ΤΟ ΚΡΙΜΑΤΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΓΑΛΑΤΟΜΠΟΥΡΕΚΟ (η πως πεφτει κανεις μικρος μεσα στη «μαρμιτα»)
φρένο, στραπάτσο, αραμπόλα
μόδα, καβάλα, ντόλτσε βίτα
τρόμπα, φιγούρα, σαχλαμάρα κι άρπα-κόλλα»
Greco Mascara
Τα μαντάτα από τον ημέτερο νότο είναι εξουθενωτικά αγαπητοί. Αγέρηδες, νοτιάδες ή βοριάδες και … τσικνισμένες λιακάδες έχουν μετατρέψει τον τόπο σε μπουζιέρα! Ολούθε καπνίζουν τζάκια και καμινάδες, βλέπεις παντού τα ξινά κουκουλωμένα με νάιλον να μη τα πιάσει ο πάγος, το πρωί η θερμοκρασία είναι κάτω από το μηδέν κι αμέσως μετά την ανατολή τραβάει την ανηφόρα. Ο Μοριάς, κι όχι μόνον αυτός, είναι κάτι σαν τις παλιές χώρες του υπαρκτού, που διέθεταν αρκετά να χάσουν.. Και τα έχασαν, βεβαίως βεβαίως! Τόσο απ’ την απώλεια ενός … πολιτικού συστήματος, όσο κι απ’ την οφθαλμαπάτη της … ισορροπίας που πρεσβεύεται … σήμερις περισσότερο από ποτέ!
Παραμύθια, απ’ την άλλη, υπάρχουν πολλών ειδών… Σοφίες και ιστορίες καθημερινά αλλάζουν σκυτάλες και χέρια… Κι εμένα πάντοτε, με γοήτευαν οι απόκριες, τα καπρίτσια τους, τα εθιμοτυπικά και οι … κόνδορες με τους οποίους ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά… Όχι, δεν επιχειρώ κανενός είδους πολιτικοκοινωνική ανάλυση για τα της Ελλαδίτσας, απλά προλογίζω μια όμορφη ιστορία- ένα νεύμα της μνήμης- για τους παλιούς αλλά και τους νεότερους που πασχίζουν –εναγωνίως- να κρατηθούν από κάτι κι ας είναι δανεικό… Όσο ντοπαρισμένος κι αν μας προκύπτει ο κόσμος αυτόν τον καιρό υπάρχουν πάντα πράγματα για να μοιραστούμε…
Ιστορίες μιας άλλης εποχής… Παραδόσεις ψητές, μυρωδιές αποκριάτικες… Στο κάτω κάτω, ένα σιρόπι όλοι μας το αναζητήσαμε κάποτε… Μια γλυκάδα, μια μαρμίτα!
Σημείωση: Την παρακάτω ιστορία αλίευσα από το facebook. Γράφει η πολυαγαπημένη μας λαογράφος, Ελένη Ψυχογιού, με τον μοναδικό τρόπο που ξέρει να αφηγείται μπολιασμένη με αλήθειες που χάνονται, με μνήμη που λοβοτομείται… Δανείζομαι λοιπόν σήμερα μιαν ανάρτησή της σχετική με το γαλακτομπούρεκο… Το σιροπιαστό που η καλή της μανούλα κατά παράδοση έφτιαχνε για τα έξι της παιδάκια κάθε χρόνο τέτοιες μέρες… Την ευχαριστώ εκ βαθέων για την αφήγηση… Ποίηση και παρηγοριά ήθους και ύφους στην άχρωμη εποχή μας… Ν.Χ.
Της Ελένης Ψυχογιού
Τον παλιό καιρό, ως τη δεκαετία του ’60 τουλάχιστον, τις Απόκριες οι κτηνοτρόφοι ―μεταβατικοί ή μόνιμοι― που παραχείμαζαν τα κοπάδια τους στους λόφους γύρω από τον «κάμπο της Γαστούνης» στη ΒΔ Ηλεία (όπως και αλλού) συνήθιζαν να μοιράζουν γάλα δωρεάν, «για το καλό». Και τούτο γιατί τέτοια εποχή περίπου απόκοβαν τα αρνιά από το θηλασμό για να τα θρέψουν και με το νιόφυτο, άφθονο χορτάρι εν όψει του επερχόμενου Πάσχα. Λόγω λοιπόν του ότι το γάλα περίσσευε αλλά και λόγω της «Τυρινής» εβδομάδας ή «Μακαρονοβδομάδας» (που η εποχική καθιέρωσή της δεν είναι άσχετη και με αυτή την αφθονία του περισσευούμενου γάλατος) οπότε μαγειρεύουν τυρόπιτες και τρίβουν άφθονο τυρί για τις μακαρονάδες, οι νοικοκυρές είχαν επιπλέον προσφορά γάλατος για να πήξουν γιαούρτι αλλά κυρίως για να φτιάξουν «ξυπόλητες» γαλατόπιτες ή/και γαλατομπούρεκα.
Έτσι, όπως όλες οι νοικοκυρές στα Λεχαινά, και η μανούλα μας συνήθιζε τέτοιες ημέρες να φτιάχνει τεράστια ταψιά γαλατόπιτας και γαλατομπούρεκου για την 8μελή οικογένειά της. Τότε δεν υπήρχαν ηλεκτρικές κουζίνες στα σπίτια και καθώς εμείς δεν είχαμε ιδιωτικό φούρνο με ξύλα, τα ταψιά έπρεπε να πάνε για ψήσιμο στο δημόσιο φούρνο της γειτονιάς μας, αυτόν του Κάντηλα, που έψηνε με τα ψιλά και χοντρά ξύλα που στοιβάζονταν σε πελώριους σωρούς δίπλα στο φούρνο. Για διάφορους λόγους, κυρίως λόγω σειράς γέννησης των αδελφιών, φύλου και ηλικίας, τύχαινε συνήθως σε μένα το καθήκον όχι μόνο να βοηθάω στην παρασκευή του γαλατομπούρεκου αλλά και να μεταφέρω το βαρύ ταψί προς και από το φούρνο. Μια χρονιά λοιπόν, γύρω στα 13 χρόνια μου, μετέφερα με κόπο το γλυκό για ψήσιμο βιώνοντας στην επιστροφή από το φούρνο και ένα μαρτύριο, καθώς η μοσχοβολιά και η ροδαλή θωριά του γαλατομπούρεκου έκαναν να τρέχουν τα σάλια μου στο δρόμο-δρόμο και τα χέρια μου να καίνε από το καυτό μέταλλο του μπακιρένιου ταψιού, κάτω από τις διπλωμένες εφημερίδες με τις οποίες το κρατούσα, και που μαζί με το βάρος του, με έκαναν να αγωνιώ μήπως μου πέσει. Και το μαρτύριο γινόταν μεγαλύτερο, καθώς εκείνη την ημέρα φυσούσε ένας δυνατός Νοτιάς που ανασήκωνε τη φούστα μου, επιβάλλοντάς μου το δίλημμα ή να γίνω ρεζίλι ή να ρίξω κάτω το πολύτιμο γλυκό!
Φτάνοντας με το διασωθέν εν τέλει (για την «τιμή» μου στα μάτια των διαβατών δεν είμαι σίγουρη) γαλατομπούρεκο στο σπίτι, η μανούλα το σιρόπιασε κάτω από τα λαίμαργα βλέμματα των έξι παιδιών της που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από το μοσχοβολιστό ταψί, στην υπέροχη μυρωδιά του οποίου είχε προστεθεί και η λεπτή ευωδιά της φλούδας λεμονιού, που χρύσιζε πάνω στα ροδοψημένα φύλλα. Όταν ήρθε η στιγμή του πολυπόθητου μοιράσματος του χλιαρού, σιροπιασμένου γλυκού, η αφεντιά μου διεκδίκησα μεγαλύτερη μερίδα, λόγω της συμμετοχής μου στην παρασκευή του αλλά και του κόπου μου να το πάω και να το φέρω από το φούρνο. Η διεκδίκησή μου δεν έγινε δεκτή από τους υπόλοιπους λιγουριασμένους συνδαιτυμόνες και προέκυψε μεγάλος καυγάς. Εγώ δεν υποχωρούσα και η ταλαιπωρημένη και πολυάσχολη μανούλα μας απηύδησε από τη φασαρία. Τότε, απευθυνόμενη σε ’μένα που είχα προκαλέσει ανυποχώρητη τον καυγά και παραμερίζοντας από το ταψί τους υπόλοιπους, μου είπε επιτακτικά, υψώνοντας το χέρι απειλητικά για επικείμενη σφαλιάρα:
―Μωρή λαίμαργη, φάτο ΟΛΟ μόνη σου, τώρα!
Εγώ, μη πιστεύοντας στ’ αυτιά μου, την προκάλεσα να επιβεβαιώσει τη γλυκιά, όσο και απίστευτη, αυτή επιταγή, ζητώντας και την υπόσχεση ότι δεν θα επακολουθούσε τιμωρία μου, αν όντως το έτρωγα όλο. Μετά, όχι μόνο γιατί ορεγόμουν το αγαπημένο μου γλυκό αλλά κυρίως γιατί ένοιωθα προκλητικά αδικημένη, στρώθηκα και έφαγα όοολο το μεγάλο ταψί (!) κάτω από τα κατάπληκτα βλέμμα- τα των άφωνων αδελφιών μου που περίμεναν να σταματήσω κάποια στιγμή να τρώω, να μείνει κάτι και για τους ίδιους (δεδομένου μάλιστα ότι υπήρχε και το ενδεχόμενο να μη φάνε σπιτικό γαλατομπούρεκο πριν τις επόμενες Απόκριες). Ωστόσο εγώ, λαίμαργη, αλλά κυρίως με στόχο να προκαλέσω για την αδικία, κάτω μάλιστα από την όλο και πιο έντονα απειλητική χειρονομία και το γουρλωμένο βλέμμα της μάνας μου που περίμενε να δει ως πού θα φτάσω, όχι μόνον καταβρόχθισα όλο το χλιαρό γλυκό από το ταψί ―κινδυνεύοντας να σκάσω― αλλά διέπραξα και την έσχατη «ύβρι»: να το σηκώσω και να πιω όλο το σιρόπι που είχε μείνει στον πάτο, αγνοώντας τις φωνές διαμαρτυρίας των υπόλοιπων!
Εννοείται ότι κατόπιν αυτής της ακραίας αντίδρασής μου και εν μέσω του κύματος διαμαρτυρίας των άλλων, δεν γλύτωσα τις επαπειλούμενες σφαλιάρες και το μαλλιοτράβηγμα από την κατάπληκτη και ανήσυχη για το θράσος μου μανούλα μου, όσο βεβαίως και τις εύλογες και δικαιολογημένες προφητείες και τις παραδειγματικές διδαχές της «εις ώτα ακουόντων», για το πού θα μπορούσε να με οδηγήσει στο μέλλον μια τέτοια προκλητική συμπεριφορά, αν «δεν έβαζα μυαλό»…
Ε.Ψ., Φεβρ. 2014
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
