Να φοβισω τη σιωπη και το σκοτος
Γύρισα απ’ τη φιλενάδα μου, πήγα μαζί με την αγαπημένη μου Λίτσα, γειτόνισσα καρδιάς και τρυφεράδας. Είμαστε στη σειρά κι οι τρεις, εγώ στη μέση, τη μια την έχω αριστερά και την άλλη δεξιά μου. Αν σας πως ότι ήρθε η Λίτσα και με πήρε με το αμάξι της- δυο γκαζιές πάνω στο ποδηλατοδρόμιο- και αριβάραμε στη φιλενάδα μας τι θα λέγατε; Αν μας έβλεπε κανείς να μπαίνουμε στο αμάξι για ένα δρομολόγιο μόλις 50 περπατησιές, θα έλεγε ότι είμαστε παλαβές! Είχε ψυχρούλα, αναπάντεχη, κι εγώ ξεκάλτσωτη με πεδιλάκι ένιωσα παγωμένους τους αστραγάλους μου. Η φιλενάδα έκανε μπάνιο, βγήκε με τα μπουρνούζια κραδαίνοντας μια αρμαθιά κλειδιά και άνοιξε το λουκέτο της αυλόπορτας με τη χοντρή αλυσίδα… Τα μαλλιά της έσταζαν νερά. Έβγαλα τα πέδιλα και κουλουριάστηκα στον καναπέ της, έριξα κι ένα σκουτί στα πόδια να τα ζεστάνω.
Μαύρο σκότος στο δρόμο, αγριεύομαι πάντα, μικρή φοβόμουν φαντάσματα και καλομοίρες, φοβόμουν και τις νεράιδες τις πουρναροπηδήχτρες. Ποτέ μου δεν ξεπέρασα το φόβο του σκοταδιού, ακόμα και τώρα, μεγάλη γυναίκα, ανατριχιάζω στο σκοτάδι και στη νυχτερινή σιωπή. Έχουν κάτι ύποπτο σκοτάδι και σιωπή όταν συναντούνται, ιδιαιτέρως αυτή την εποχή που λουφάζουν τα τελευταία τριζόνια και δεν ακούς παρά μόνο σκυλιά να αλυχτούν κατά ριπάς από μακριά, από όλα τα σημεία του ορίζοντα. Τι βλέπουν τα αφιλότιμα στο σκοτάδι, τι ακούν στη σιωπή, τι υποπτεύονται, τι φαντάζονται; Αχ, και να’ μουν κι εγώ σκυλί να ξενυχτούσα και να διάβαζα τις σιωπές, να με ξεκούφαιναν οι σιωπές και ν’ αλυχτούσα με τέμπο μελωδικά να με ακούσουν ίσαμε με πέρα στην Αραπιά οι άνθρωποι που δοκιμάζονται… Γιατί από την αυλή μου, αν τραβήξεις μια ευθεία γραμμή, καρσί, είναι η Βεγγάζη, η παλιά Καρχηδόνα.
Αυτά σκεπτόμουν όση ώρα κουλουριαζόμουν στον καναπέ, όσο τα λέγαμε με τις φιλενάδες μου. Λέγαμε διάφορα για τα παλιά, για κλέφτες κι αστυνόμους, για πεθαμένους, για μνημόσυνα και τρισάγια. Είπαμε και για όνειρα… Μετά η φιλενάδα μας είπε για το ηλεκτρικό λεωφορείο των Τρικάλων που μπαίνεις μέσα και τσουπ σε πάει όπου θες “αυτόματα”.
Μπήκα στην αυλή τρέχοντας, πάλι σκοτάδι και σιωπή με ανατρίχιασαν, με είδαν τα σκυλιά να τρέχω αλαφιάστηκαν κι άρχισαν κι αυτά να γαυγίζουν νευρικά, άκουσαν τα βορεινά σκυλιά, απάντησαν, άκουσαν και τα δυτικά και γρύλισαν… Διπλοκλείδωσα το πορτόνι, πήρα αγκαλιά το Σιμπίτι, κι έκατσα να γράψω να διαβάσω, ν΄ ακούσω μουσική, να γρυλίσω, να χιμήξω να φοβίσω τη σιωπή και το σκότος… Να αγκαλιάσω να ζουλήξω το Σιμπίτι-Εκτορα, κι ας μη με λεν εμένα Εκάβη ή Ανδρομάχη…
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
