Παυλος Μελας (1870-1904), ο ενδοξος ηρωας του Μακεδονικου Αγωνα
«Θέλει κανείς να μιλή για κείνον που αγάπησε· του φαίνεται πως έτσι τον ξαναφέρνει κοντά του, στη ζωή. […] Όλοι τον έχουν ακούσει· “ο Παύλος Μελάς που σκοτώθηκε στη Μακεδονία”. Αλλά πώς να τον φαντάζωνται τον Παύλον όσοι δεν έζησαν μαζί του; Όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο αφηρημένα τ’ όνομά του συμβολίζει τον Έλληνα ήρωα του Μακεδονικού αγώνα. Αλλ’ όταν ο κόσμος ιδή κάποιον έτσι, τον βλέπει περισσότερο σαν ιδέα, σαν έκτακτη πράξη· και χάνει το συναίσθημα πως ο ήρως του ήταν κι εκείνος άνθρωπος».
Με αυτά τα λόγια η γυναίκα του Παύλου Μελά, Ναταλία Δραγούμη, προλογίζει τη βιογραφία του, η οποία εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1926, είκοσι δύο, δηλαδή, ακριβώς χρόνια μετά τον ηρωικό του θάνατο στη Στάτιστα του δήμου Καστοριάς. Από τη στιγμή εκείνη έχει παρέλθει ένας και πλέον αιώνας και η απάντηση στο ερώτημα ποιος ήταν ο Παύλος Μελάς καθίσταται –λόγω της μεγάλης χρονικής απόστασης– ακόμη πιο ασαφής.

Το να μιλάς, βέβαια, για έναν ήρωα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Και η βασικότερη δυσκολία είναι –αναμφίβολα– ο χρόνος, καθώς δεν μπορείς μέσα σε λίγα μόνο λεπτά να παρουσιάσεις έτσι όπως πρέπει την προσωπικότητά του. Θα καταθέσουμε, λοιπόν, σήμερα, με αφορμή την επιμνημόσυνη δέηση που θα τελέσουμε στον ναό μας, κάποιες μόνο, ελάχιστες –πλην όμως σημαντικές– μαρτυρίες, που προέρχονται από διαφορετικά πρόσωπα και αφορούν στον Παύλο Μελά, τον άνθρωπο εκείνο που, χωρίς να κατάγεται ο ίδιος από τη Μακεδονία, αγωνίστηκε και, εν τέλει, έδωσε για αυτήν το αίμα του.
Ηλίας Βενέζης, «Ο Παύλος Μελάς τα παράτησε όλα και ρίχτηκε σ’ αυτόν τον σκληρό, άγριο και βάρβαρο αγώνα»
Η πρώτη μαρτυρία προέρχεται από έναν συγγραφέα που γεννήθηκε το 1904, έτος κατά το οποίο ο Παύλος Μελάς άφηνε για πάντα –χτυπημένος από τα πυρά των Τούρκων– τούτον τον κόσμο. Πρόκειται για τον αϊβαλιώτη Ηλία Βενέζη, ο οποίος,στο έργο του «Εφταλού», σκιαγραφεί μέσα σε λίγες μόνο γραμμές την προσωπικότητά του:
«Ήταν νέος άντρας, από σπίτι αρχοντικό, μεγαλωμένος μέσα στον πλούτο και στην ευγένεια. Είχε γυναίκα και μικρά παιδιά. Τα παράτησε όλα και ρίχτηκε σ’ αυτόν τον σκληρό, άγριο και βάρβαρο αγώνα, που απαιτούσε ιδιότητες ολότελα αντίθετες με την ανατροφή, τη μόρφωση και την ψυχή του. Φόρεσε τσαρούχια, που πλήγωναν τ’ ασυνήθιστα πόδια του, κάπα που βαραίνει πολλές οκάδες όταν βρέχεται, περπάτησε ώρες πολλές και ατέλειωτες πάνω σε κατσάβραχα και μέσα σε βρεγμένα δάση, πέρασε ποτάμια, κοιμήθηκε μουσκεμένος και νηστικός. Η ψυχή έδινε τη δύναμη της αντοχής».

Μιαν άλλη πλευρά της προσωπικότητας του Παύλου Μελά διασώζει η γυναίκα του, η Ναταλία Δραγούμη, στη βιογραφία την οποία, όπως προανέφερα, συνέταξε η ίδια. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 έχει ολοκληρωθεί με οδυνηρό για τους Έλληνες τρόπο. Στη Μακεδονία επικρατεί αναρχία. Τα κακουργήματα των κομιτάτων της Βουλγαρίας πολλαπλασιάζονται τρομακτικά. Οι ελληνικοί πληθυσμοί βρίσκονται σε απόγνωση. Η Ναταλία Δραγούμη θυμάται:
«Τα δυστυχισμένα τα χωριά μας δεν ήξεραν τι να προτιμήσουν, τους κομίτες που στ’ όνομα της ελευθερίας έσφαζαν με τον αγριώτερο τρόπο τους δασκάλους, τους παπάδες, τους προεστούς του Ελληνισμού ή τα οθωμανικά αποσπάσματα που έρχονταν, αργά συνήθως, κι έκαναν στάχτη ό,τι είχε απομείνει».
Ενώπιον αυτής της κατάστασης,ο Παύλος Μελάς δεν μένει απαθής. Μόνη του έγνοια η σωτηρία των πληθυσμών αυτών, η οποία –το ήξερε καλά– θα περνούσε μέσα από μία ένοπλη σύγκρουση. Δίνουμε ξανά τον λόγο στη Ναταλία Δραγούμη:
«Ο Παύλος […] είχε πια συνεννοηθή με καμιά εικοσιπενταριά φίλους του, που του έδιναν ανεπίσημα κατά μήνα ό,τι ποσό διέθετε ο καθένας, με σκοπό να βοηθούνται μερικά θύματα, να επισκευάζωνται σπίτια γκρεμισμένα, να ντύνεται κανένα ορφανό, να δίνεται και κανένα όπλο σ’ αυτούς που έρχονταν ως την Ελλάδα να το ζητήσουν. […] Ζητούσε όμως και εφάπαξ βοηθήματα και έβαζε και τη γυναίκα του να φορολογή πού και πού τις φίλες της. […] Ο ίδιος δεν είχε γίνει για τον εαυτό του φιλάργυρος, δεν έκανε ρούχα, παρά μετέφραζετα παλιά (κατά τη στρατιωτική έκφραση)».
Δίνουμε τώρα τον λόγο στον ίδιο τον Παύλο Μελά. Τα αποσπάσματα από κείμενά του, τα οποία θα διαβάσουμε, μας αποκαλύπτουν πώς στεκόταν ο Παύλος Μελάς απέναντι στη ζωή και στον θάνατο, καθώς και ποια θέση είχε μέσα στην καρδιά του η καθημαγμένη από τις κακουχίες –εκείνη την εποχή– πατρίδα μας.
Γράφει τον Αύγουστο του 1886, τρεις ημέρες πριν αρχίσουν οι εισιτήριες εξετάσεις για τη Σχολή Ευελπίδων. Ας αναφέρω πως είναι ένα παιδί μόλις δεκαέξι ετών:
«Εκλέγων το στάδιον αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου… Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία· και όπως κάθε καλός στρατιώτης θέλω να υπηρετήσω την πατρίδα μου και δι’ αυτήν να αποθάνω. Καμία δυσκολία δεν θα με σταματήση… Δεν θα υποχωρήσω προ των εμποδίων».
Αργότερα, θα απευθυνθεί, ως αξιωματικός πλέον του στρατού, στους νεαρούς Ευέλπιδες με τα εξής:
«Η ζωή είναι πόλεμος. Η γη σου είναι φρούριο και χρέος σου η νίκη. […] Πολέμα για τα ιδανικά σου, για τα Ελληνικά ιδανικά του ανθρωπισμού. […] Άνδρες που περπατούν στη ζωή ευθυτενείς και με γαλήνη, μαθημένοι να πονούν χωρίς να υποφέρουν, να νικούν χωρίς να θριαμβολογούν, να νικώνται χωρίς να μοιρολογούν. Αυτοί είναι οι πραγματικοί άνδρες, θεμέλια γενεών. […] Νεαρέ Εύελπι, μάθε και εξασκήσου να είσαι απλός, ολιγόλογος, συγκρατημένος, σεμνός. Λίγα λόγια, πολλά έργα. Ανθρωπιά μεγάλη, πειθαρχία, πείσμα, αντοχή. Όποιος σε κοιτά, τα μάτια να γεμίζουν παλικάρι. Περισσότερο να προσβάλλεσαι όταν σε κυριεύει ο πόνος. […] Να φύγεις είναι δειλία. […]».

Παύλος Μελάς, «Αισθάνομαι τώρα ισχυρός, γενναίος και καλύτερος· έτοιμος δε να κάμω τα πάντα»
Στις 27 Μαρτίου του 1897, παραμονές του ατυχούς πολέμου μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, στέλνει από τη Λάρισα μία επιστολή στη γυναίκα του, στην οποία της εξομολογείται τα εξής:
«Δεν παύω να σκέπτομαι το παιδί μου· του εύχομαι με όλην μου την καρδιά, όταν έλθη η σειρά του, να αισθανθή την χαράν που αισθανόμεθα όλοι εδώ ότι υπερασπιζόμεθα την πατρίδα. Δεν φαντάζεσαι, αγάπη μου, πόσον γλυκύ είναι αυτό το συναίσθημα. Γνωρίζομεν όλοι ότι από ημάς εξαρτάται η τιμή του τόπου μας και είμεθα υπερήφανοι δι’ αυτό. […]
Πρέπει όλοι να προετοιμαζώμεθα διά τα περιστατικά που ενδέχεται να μας συμβούν τ’ άγνωστα. Και οπωσδήποτε ας γνωρίζωμεν ότι αυτά που λέγονται δυστυχήματα εις τον συνήθη βίον είναι, εν καιρώ πολέμου, ευτυχία που μας στέλνει ο Θεός. Τόσον το νομίζω και το πιστεύω, ώστε εξ όλης καρδίας εύχομαι ο αγαπημένος μας Μίκης ν’ αγαπήση το στρατιωτικόν επάγγελμα· ο στρατιώτης ίσως έχη μίαν επί πλέον πιθανότητα να ζήση και ν’ αποθάνη γενναία».
Από πού, όμως, αντλούσε αυτήν τη δύναμη να στέκεται αγέρωχος απέναντι στον θάνατο; Δύο περίπου μήνες πριν από τον θάνατό του, σε μιαν άλλη του επιστολή, θα γράψει:
«Χθες, όταν ετελείωσα το γράμμα μου, επήγα εις την εκκλησίαν της μονής με τους άνδρας μου. […] Ακούσαμεν τον εσπερινόν πρώτα και κατόπιν μας μετέλαβεν ο γέρων χωρικός ιερεύς της μονής. Ουδέποτε με τόσην κατάνυξιν μετέλαβα. Ο νους μου διαρκώς εστρέφετο προς Εκείνον ο οποίος χάριν ημών και της θείας θρησκείας Του υπέστη το μαρτύριον. Το μέγεθος της θυσίας Του, το μέγεθος της αποστολής Του μ’ έκαμναν να αισθάνωμαι πόσον μικροί και πόσον μακράν Αυτού ευρισκόμεθα, αλλά και συγχρόνως μ’ ενεθάρρυναν. Πάντοτε τον ελάτρευσα διά την θρησκείαν Του και Τον εθαύμασα διά την θυσίαν Του. Ελπίζω να μας βοηθήση. Αισθάνομαι τώρα ισχυρός, γενναίος και καλύτερος· έτοιμος δε να κάμω τα πάντα».
Όταν ο Παύλος Μελάς δέχτηκε τον θανάσιμο πυροβολισμό –ήταν μόλις τριάντα τεσσάρων ετών–, φώναξε έναν από τους συντρόφους του και, βγάζοντας τον σταυρό που φορούσε στο στήθος του, είπε: «Το σταυρό να τον δώσης στη γυναίκα μου· και το τουφέκι, όπως σου είπα, του Μίκη· και να τους πεις ότι το καθήκον μου το έκανα».

Βασίλειος Αγοραστός, «Η συμφορά είναι τόσον μεγάλη, ώστε δεν ευρίσκω λόγους παρηγορίας»
Ο θάνατος του Παύλου Μελά στις 13 Οκτωβρίου του 1904, όπως, άλλωστε, συμβαίνει με τον θάνατο όλων των ηρώων, συγκλόνισε τον χειμαζόμενο ελληνισμό. Μία εβδομάδα αργότερα, δηλαδή στις 20 Οκτωβρίου, ο Γραμματέας του Προξενείου Μοναστηρίου, Βασίλειος Αγοραστός τηλεγραφεί στον φίλο και κουνιάδο του Παύλου Μελά, τον Ίωνα Δραγούμη, γράφοντας τα εξής:
«Δεν επιχειρώ, φίλε μου, να σε παρηγορήσω, διότι η συμφορά είναι τόσον μεγάλη, ώστε δεν ευρίσκω λόγους παρηγορίας. Κλαύσον, διότι και ενταύθα έκλαυσαν ου μόνο οι γνωρίσαντές τον εις το καθήκον αφοσιωμένον γενναίον στρατιώτην, αλλά όσοι και εξ ακοής μόνον εγνώρισαν αυτόν, διότι επ’ αυτού πάντες εστηρίζομεν τας ελπίδας ημών περί ευτυχεστέρου μέλλοντος της ατυχούς ταύτης χώρας».
Τα δάκρυα εκείνα που έτρεξαν από τα μάτια του Προξένου του Μοναστηρίου δεν ήταν τα μόνα. Σύσσωμος ο λαός έκλαψε τον γενναίο και ανιδιοτελή συμπαραστάτη του στον αγώνα του για τη διεκδίκηση της ελευθερίας, όπως ακριβώς το έπραξαν εκατό χρόνια νωρίτερα για τους Κλέφτες και τους Οπλαρχηγούς του 1821.Για παράδειγμα, σε ένα δημοτικό τραγούδι από την περιοχή των Γρεβενών, αποτυπώνεται η στιγμή του θανάτου του Παύλου Μελά, καθώς και η οδύνη ολόκληρου του λαού, μια οδύνη στην οποία συμμετέχει και η άλογη φύση.
«Λεβέντης εξεκίνησι ’πού μέσ’ απ’ την Αθήνα
που δεν ψηφίζει τη ζωή, να φέρ’ τη λευθερία.
Στην Καστοριά βαρέθηκε, στη Στάτιστα τ’ αυλάκι
—Μάννα μ’, δεν θέλω κλιάματα, δεν θέλω μοιργιολόγια
μένα μου κλαίγουν τα πουλιά, μου κλαίν’ τα χελιδόνια
κλαίει και η γυναίκα μου και όλη η πατρίδα».
Για τον θάνατο, όμως, του Παύλου Μελά, συνέθεσε στίχους και ο Κωστής Παλαμάς, στους οποίους προφητικά αναγγέλλει –είμαστε ακόμη στα 1904, οκτώ, δηλαδή, χρόνια πριν την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων– τη στιγμή της απελευθέρωσης της Μακεδονίας, τονίζοντας πως η θυσία του Μελά καθιστά την ελευθερία αυτή επιτακτικότερη. Με έκφραση απλή, λιτή, θα λέγαμε ευλαβική, χρησιμοποιώντας πλήθος εικόνων, ο εθνικός μας ποιητής αποχαιρετά και αυτός με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο τον μεγάλο ήρωα.
«Σε κλαίει λαός. Πάντα χλωρό να σιέται το χορτάρι,
Στον τόπο που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλλικάρι.
Πανάλαφρος ο ύπνος σου∙ του Απρίλη τα πουλιά
Σαν του σπιτιού σου να τ’ ακούς λογάκια και φιλιά,
Και να σου φτάνουν του σκληρού χειμώνα οι καταρράχτες
Σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολέμου κράχτες.
Πλατιά του ονείρου μας η γη κι’ απόμακρη∙ γέρνεις εκεί και σβεις γοργά.
Ιερή στιγμή. Σαν πιο πλατιά τη δείχνεις και τη φέρνεις σαν πιο κοντά».
Πριν από χρόνια, με αφορμή την αφαίρεση από τη διδακτέα ύλη του μαθήματος της Ιστορίας στα Λύκεια του Μακεδονικού Αγώνα και της θυσίας του Παύλου Μελά, είχε γραφτεί στο διαδίκτυο ένα άρθρο, το οποίο ξεκινούσε με τα εξής:
«Καημένε, Παύλο Μελά! Πού να το φανταζόσουν πως κάποτε στην Ελλάδα σου θα βρίσκονταν κυβερνήτες που θά ’βγαζαν τη μορφή σου και την εθνική δράση σου από τα σχολικά βιβλία, για να γίνει πιο ελαφρύ το βιβλίο της Ιστορίας και να μην κουράζεται ο μαθητής όταν το κουβαλάει την τσάντα του. Σε πέταξαν, καημένε Παύλο Μελά, από το βιβλίο της Ελληνικής Ιστορίας, σαν να ήσουν σακί με πίτουρο που βάραινε το γομάρι».
Φαίνεται, ωστόσο, πως αυτός τον οποίο πρέπει να λυπόμαστε δεν είναι ο Παύλος Μελάς ούτε κανένας άλλος ήρωας. Αυτός τον οποίο πρέπει να λυπόμαστε είναι μόνο ο εαυτός μας. Κι αυτό, γιατί η απουσία τέτοιων προσωπικοτήτων από τον εθνικό μας βίο κοιμίζει τις συνειδήσεις και, κατά συνέπεια, προδιαγράφει ένα μέλλον ζοφερό. Ας ευχηθούμε να γίνει κάποτε –προς το παρόν αυτό φαντάζει αδύνατο–εκείνη η αποφασιστική στροφή προς το ουσιώδες. Κι αυτό να γίνει σύντομα. Πριν να είναι πολύ αργά.
*Ο Δημήτρης Τζελέπης είναι δρ Φιλολογίας, μεταδιδακτορικός ερευνητής και μέλος του Εργαστηρίου Έρευνας για τη Νεοελληνική και Συγκριτική Φιλολογία του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκη, του οποίου προΐσταται ως Διευθυντής ο καθηγητής Νικόλαος Μαυρέλος. Το παρόν κείμενο είναι ο επετειακός λόγος που εκφώνησε στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Κομοτηνή, την Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024, με αφορμή την Ημέρα μνήμης του Μακεδονικού Αγώνα. Οι μεσότιτλοι προστέθηκαν για διευκόλυνση στην ανάγνωση.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
