«Διαφωτιστικα» τα αποτελεσματα της ερευνας PISA 2025 για την ελληνικη εκπαιδευτικη πραγματικοτητα
—Ζωή Γαβριηλίδου, «Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που να μαθαίνει στα παιδιά να σκέφτονται και όχι απλώς να απαντούν»
Πριν μερικά εικοσιτετράωρα ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025, παρουσία της Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού κ. Σοφίας Ζαχαράκη από τον Εθνικό συντονιστή του προγράμματος PISA στην Ελλάδα, Καθηγητή κ. Κώστα Δημόπουλο, ταυτόχρονα με την παρουσίαση από τονκ. Andreas Schleicher, Διευθυντή Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ στο Παρίσι.
Στην έρευνα PISA 2025 συμμετείχαν 765.000 μαθητές/τριες, εκπροσωπώντας συνολικά 33 εκ. μαθητές/τριες από 91 χώρες, δηλαδή δέκα επιπλέον χώρες σε σχέση με την έρευνα PISA 2022. Αξιολογήθηκαν στις Φυσικές Επιστήμες (αντικείμενο εστίασης), στην Κατανόηση Κειμένου, στα Μαθηματικά και (για πρώτη φορά) στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα (Computational Problem Solving). Επίσης, σε 22 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αξιολογήθηκε η ικανότητα των μαθητών/τριών στα Αγγλικά (τα αποτελέσματα για αυτό το πεδίο θα ανακοινωθούν το Μάιο του 2027).
Στην Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές/τριες από 229 σχολεία, καλύπτοντας το 95% του πληθυσμού-στόχου (101.850 μαθητές/τριες), το υψηλότερο μέχρι σήμερα ποσοστό από το 2000. Η χώρα συμμετείχε αυτήν τη φορά στην έρευνα με καλύτερους όρους σε σχέση με το παρελθόν.
Μερικά από τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025
- Οι επιδόσεις των 15χρονων μαθητών/τριών στις Φυσικές Επιστήμες, τα Μαθηματικά και την Κατανόηση Κειμένου διεθνώς ήταν οι χαμηλότερες από την έναρξη της έρευνας PISA (2000), με σημαντική πτώση, ιδιαίτερα στην Κατανόηση Κειμένου, ακόμη και σε παραδοσιακά ισχυρά εκπαιδευτικά συστήματα (π.χ. Φινλανδία, Εσθονία και Ιρλανδία στην Ευρώπη, Κορέα, Σιγκαπούρη και Χονγκ-Κονγκ στην Ασία). Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σημείωσαν μικρότερη πτώση στα Μαθηματικά, και παραπλήσια πτώση στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες σε σχέση με την αντίστοιχη πτώση στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια η χώρα ανακόπτει μια διαρκή πορεία απόκλισής της από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της ΕΕ των 27.
- Οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν γενικά αρνητικότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, κυρίως ως προς την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση και τη γνωστική προσαρμοστικότητα. Αντίθετα, διαθέτουν σε μεγαλύτερο βαθμό την πεποίθηση ότι οι ικανότητες και οι δεξιότητές τους μπορούν να αναπτυχθούν μέσω προσπάθειας, μάθησης και επιμονής (growth mindset), καλύτερη στοχοθεσία και συνεπέστερο προγραμματισμό της προσπάθειάς τους. Ευνοϊκότερες στάσεις καταγράφονται κυρίως στα κορίτσια, στους γηγενείς μαθητές και σε μαθητές ΓΕΛ, ιδιωτικών και κοινωνικοπολιτισμικά προνομιούχων σχολείων, με τις σχετικές διαφορές να είναι εντονότερες στην Ελλάδα από ό,τι στον ΟΟΣΑ. Τέλος οι μαθητές/τριες εκφράζουν μεικτές απόψεις για την αξία και τη συνεισφορά του σχολείου στη μελλοντική τους προοπτική.
- Στην Ελλάδα οι μαθητές/τριες περιγράφουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό και γνωστικά ενισχυτικό μαθησιακό περιβάλλον σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ: αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους/τις εκπαιδευτικούς, περιορισμένη χρήση διδακτικών τεχνικών γνωστικής τους ενεργοποίησης κατά τη διάρκεια των μαθημάτων και μικρότερη αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και ΤΝ στο σχολείο.
- Σε σχέση με τον ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τις σχετικές δηλώσεις των ίδιων των μαθητών, το σχολικό κλίμα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από συχνότερες συμπεριφορές χαμηλής παραβατικότητας, όπως προβλήματα πειθαρχίας, απουσίες και καθυστερήσεις, οι οποίες μάλιστα έχουν επιδεινωθεί την τελευταία δεκαετία.
- Αντίθετα, τα σοβαρότερα περιστατικά παραβατικότητας παραμένουν λιγότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ ο σχολικός εκφοβισμός κινείται σε παρόμοια επίπεδα με τον αντίστοιχο μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, γενικότερα και σε σχέση με το 2022, στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί το αίσθημα ασφάλειας των μαθητών και το αίσθημα του ανήκειν στο σχολείο.
- Παρά τους μαζικούς διορισμούς εκπαιδευτικών κατά τα τελευταία χρόνια, οι διευθυντές/ντριες στην Ελλάδα αναφέρουν εντονότερες ελλείψεις προσωπικού από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδίως σε κοινωνικά ευάλωτες και σχολικές μονάδες της περιφέρειας. Ωστόσο, δεδομένης της χαμηλότερης αναλογίας μαθητών ανά εκπαιδευτικό και του μικρότερου μεγέθους τάξης στην Ελλάδα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, το πρόβλημα φαίνεται να αφορά κυρίως την κατανομή, τη διαχείριση και την αξιοποίηση του προσωπικού και λιγότερο τη συνολική αριθμητική του επάρκεια.
(Στο παρόν, γίνεται μια ενδεικτική αναφορά των αποτελεσμάτων, τα οποία μπορείτε να βρείτε αναλυτικά στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ΕΔΩ]

Τα συμπεράσματα της έρευνας
Η συνολική εικόνα για τη χώρα είναι μεικτή, αλλά με σαφείς ενδείξεις σταθεροποίησης: ανακόπτεται η πολυετής διεύρυνση της απόστασης από τον ΟΟΣΑ και την ΕΕ των 27 και σε ορισμένα πεδία, ιδίως στα Μαθηματικά, υπάρχει σαφής τάση σύγκλισης. Παράλληλα βελτιώνονται οι ψηφιακές υποδομές, το αίσθημα ασφάλειας και του ανήκειν, εμπεδώνεται και διευρύνεται η κουλτούρα αξιολόγησης και λογοδοσίας στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, ενώ παράλληλα οι μαθητές εκφράζουν υψηλές εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες σχετικά με το μέλλον τους. Τόσο η ευρύτερη εκπαιδευτική πολιτική της χώρας τα τελευταία χρόνια όσο και η προσπάθεια αναβάθμισης των όρων συμμετοχής της έρευνας στην έρευνα PISA έχουν ορατό αποτέλεσμα. Φυσικά δεν έχουν εκλείψει τα δομικά προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος, όπως αυτά έχουν αναδειχθεί άλλωστε και σε όλους τους προηγούμενους κύκλους της έρευνας.
«Η απάντηση στην έρευνα PISA φυσικά δεν πρέπει να είναι απλώς περισσότερη ύλη, περισσότερα τεστ και περισσότερη πίεση. Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που να μαθαίνει στα παιδιά να σκέφτονται και όχι απλώς να απαντούν· να αμφισβητούν χωρίς να παραπληροφορούνται·να αποτυγχάνουν χωρίς να αισθάνονται αποτυχημένα, αλλά να μαθαίνουν από την αποτυχία· και, πάνω απ’ όλα, να πιστεύουν ότι έχουν φωνή, αξία και δυνατότητες. Εμείς οι ειδικοί πανεπιστημιακοί, με άπειρες ώρες σεμινάρια σε εκπαιδευτικούς, συγγραφή Προγραμμάτων Σπουδών και βιβλίων δείχνουμε τον δρόμο. Χρειάζεται όμως βούληση και πραγματική έγνοια για την παιδεία για την υλοποίηση»
Η χώρα υστερεί ακόμα σημαντικά στις επιδόσεις των μαθητών/τριών της έναντι του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, σημαντικά υψηλότερο ποσοστό μαθητών/τριών στην Ελλάδα (40,9% στις Φ.Ε., 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και 49,5% στα Μαθηματικά) τελειώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να διαθέτει το βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού, το οποίο απαιτείται ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, κατανοώντας απλά φαινόμενα, το νόημα απλών κειμένων και κάνοντας απλούς μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις.
Ωστόσο, τα βασικά ζητήματα/προκλήσεις αφορούν πλέον λιγότερο την αριθμητική επάρκεια πόρων και περισσότερο την αποτελεσματική αξιοποίησή τους: καλύτερη κατανομή του προσωπικού, ενίσχυση της ποιότητας της διδασκαλίας και της γνωστικής ενεργοποίησης των μαθητών, ουσιαστικότερη αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της Τεχνητής Νοημοσύνης, βελτίωση της πειθαρχίας και της μαθητικής εμπλοκής, καθώς και στοχευμένη στήριξη μεταναστευτικών και κοινωνικά ευάλωτων ομάδων. Κεντρική πρόκληση, συνεπώς, είναι η μετατροπή των διαθέσιμων ανθρώπινων και υλικών πόρων σε καλύτερες μαθησιακές εμπειρίες, υψηλότερες επιδόσεις και μικρότερες ανισότητες.
Ζωή Γαβριηλίδου, «Τα αποτελέσματα είναι ένας καθρέφτης του εκπαιδευτικού μας συστήματος, που δυστυχώς αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα»
Σχετικά με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της έρευνας PISA 2025, η κ. Ζωή Γαβριηλίδου, Καθηγήτρια Γλωσσολογίας του ΔΠΘ και μεταξύ άλλων συγγραφέας σχολικών εγχειριδίων και Προγραμμάτων Σπουδών, σχολίασε σχετικά σε ανάρτησή της: «Τα αποτελέσματα της PISA δεν αποτέλεσαν έκπληξη για μένα. Και δεν πρέπει να τη δούμε μόνο ως ακόμη μία δυσάρεστη κατάταξη για το ελληνικό σχολείο. Είναι ένας καθρέφτης του εκπαιδευτικού μας συστήματος, που δυστυχώς αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα.
Η έκθεση δείχνει ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις (μεταξύ άλλων) στον γραμματισμό και την ανάγνωση κειμένων, και εμείς εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε την εκπαίδευση με όρους αποστήθισης, φόβου απέναντι στο διαφορετικό και καχυποψίας απέναντι σε οτιδήποτε καλεί το παιδί να σκεφτεί, να συγκρίνει, να αμφισβητήσει, να ελέγξει την πληροφορία και να διαμορφώσει τη δική του τεκμηριωμένη κρίση.
Όσα συνέβησαν πρόσφατα με το βιβλίο μας της Γλώσσας από τις Εκδόσεις νήσος είναι, για μένα, απολύτως συνδεδεμένα με αυτήν τη συζήτηση. Όταν απομονώνουμε μια εικόνα ή μια σελίδα από τα συμφραζόμενά της, όταν βιαζόμαστε να καταγγείλουμε πριν διαβάσουμε, όταν η εντύπωση προηγείται της τεκμηρίωσης, τότε το πρόβλημα αφορά πρωτίστως τον γραμματισμό που θέλουμε να καλλιεργήσουμε.
Τώρα, περισσότερο από ποτέ, το ελληνικό σχολείο χρειάζεται κριτικό γραμματισμό. Παιδιά που δεν θα μαθαίνουν μόνο να διαβάζουν τις λέξεις του κειμένου, αλλά να αναγνωρίζουν ποιος μιλά, με ποιον σκοπό, τι αποσιωπά, τι απομονώνει από τα συμφραζόμενα, ποια στοιχεία χρησιμοποιεί και πώς κατασκευάζεται ένα μήνυμα, ώστε να επηρεάσει τον αναγνώστη.
Χρειάζεται όμως και κάτι ακόμη, πολύ πιο θεμελιώδες (που και αυτό αποτυπώθηκε στην έρευνα): ένα σχολείο που να δείχνει στα παιδιά ότι τα αγαπά και τα εμπιστεύεται. Γιατί δυστυχώς το ελληνικό σχολείο δεν λέει στο παιδί “δες τι μπορείς να γίνεις”. Του δείχνει διαρκώς σε τι δεν είναι αρκετά καλό. Μετρά το λάθος περισσότερο από την πρόοδο, την έλλειψη περισσότερο από τη δυνατότητα, την επίδοση περισσότερο από την προσπάθεια. Δεν ενδυναμώνει όσο θα έπρεπε· ταξινομεί, συγκρίνει με πρότυπα αριστείας και, τελικά, κάνει πολλά παιδιά να βιώνουν τον εαυτό τους ως αποτυχία.
Κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να γίνει πραγματικά καλύτερο κάνοντας τα παιδιά του να αισθάνονται χειρότερα για τον εαυτό τους.
Η απάντηση στην έρευνα PISA φυσικά δεν πρέπει να είναι απλώς περισσότερη ύλη, περισσότερα τεστ και περισσότερη πίεση. Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που να μαθαίνει στα παιδιά να σκέφτονται και όχι απλώς να απαντούν· να αμφισβητούν χωρίς να παραπληροφορούνται· να αποτυγχάνουν χωρίς να αισθάνονται αποτυχημένα, αλλά να μαθαίνουν από την αποτυχία· και, πάνω απ’ όλα, να πιστεύουν ότι έχουν φωνή, αξία και δυνατότητες. Εμείς οι ειδικοί πανεπιστημιακοί, με άπειρες ώρες σεμινάρια σε εκπαιδευτικούς, συγγραφή Προγραμμάτων Σπουδών και βιβλίων δείχνουμε τον δρόμο. Χρειάζεται όμως βούληση και πραγματική έγνοια για την παιδεία για την υλοποίηση».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
