Αντιδρασεις για την καταργηση των λατινικων
«Είναι ευρέως αποδεκτό ότι τα Λατινικά όπως διδάσκονται, δεν παίζουν κανέναν εκπαιδευτικό ρόλο πέρα από το να είναι ένα μάθημα που βασίζεται εξολοκλήρου στην αποστήθιση και συμβάλλει σε μία τεχνητή αύξηση των βάσεων του 1ου Επιστημονικού Πεδίου. Επιπλέον, η διδασκαλία των Λατινικών στη διάρκεια μιας σχολικής χρονιάς και μάλιστα με προοπτική εισαγωγικών εξετάσεων είναι αναπόφευκτο να περιορίζεται στην εξέταση σωρείας μορφοσυντακτικών φαινομένων και στην αποστήθιση μικρών κατασκευασμένων κειμένων, με πολύ μικρή σχέση με την πραγματική λατινική γραμματεία. Πέραν όμως του επιστημονικού/παιδαγωγικού προβλήματος, έπρεπε να αντιμετωπιστεί και το εξής πρόβλημα: Η μειωμένη ύλη και η τυποποίηση οδηγούν σήμερα στον μεγάλο αριθμό αριστούχων στο συγκεκριμένο μάθημα και, κατά συνέπεια, στη στρέβλωση των αποτελεσμάτων. Η Κοινωνιολογία, αντίθετα, είναι ένα γνωστικό αντικείμενο που ενδιαφέρει τους νέους, θέτει θέματα με τα οποία έρχονται αντιμέτωποι οι έφηβοι, επεξεργάζεται ζητήματα κοινωνικών δομών και της ιστορικής τους εξέλιξης και συμβάλλει, με ορισμένες από τις θεωρητικές επεξεργασίες στη γνώση καταστατικών στοιχείων του Δυτικού (και όχι μόνον) πολιτισμού».
Αυτή είναι η απάντηση που δίνει επισήμως το υπουργείο Παιδείας στο ερώτημα «γιατί αντικαθίστανται τα Λατινικά από την Κοινωνιολογία;».
Η παραπάνω απάντηση ωστόσο, όπως φαίνεται, δεν πείθει τους ανθρώπους του χώρου των ανθρωπιστικών επιστημών, που κάνουν λόγο για λάθος απόφαση από πλευράς του υπουργείου. Χαρακτηριστική είναι η ανακοίνωση του Τμήματος Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, που σε κείμενο 13 σημείων, εκφράζει την αντίθεσή του στη σχεδιαζόμενη αντικατάσταση, επισημαίνοντας τα εξής:
- Η ανωτέρω απόφαση ελήφθη μονομερώς, χωρίς διάλογο με τις Φιλοσοφικές Σχολές και την ακαδημαϊκή κοινότητα εν γένει.
- Δηλώνει παντελή άγνοια του θεωρητικού υπόβαθρου επί του οποίου ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση και το οποίο προϋποθέτει την αναγνώριση και προβολή του κοινού ελληνορωμαϊκού παρελθόντος της Ευρώπης, φορέας του οποίου είναι η Ελληνική και η Λατινική γλώσσα.
- Εκθέτει την κυβέρνηση της χώρας μας, αλλά και την ίδια την Ελληνική Δημοκρατία διεθνώς, καθώς προβάλλει την εικόνα μιας αδαούς Πολιτείας, η οποία αγνοεί το διεθνώς γνωστό, ότι δηλαδή η Αρχαία Ελληνική λογοτεχνία και ο Ελληνικός Πολιτισμός διαδόθηκαν στη Δύση μέσω της Λατινικής γλώσσας και γραμματείας, πράγμα που συνετέλεσε στην επιβίωσή τους έως τις μέρες μας.
- Δημιουργεί κακό προηγούμενο για τις χώρες του Δυτικού Κόσμου, οι οποίες θα μπορούσαν κατ' αναλογία να εισηγηθούν την αφαίρεση της διδασκαλίας των Ελληνικών, αρχαίων και νέων, από τα εκπαιδευτικά τους προγράμματα.
- Καλλιεργεί την εσωστρέφεια των Ελλήνων μαθητών και των δυνητικών φοιτητών, καθώς περιορίζει τους πνευματικούς τους ορίζοντες και ενισχύει τον εθνικισμό, αντί του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας.
- Πλήττει σοβαρά την Κλασική παιδεία στη χώρα μας, διότι προωθεί εμμέσως την αντιεπιστημονική αντίληψη ότι οι Κλασικές σπουδές εξαντλούνται στη μελέτη της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας και γραμματείας.
- Πλήττει σοβαρά τις νομικές σπουδές, καθώς σημαντικοί κλάδοι του Δικαίου, όπως, για παράδειγμα, το αστικό, το ποινικό, το διοικητικό και το εκκλησιαστικό Δίκαιο, καθώς, αυτονοήτως, και η ιστορία του Δικαίου, στηρίζονται στην επιστημονική μελέτη του Ρωμαϊκού δικαίου και της πρωτότυπης γλώσσας συγγραφής του, της Λατινικής.
- Στερεί τους Έλληνες μαθητές από την επαφή με την πρόγονο των περισσότερων ευρωπαϊκών γλωσσών, η οποία παρέχει πλεονεκτήματα στην εκμάθησή τους, ιδίως στην εκμάθηση περισσότερων από μία γλωσσών, καθώς αναδεικνύει τις ομοιότητες, τις διαφορές και την κανονικότητα των αντιστοιχιών μεταξύ τους. Το ίδιο ισχύει για την εκμάθηση και την κατανόηση της επιστημονικής ορολογίας πολλών κλάδων όλων των επιστημών.
- Αντίκειται στην εκσυγχρονιστική πολιτική κατά της αποστήθισης και της «παπαγαλίας» την οποία επαγγέλλεται το Υπουργείο: η ενίσχυση των γλωσσικών μαθημάτων καλλιεργεί κυρίως την κριτική και αφαιρετική σκέψη.
- Εκθέτει τους υπευθύνους του Υπουργείου Παιδείας, υποδηλώνοντας την αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά τα χρονίζοντα προβλήματα στη διδασκαλία των γλωσσικών μαθημάτων στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ευκταίο και αναμενόμενο θα ήταν η αναβάθμιση των Λατινικών με τον ανασχεδιασμό της διδασκαλίας του μαθήματος και όχι η κατάργησή τους.
- Πλήττει τις κεκτημένες θέσεις εργασίας των Φιλολόγων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
- Υποβαθμίζει το γνωστικό πεδίο των πρωτοετών φοιτητών στις Ανθρωπιστικές επιστήμες και σχολές, καθώς αναμένεται να πυροδοτήσει αύξηση των ωρών διδασκαλίας στα ανάλογα Τμήματα λόγω της εντατικής γλωσσικής διδασκαλίας που θα απαιτηθεί, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία συμπιέζεται επικίνδυνα ο αριθμός των διδασκόντων και η χρηματοδότηση των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.
- Αποδυναμώνει τη θέση της Ελλάδας στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, καθώς υποβαθμίζει αντί να ενισχύει τις Κλασικές Σπουδές, τον επιστημονικό δηλαδή χώρο στον οποίο η Ελλάδα διαθέτει ένα εγγενές πλεονέκτημα.
Κείμενο διαμαρτυρίας από φιλολόγους
Την ίδια ώρα περισσότεροι από 365 (μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές) φιλόλογοι υπογράφουν κείμενο διαμαρτυρίας στο οποίο αναφέρουν:
«Εδώ και δεκαετίες οι φιλόλογοι γινόμαστε μάρτυρες της μεθοδευμένης, συστηματικής υποβάθμισης και αποψίλωσης των κλασικών και ανθρωπιστικών σπουδών στα σχολεία. Τομές της επιδείνωσης η κατάργηση των εξετάσεων των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο, της Λογοτεχνίας στις Πανελλαδικές Εξετάσεις, η εκμηδένιση σχεδόν της διδασκαλίας του Επιταφίου και της Αντιγόνης και η σοβαρή υποβάθμιση των Λατινικών. Τα επόμενα βήματα είναι ο πλήρης εξοβελισμός των Λατινικών από την Ομάδα Ανθρωπιστικών Σπουδών της Γ’ Λυκείου και η περαιτέρω υποβάθμιση των Αρχαίων μέσω της κατάργησης της εξέτασης της μετάφρασης στο Γνωστό.
Ταυτόχρονα, ως προς τις εργασιακές συνθήκες, οι φιλόλογοι βιώνουν την πλήρη ανασφάλεια και υποτίμηση του επαγγέλματός τους και τον ασφυκτικό ανταγωνισμό για τις λιγοστές υπάρχουσες θέσεις εργασίας. Η πρόσληψη στο Δημόσιο ακόμη και ως αναπληρωτή ή ωρομισθίου έχει καταστεί ανέφικτη εδώ και χρόνια για τους νέους πτυχιούχους, ενώ οι παλαιότεροι βλέπουν τον διορισμό συνεχώς να απομακρύνεται από τον ορίζοντα. Οι πίνακες είναι γεμάτοι με ονόματα ανθρώπων που δεν θα μπουν να διδάξουν σε τάξη ποτέ, ενώ ακόμη και οι επιτυχόντες στον ΑΣΕΠ δεν έχουν δει ακόμη τους κόπους τους να ανταμείβονται.
Λόγω της πλήρους εργασιακής εξαθλίωσης, του ευτελισμού των πτυχίων και του υπερκορεσμού του επαγγέλματος, η ζήτηση για τις Φιλοσοφικές Σχολές συνεχώς πέφτει, κατακρημνίζοντας εν συνεχεία τις βάσεις εισαγωγής στα εν λόγω τμήματα και υποβαθμίζοντας ακόμα περισσότερο τις σπουδές και τα πτυχία των φιλολόγων. Κι ενώ οι αδιόριστοι και άνεργοι φιλόλογοι αριθμούν πολλές χιλιάδες, η εισαγωγή στις σχολές που οδηγούν στην ειδικότητα ΠΕ02 συνεχίζει ακάθεκτα αθρόα, με το φαινόμενο των 20 (!) πανεπιστημιακών τμημάτων να συνεχίζουν απτόητα τη λειτουργία τους, παράγοντας στρατιές ανέργων, που είναι μαθηματικά βέβαιο ότι αποκλείεται να απορροφηθούν τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Κανένας άλλος επιστημονικός κλάδος δεν αριθμεί τόσα πολλά πανεπιστημιακά τμήματα με τόσο δυσανάλογα μικρή απορρόφηση στην αγορά.
Και κάπως έτσι έφτασαν η ανεργία και η ετεροαπασχόληση στα ύψη, ενώ η αμοιβή στα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα στα τάρταρα.
Βλέποντας την οικτρή κατάσταση της ανθρωπιστικής παιδείας και τις ζοφερές επαγγελματικές μας προοπτικές (παθογένειες σύμφυτες και αλληλένδετες), αισθανόμαστε το χρέος να αρθρώσουμε λόγο. Να μη μένουμε άλλο βουβοί. Να εκφράσουμε την αγωνία μας και να καταθέσουμε συγκεκριμένες προτάσεις προς όλους τους ιθύνοντες και τους αρμόδιους φορείς.
Οι θέσεις μας είναι σαφείς και εύλογες:
1. Δραστική μείωση των εισακτέων στις Φιλοσοφικές Σχολές.
2. Συγχώνευση των διαφορετικών τμημάτων που οδηγούν στην ειδικότητα ΠΕ02 σε ένα και μοναδικό τμήμα Φιλοσοφικής ανά πόλη όπου τώρα υφίστανται, με κατευθύνσεις που θα οριστούν από το κάθε τμήμα. Όχι στην πολυδιάσπαση της Φιλοσοφικής. Μία και ενιαία Φιλοσοφική-Φιλολογική Σχολή.
3. Ενσωματωμένη και αναπόσπαστη παιδαγωγική επάρκεια στα πτυχία των φιλολόγων.
4. Αποσύνδεση των βάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από τη ζήτηση των σχολών. Προκαθορισμός του βαθμού πρόσβασης και του αριθμού των εισακτέων σε κάθε πανεπιστημιακό ίδρυμα από τα μέλη ΔΕΠ αυτού, βάσει σαφούς σχεδιασμού.
5. Επαναφορά της βάσης του 10 για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια.
6. Επαναφορά του συστήματος των Πανελλαδικών Εξετάσεων με τα 6 μαθήματα, όπως ίσχυσε κατά τα έτη 2006-2015. Επαναφορά της πανελλαδικής εξέτασης της Λογοτεχνίας. Όχι στην κατάργηση των Λατινικών. Όχι στη μείωση ή κατάργηση των εξετάσεων στη Β’ Λυκείου.
7. ‘Αμεσοι διορισμοί όλων των επιτυχόντων φιλολόγων στους μέχρι τώρα διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ. Προσμέτρηση της προϋπηρεσίας.
8. Όχι στην ανάθεση των φιλολογικών μαθημάτων σε καθηγητές άλλων ειδικοτήτων.
9. Επετηρίδα ανοιχτή για όλους τους πτυχιούχους φιλολόγους, με επιπλέον μοριοδότηση των σχετικών προσόντων.
10. Αναμόρφωση-αναβάθμιση των φιλολογικών μαθημάτων σε Γυμνάσιο και Λύκειο, με έμφαση στην κλασική παιδεία και στις διαχρονικές, καθολικές ανθρωπιστικές αρχές της. Μαθήματα προσανατολισμένα στη διεπιστημονική και διεθνιστική προοπτική, όπως Ιστορία Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, Θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Στοιχεία Παγκόσμιας Φιλοσοφίας, Παγκόσμια Λογοτεχνία, Αρχαιοελληνικός και Ρωμαϊκός Πολιτισμός».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
