Οι κυρωσεις υποχωρουν αν ειναι να βαλουν στο χερι στρατηγικα ορυχεια
ΜΟΑ (ΚΟΥΒΑ). Η υπόθεση της καναδικής Sherritt στην Κούβα φωτίζει μια χαρακτηριστική αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Οι κυρώσεις κατά της Αβάνας, που επί δεκαετίες δικαιολογούνται με επίκληση του πολιτικού συστήματος, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εμφανίζονται διαπραγματεύσιμες όταν διακυβεύεται η πρόσβαση σε στρατηγικές πρώτες ύλες. Μπροστά στο «έμπα», οι απαγορεύσεις αποκτούν εξαιρέσεις.
Στις 20 Οκτωβρίου, η Sherritt ανακοίνωσε ότι εξασφάλισε ειδική άδεια από την αμερικανική υπηρεσία κυρώσεων OFAC για την προμήθεια καυσίμων και θείου στις εγκαταστάσεις εξόρυξης και επεξεργασίας νικελίου και κοβαλτίου στο Μόα της Κούβας. Η άδεια καλύπτει μεταφορές, τραπεζικές συναλλαγές και ασφαλιστικές υπηρεσίες. Εκδόθηκε ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η προσπάθεια της αμερικανικής Gillon Capital να αποκτήσει το 55% της καναδικής εταιρείας.
Η Gillon Capital δεν είναι ένας τυχαίος επενδυτικός φορέας. Πρόκειται για το οικογενειακό επενδυτικό γραφείο της οικογένειας Washburne, με την οποία συνδέεται ο Ρέι Γουόσμπερν (Ray Washburne), πρώην επικεφαλής του αμερικανικού οργανισμού κρατικών επενδύσεων στο εξωτερικό OPIC, διορισμένος από τον Ντόναλντ Τραμπ την περίοδο 2017–2019. Ο ίδιος συμμετείχε αργότερα και στο συμβουλευτικό όργανο του Αμερικανού προέδρου για τις υπηρεσίες πληροφοριών. Η σύνδεση αυτή προσδίδει πρόσθετο πολιτικό ενδιαφέρον στη σχεδιαζόμενη εξαγορά, χωρίς βεβαίως να αποδεικνύει προσωπική παρέμβαση στην αδειοδότηση.
Η χρονική αλληλουχία είναι χαρακτηριστική. Μετά την επέκταση των αμερικανικών κυρώσεων την 1η Μαΐου, η Sherritt ανέστειλε στις 7 Μαΐου τη συμμετοχή της στις δραστηριότητες της κουβανικής κοινοπραξίας. Στις 22 Ιουνίου σταμάτησε και η μονάδα επεξεργασίας μετάλλων στον Καναδά. Τέσσερις μήνες αργότερα, η αμερικανική διοίκηση επέτρεψε την ενεργειακή τροφοδοσία των κουβανικών εγκαταστάσεων.
Μάλιστα, η Moa Bay Mining, που διατηρεί αξιώσεις για περιουσιακά στοιχεία εθνικοποιημένα μετά την κουβανική επανάσταση, συμφώνησε να συναινέσει στις συγκεκριμένες μεταφορές έναντι οικονομικού ανταλλάγματος. Ακόμη και οι ιστορικές διεκδικήσεις για τις εθνικοποιήσεις βρίσκουν περιθώριο συμβατικής διευθέτησης.
Βεβαίως, η εξαγορά δεν έχει ολοκληρωθεί, ούτε έχει πραγματοποιηθεί η πρώτη αποστολή καυσίμων. Απαιτείται επίσης δεύτερη αμερικανική άδεια για την επανεκκίνηση της παραγωγής. Η πολιτική σημασία, ωστόσο, βρίσκεται ήδη στην επιλεκτική μεταχείριση της επένδυσης.
Το νικέλιο και το κοβάλτιο δεν είναι σπάνιες γαίες. Είναι όμως κρίσιμα μέταλλα για τη βιομηχανία, τις μπαταρίες και την αμυντική παραγωγή. Η πρόσβαση στα κοιτάσματά τους αποκτά ιδιαίτερη γεωοικονομική σημασία στον διεθνή ανταγωνισμό για τον έλεγχο των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η εξέλιξη δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι κάθε ιδεολογική αναφορά της Ουάσιγκτον είναι προσχηματική. Δείχνει όμως πόσο ευέλικτοι γίνονται οι περιορισμοί όταν εμφανίζεται συγκεκριμένο επιχειρηματικό συμφέρον. Εκεί όπου οι κυρώσεις δυσκολεύουν την επένδυση, επιστρατεύονται άδειες, εξαιρέσεις και ειδικές συμφωνίες.
Κι ενώ η κουβανική οικονομία εξακολουθεί να δοκιμάζεται από τις ελλείψεις καυσίμων και τις πολύωρες διακοπές ηλεκτροδότησης, η προοπτική συμμετοχής αμερικανικού κεφαλαίου στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της χώρας εξασφαλίζει μια ειδική διέξοδο από τους περιορισμούς.
Η αντίφαση είναι πολιτικά εύγλωττη. Οι διακηρύξεις περί ελευθερίας και δημοκρατίας παραμένουν. Εκείνο που αλλάζει, όταν διαφαίνεται το επιχειρηματικό όφελος, είναι η δυνατότητα εξαίρεσης από τις απαγορεύσεις που επιβάλλονται στο όνομά τους.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
