφιθέαν και προς Θράκην και προς τας ακτάς της Ασιατικής πλευράς».
Ο πολύς μυσταγωγός της πολίτικης Ρωμηοσύνης Ακύλας Μήλλας στο μνημειώδες έργο του, υπό τον τίτλο: «Πρώτη – Αντιγόνη. Τα Πριγκηπόνησα», παραθέτει την ιστορική γραφή του Γ. Χασιώτη, ο οποίος γράφει ότι: «Εις το Μοναστήριον της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος […] ανέρχεται τις δι’ ανωφερούς και ανωμάλου οδού εστερημένης πάσης δενδροφυτείας και θάμνων. Απέχει του χωρίου εν τέταρτον περίπου της ώρας. Το επί του αυχένος των δύο λόφων οροπέδιον τούτον είναι ομαλόν και μάλιστα θεαματικόν. Έχει ολίγιστα δένδρα και δενδρύλλια. Προς τα έμπροσθεν τω αναβαίνοντι αναπαρίσταται όλη η Προποντίς με την οξειάν και την Πλάτην. Προσωτέρω καθορά τις την καλόλιμνον και τον Μαρμαράν. Φαίνεται δε εκ των πλαγίων ο Άγιος Στέφανος και το Μακροχώριον. Ο ορίζων είναι ευρύτατος και υπερύψηλα όρη των απέναντι χωρών φαίνονται επιψαύοντα τον ουρανόν. Εκ δε της από του χωρίου εισόδου αναπεταννύεται επίσης θαυμάσια σκιαγραφία. Βλέπεις καταντικρύ τον Μελτεπέ μετά των υψηλών κορυφών σειράς αλλεπαλλήλων ορέων και προσεπικειμένους ατελευτήτους λόφους, χαράδρας, κοιλάδας, άλση, μετά μεγάρων που και που εσπαρμένων της ασιατικής παραλίας. Επί του οροπεδίου τούτου σώζονται εν ευρυτάτη εκτάσει κεχωσμένα ικανά υπό την γην ερείπια. Και υπό την κλιτύν του τελευταίου λόφου παλαιά δεξαμενή. Πάντα ταύτα δεικνύουσι την μεγάλην περιοχήν, ην είχε κατά την μεσαιωνικήν εποχήν η Μονή της Μεταμορφώσεως. Εν τη προ μικρού χρόνου γενομένη τυχαία ανασκαφή εκτός και μακράν του νυν ναού ευρέθη τμήμα βάσεως κίονος αρκετά μεγάλου, ως και τεμάχιον κιονοκράνου μικροτέρου, τα οποία νυν κείνται εκτάδην».
Ο υπάρχων ναός είναι κτίσμα του 18ου αιώνος, αλλά υπάρχει «κατά χώραν η χαμοκέντησις του αρχικού ναού». Ανοικοδομήθη δε κατά το έτος 1772 με τις μεγάλες δωρεές Χίων εμπόρων, οι οποίοι αδιαλείπτως μεριμνούσαν για την αρίστη συντήρηση του ναού. Οι ιερές εικόνες του ξυλόγλυπτου εικονοστασίου είναι ευλαβέστατο δώρο του Τσάρου της Ρωσίας Πέτρου του Μεγάλου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία Γ΄. Είναι μάλιστα ιστορικώς καταγεγραμμένο ότι για κάποιο χρονικό διάστημα και έως του έτους 1821 την εποπτεία της Μονής είχε η οικογένεια των Υψηλάντων.
Όταν κατά το έτος 1878 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης ο Ιωακείμ Γ΄, ο από Θεσσαλονίκης, και στη διάρκεια της πρώτης Πατριαρχείας αυτού (1878-1884) απεφασίσθη η εκ βάθρων ανακαίνιση και επέκταση των εγκαταστάσεων του όλου συγκροτήματος, στο οποίο ο ίδιος εσκέφθη να οργανωθεί και στεγασθεί κληρογηροκομείο. Παρά τις ποικίλες αντιδράσεις ενίων ο πολύς και δυναμικός Ιωακείμ Γ΄ επέτυχε την ανέγερση νέων οικοδομημάτων, αλλά δυστυχώς μετά την παραίτησή του το όραμά του για την ολοκλήρωση και λειτουργία του κληρογηροκομείου δεν επραγματοποιήθη, αφού τα ανοικοδομηθέντα κτίσματα εχρησιμοποιήθησαν για τις ανάγκες της Ιεράς Μονής, όπου μάλιστα κατά την διετία 1895-1896, αμέσως μετά τον μεγάλο καταστροφικό σεισμό της Πόλεως, τα κτίρια της Μονής εστέγασαν τις ανώτερες τάξεις, οι οποίες αποτελούσαν το θεολογικό τμήμα της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης επειδή η Μονή της Αγίας Τριάδος και τα πέριξ αυτής οικοδομήματα είχαν καταρρεύσει.
Η αρχική σκέψη επίσης για την ανίδρυση μιάς γυναικείας Μονής στη νήσο Πρώτη δεν ευδοκίμησε και τελικώς απεφασίσθη η γυναικεία Μονή να ιδρυθεί στη νήσο Χάλκη, αλλά ούτε και εκεί ιδρύθηκε. Στη νήσο Πρώτη τελικώς ο βαθύπλουτος και φιλάνθρωπος ομογενής Συμεωνάκης Εφέντης Σινιόσογλου (ή Σινιόσογλους) έχοντας και την σύμφωνη του μεγαλεπήβολου και οραματιστού Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ (β΄ Πατριαρχεία, 1901-1912) ανίδρυσε το πολύφημο Ορφανοτροφείο θηλέων προσφέροντας το αμύθητο για την εποχή εκείνη ποσό των 10.000 χρυσών οθωμανικών λιρών και τα εγκαίνια αυτού έλαβαν χώρα στις 4 Ιουνίου 1906. Ο ίδιος βέβαια δεν έζησε για να ευφρανθεί το έργο της αγάπης και φιλογενούς προσφοράς του, αλλά όταν εκοιμήθη, ετάφη προ της εισόδου της Ιεράς Μονής όπου ακόμη υπάρχει το μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο του.
Ο Ακύλας Μήλλας αναφέρει λεπτομερώς ότι στο κτίριο του Ορφανοτροφείου φιλοξενήθηκαν τα ορφανά μέχρι το 1914, ήτοι για μία μόλις οκταετία, και όταν το 1915 εκηρύχθη ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος «οι τουρκικές αρχές έσπευσαν να εκκενώσουν το κτίριο και το παρέδωσαν στους στρατιωτικούς που εγκατέστησαν σ’ αυτό στρατό, κάτι το οποίο, επ’ ευκαιρία του πολέμου, έγινε συστηματικά σε όλα σχεδόν τα Ρωμέϊκα καθιδρύματα και μοναστήρια των Πριγκηπονήσων που ανέκαθεν εποφθαλμιούσαν οι Τούρκοι». Το Ορφανοτροφείο μέχρι το 1927 φιλοξενήθηκε και λειτούργησε στα κτίρια των Εθνικών και Φιλανθρωπικών Καταστημάτων στην περιοχή του Επταπυργίου, στο εγκαταλελειμένο σήμερα κτίριο απέναντι του Γηροκομείου, οπότε και αιφνιδίως επεβλήθη υπό των τουρκικών αρχών η απαγόρευση λειτουργίας του Ορφανοτροφείου και έτσι τα ορφανά κοράσια κατόπιν σχετικής αποφάσεως του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Φωτίου Β΄ (1929-1935) μετεφέρθησαν «άχρι καιρού», «εις το Ορφανοτροφείον των θηλέων της εν τη νήσω Χάλκη, εν τη Ιερά Μονή της Παναγίας, συστάσης διά τα ορφανά του Πολέμου Εθνικής Στέγης».
Όσον αφορά την ιστορική πορεία της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ο Ακύλας Μήλλας καταγράφει ότι επί τρία έτη, ήτοι μέχρι το έτος 1917, στην Ιερά Μονή παρέμεινε ο στρατός και με την υπογραφή της Ανακωχής (1918) μετεφέρθησαν σε αυτό τα άρρενα ορφανά του Ορφανοτροφείου Αρρένων Πριγκήπου επειδή το κτίσμα της Ελένης Ζαρίφη στο οποίο εστεγάζοντο, είχε επιταχθεί κατά το έτος 1915.
Η Ιερά Μονή ως φιλόστοργος Μητέρα, κατόπιν αποφάσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, φιλοξένησε αρχικώς τους Λευκορώσους αξιωματικούς και στρατιώτες και αργότερα τον δοκιμαζόμενο ρωσικό όχλο και τα κοράσια των Ρώσων, τα οποία εγκατεστάθησαν σε αυτήν υπό του Χριστιανικού Σωματείου του Ερυθρού Σταυρού.
Όταν κατά το έτος 1925 οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την Ιερά Μονή, η οποία εν τω μεταξύ είχε υποστεί μεγάλες φθορές, ανέλαβε «συνοδική αποφάσει», ως Ηγούμενος της Μονής ο Ίμβριος Ιερομόναχος Κύριλλος Αγαπίου. Άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι οι τουρκικές αρχές με τον ισχυρισμό ότι η Ιερά Μονή είχε εγκαταληφθεί, επέμεναν να κατάσχουν το μοναστήρι και άπασα την κτηματική περιουσία του, καθώς επίσης και τις κτηματικές κυριαρχίες του στην επί της νήσου έκταση υπό την τοπωνυμία της Αγίας Φωτεινής. Τελικώς απεφεύχθησαν τα χείρονα και η τουρκική κυβέρνηση ανεγνώρισε τον μοναστηριακό χαρακτήρα του όλου μοναστικού κτιριακού συγκροτήματος.
Στην Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως ετάφη ο Νεομάρτυς Αγγελής (Άγγελος) «εκ της ενορίας του Αγίου Κωνσταντίνου της Καραμανίας», χρυσοχόος από τα Ψωμμαθιά της Πόλης, ο οποίος απεκεφαλίσθη προ του Ιερού Ναού της Του Θεού Σοφίας κατά το έτος 1680, ο Νεομάρτυς Δημήτριος ο Χιοπολίτης (+1802), ο Οσιομάρτυς Ευθύμιος ο Πελοποννήσιος (+1814) του οποίου το ιερό λείψανο αργότερα μετεφέρθη στην Ιερά Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου εν Αγίω Όρει.
Ο Ηγούμενος της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας Αρχιμ. π. Δοσίθεος αναφέρει ότι το εν λόγω μοναστήριο «θεωρείται μονή γυναικεία, φιλοξενεί δε κατά τους θερινούς μήνας τας παιδικάς κατασκηνώσεις του Πατριαρχείου» για την απρόσκοπτη λειτουργία των οποίων ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ηγωνίσθη πάση δυνάμει και ιερώ ζήλω, θεοκινήτω σθένει και ακαταβλήτω φρονήματι, όταν προ ολίγων ετών ενεφανίσθησαν ξαφνικά, ως συνήθως, διάφορα προσκόμματα υπό των κρατούντων… έδωκε όμως και πάλιν δικαιοσύνη ο δικαιοκρίτης Θεός…
Δευτέρα στην τετράδυμη χορεία των Ιερών Μονών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στα τέσσερα Πριγκηπόννησα είναι η της δευτέρας νήσου Αντιγόνης ομώνυμος Μονή, η επονομαζομένη «Θεοκορύφωτος», όπως, κατά τα γραφόμενα του Ακύλα Μήλλα, μετονόμασαν αυτήν οι αργότερα εν αυτή ενασκήσαντες Πατέρες.
Ο Ηγούμενος π. Δοσίθεος αναφερόμενος στο ιστορικό της Θεοκορυφώτου Μονής γράφει ευσύνοπτα τα εξής: «Το επί της κορυφής της νήσου υπάρχον ταπεινόν ναΐδριον ουδ’ επ’ ελάχιστον υπενθυμίζει την πάλαι ποτέ ακμάσασαν μονήν. Ταύτης την ύπαρξιν μαρτυρούσι τα κατεσπαρμένα Θεοδοσιανά κιονόκρανα, οι παχείς πλινθο-περίβλητοι τοίχοι, οι πεσσοί και οι πεσσίσκοι. Πρόκειται περί μονής περιόπτου και εκ θέσεως φυσικής , αλλά και πνευματικής περί ης ελάχιστα γινώσκομεν. Φθάνει έως των χρόνων Ιουστινιανού (527-565) ή κατέρχεται έως Βασιλείου Γ΄ Μακεδόνος (867-886) ή είναι δημιούργημα αμφοτέρων, του μεν πρώτου όντως κτίτορος, του δε δευτέρου ανακαινιστού; Ενταύθα εμόνασε Στέφανος ο Μάγιστρος, ον εξόρισε Ρωμανός ο Λακαπηνός το 921 κατηγορήσας αυτόν επί συνωμοσία… Η ύπαρξις της Μονής μαρτυρείται εν χρυσοβούλω λόγω Μανουήλ του Κομνηνού διά τα δίκαια της Μονής το 1158…».
Ο Pierre Gylli όταν κατά το έτος 1561 επεσκέφθη την νήσο Αντιγόνη, η Ιερά Μονή υφίστατο διότι, όπως ο ίδιος γράφει, είδε: «στην πιο υψηλή κορυφή της να σώζεται ακόμα ο Ιερός ναός και δίπλα σ’ αυτόν δεξαμενή κεχρισμένη με κονίαμα και κέραμο και σκεπασμένη με πλινθόκτιστη καμαρωτή στέγη». Κατά το έτος 1630 η μονή διελύθη «εις τα εξ ων συνετέθη» κατόπιν εντολής του Σουλτάνου και μέχρι το έτος 1869, όταν ανηγέρθη η νέα Εκκλησία, άπας ο τόπος που άλλοτε έκειτο η προτέρα Μονή ήταν πλήρης ερειπίων.
Το όλο έργο της ανοικοδομήσεως της νέας Εκκλησίας επί των ερειπίων της παλαιάς, η οποία ως νέο κτίσμα καταλαμβάνει το Άγιον Βήμα του παλαιού Καθολικού, ανέλαβε ο Μιχαήλ Κωνσταντίνος Τριανταφύλλου ή Χουρμούζης (1804-1884), ο οποίος γράφει μεταξύ άλλων και τα κάτωθι: «ανοικοδόμησα και την αρκτιδυτικήν γωνίαν της παλαιάς [Εκκλησίας] την οποίαν αφ’ ου επιδιώρθωσα, ανήγειρα επ’ αυτής το κωδωνοστάσιον· μέρος δε της προς δυσμάς αρχαίας εκκλησίας άφησα διά νάρθηκα, και ανήγειρα πέριξ αυτού στήλας κτιστάς, ώστε όταν θεωρηθή αναγκαίον, αι στήλαι αύται θέλουν χρησιμεύση διά το περίφραγμα και το επιστέγασμα, προς το παρόν δε εκάλυψα τον νάρθηκα με δράναν εκ ξύλων δρυΐνων».
Ο Ακύλας Μήλλας μετά πάσης λεπτομερείας αναφέρει ότι ο φιλόχριστος Χουρμούζης προσέφερε για την ανέγερση της νέας Εκκλησίας και του κωδωνοστασίου περί τις 79.697 γρόσια και εξ αυτών τα 21.500, κατόπιν μεσολαβήσεως του μεγάλου Βεζύρη Αλή Πασά, εδόθησαν ως δωρεά υπό του Σουλτάνου Αζήζ, ενώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Στ΄ (α΄ 1835-1840, β΄ 1867-1871) προσέφερε 1.000 γρόσια. Πάμπολλες υπήρξαν επίσης οι δωρεές από το «κοινόν» της νήσου Αντιγόνης καθώς και από Αρχιερείς και επιφανείς φιλογενείς ευεργέτες (π.χ. ο Χρηστάκης Εφένδης Ζωγράφος κ.ά.).
Τα επίσημα εγκαίνια του ναού έγιναν κατά τα γραφόμενα του Γ. Χασιώτη στις 22 Ιουνίου 1869, ενώ ο Μ. Γεδών αναφέρει ως ημερομηνία των εγκαινίων την 24η Ιουνίου. Ο Γ. Χασιώτης περιγράφοντας τα των εγκαινίων της νέας Εκκλησίας γράφει στις «Βυζαντινές Σελίδες» του για την χαρμόσυνη εκείνη ημέρα τα εξής: «Ην εικοστή δευτέρα Ιουνίου 1869. Απελθόντες εις το βουνόν εύρομεν πολυπληθή όμιλον και κόσμον. Ετελούντο την ημέραν εκείνην τα εγκαίνια του ανακαινισθέντος ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Επί των παλαιών θεμελίων του ιερού και μέρους τινός του καθολικού έκτισεν ο Χουρμούζης νέον μονύδριον, μικρότερόν πως της παλαιάς περιοχής, παρακειμένως δε αυτής ανήγειρε και τα δύο ηρειπωμένα παρεκκλήσια και κατέστησε Μονήν στερεάν και ασφαλή δυναμένην εν ανάγκη να επεκταθή και μεγαλυνθή. Ο εσωτερικός του ναού κόσμος ην κομψός και ευπρεπής, το τέμπλον απλούν, αλλά καλλίμορφον. Αι εικόνες ομοιόμορφοι και επιτυχείς. Τα πάντα παρασκευασμένα και έτοιμα προς εγκαινίασιν. Ικανοί φίλοι και θαυμασταί του ανδρός ετίμησαν την πανήγυριν εκείνην, εν η ικανός είχε συναθροισθή κόσμος εκ της νήσου και εκ των πέριξ. Ο κατά την εποχήν εκείνην ονομασθείς αρχιεπίσκοπος Ιωαννίνων και νυν πρώην τοιούτος, ο σεβάσμιος και πολυετής γέρων Σωφρόνιος, ετέλει την θείαν μυσταγωγίαν εν όλω τω μεγαλείω και τη λαμπρότητι. Παριστάμην και εγώ επιχαίρων επί τε τω ναώ και τη τελετή και επί τη συμμετοχή ταύτη του ποιμενάρχου της πατρίδος μου.
Ενθυμούμαι την ωραίαν και θεοσεβή εκείνην ημέραν. Πανταχού παρών ο κτίτωρ γελόεις και χαράς έμπλεως περιέτρεχε το οροπέδιον συνδιαλεγόμενος φιλοφρόνως μετά των φίλων και προσκεκλημένων και ομιλών εν όλη τη αφελεία μετά του λαού ως αληθής πατήρ και αδελφός. Ενόμιζέ τις ότι έβλεπεν εν τω υψώματι εκείνω και εν μέσω του πλήθους αληθή λαϊκόν λευΐτη εναποτιθέμενον και αύθις εις τον Σωτήρα των Χριστιανών τα ιερά θέμεθλα ναού αφιερωμένου εις τον υψιβρεμέτην Δία. Αιωνία η μνήμη του αγαθού και λαοφίλου Χουρμούζη».
Ο ευσεβής ευεργέτης Χουρμούζης εκοιμήθη στις 6 Οκτωβρίου 1882 και ετάφη πλησίον του Καθολικού της Μονής, η οποία για κάποιο χρονικό διάστημα υπήγετο στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης και διακονούσε σε αυτή μόνιμος Ηγούμενος. Μετά το έτος 1928 «η μονή εξαρτάται από την Πατριαρχική Μοναστηριακή Επιτροπή, με τους αυτούς όρους εκείνης της Πρώτης». Η μόνη μικρής εκτάσεως ανακαίνιση επί της ανατολικής πλευράς του ναΐσκου συντελέσθηκε κατά το έτος 1946 από τον Ιεροεπιστάτη της Μονής και προϊστάμενο της κοινότητος Αντιγόνης, Οικονόμο Αντώνιο Κατραμαδάκη.
Η τρίτη εκ των τεσσάρων Ιερών Μονών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, οι οποίες ίστανται και ανθίστανται σθεναρώς στις περιπέτειες του ιστορικού γίγνεσθαι, ευρίσκεται εν απολύτω «νηπτική ησυχία» στη νήσο Χάλκη και περί αυτής ο Ηγούμενος της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας Αρχιμ. π. Δοσίθεος γράφει με ευσύνοπτο και λίαν περιεκτικό τρόπο, ότι «ονομάζεται και σκήτη του Μακαρίου, εκ τινος μοναχού ασκήσαντος εν αυτή κατά τον ιθ΄ αιώνα (1850-1865). Ευρίσκεται εις ικανήν από της θαλάσσης απόστασιν διό και είναι άγνωστος τοις πολλοίς. Κτίτωρ φέρεται Αντώνιος τις μοναχός εξ Ιωαννίνων ασκητεύσας εκεί μεταξύ των ετών 1835-1897. Το ναΐδριον ανεκαινίσθη το 1870 και διεκοσμήθη το επόμενον έτος. Ίσως υπήρχε παλαιά τις μονή, άγνωστος εις ημάς».
Ο ίδιος συγγραφεύς ιστορεί και τα της τετάρτης στα Πριγκηπόννησα Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος επί της μεγαλονήσου Πριγκήπου γράφοντας ότι αυτή «εύρηται πλησίον της μιάς εκ των δύο κορυφών της νήσου. Αγνοούμεν εάν είναι συνέχεια παλαιάς τινός μονής ή είναι κτίσμα νεώτερον. Πάντως κατά τον ιστ΄ αιώνα υφίστατο. Το 1597 ανακαινίζεται και ανακηρύττεται Πατριαρχικόν Σταυροπήγιον.
Την συντήρησιν αυτής αναλαμβάνει αργότερον η συντεχνία των μπεζιρτζήδων (των παρασκευαζόντων και πωλούντων μπεζίρι ήγουν λίνον, λιναρόσπορον, λινέλαιον). Το 1809 εφησυχάζει ενταύθα ο Οικ. Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ μετά την δευτέραν αυτού Πατριαρχείαν (1806-1808). Αργότερον εγκατεστάθη εις αυτήν ο Πατριάρχης Χρύσανθος (1824-1826), όστις εκεοιμήθη και ετάφη εκεί το 1834. Νέος ανακαινιστής της Μονής είναι ο Πατριάρχης Σωφρόνιος ο Γ΄ (1863-1866), όστις και εφησυχάζει ενταύθα από το 1866 έως του 1870. Τα εγκαίνια του νέου ναού εγένοντο το 1869. Το 1887 έζων εν αυτή έξ μοναχοί. Του ιθ΄ αιώνος τελευτώντος μάλλον ουδείς έζη».
Η ιστορική ιχνηλασία στις ως άνω τετράδυμες Ιερές Μονές της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος των Πριγκηποννήσων αποτελεί την ελαχίστη αντιδωρηματική γραφή τιμής και σεβασμού σε εκείνη την περήφανη και πληγωμένη Ρωμηά, την οποία πριν από δεκαοκτώ έτη συνήντησε στο γραφικό βαποράκι της γραμμής ο τότε νεαρός εξ Ελλάδος ερευνητής, ενθυμούμενος τα όσα εκείνη νοσταλγικώς ανέφερε για τις αλλοτινές πανηγύρεις, οι οποίες ελάμβαναν χώρα στα τετράδυμα αυτά ιερά του Γένους μοναστικά σεβάσματα, όταν οι πολυπληθείς Ρωμηοί των Πριγκηποννήσων και της Βασιλευούσης ως πολύβοες σεμνοπρεπείς μέλισσες προσήρχοντο προσευχητικώς σε αυτά ωσάν σε χριστοφόρο κυψέλη πεπληρωμένη θείου και ουρανίου μέλιτος προκειμένου να γευθούν το μέλι της σωζούσης εν Χριστώ Αναστάντι πίστεως και αληθούς ευσεβείας, με την ενδόμυχη της καρδίας ευχή: «καλόν εστίν ημάς ώδε είναι».
Υ.Γ. Αφιερούται, συνοδευμένο με τύψεις συνειδήσεως γιατί άργησε κατά δεκαοκτώ έτη να γραφεί, στους «ολίγους και συνάμα αμετρήτους» κατοίκους Ρωμηούς των λαμπραδάμαντων Πριγκηποννήσων, τα οποία ίστανται και ανθίστανται «επ’ ελπίδι Μεταμορφώσεως». Γένοιτο!
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
