Μια «ισχυροτερη» Ευρωπη, αλλα για ποιον;
Η ετήσια ομιλία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την Κατάσταση της Ένωσης λειτουργεί, κατά κάποιον τρόπο, ως η «ΔΕΘ της Ευρωπαϊκής Ένωσης»: ένας απολογισμός όσων έγιναν, αλλά κυρίως μια παρουσίαση του πολιτικού σχεδίου για όσα ακολουθούν.
Και φέτος η πρόεδρος της Επιτροπής επέλεξε να περιγράψει μια Ευρώπη ταυτόχρονα ισχυρότερη και πιο ευάλωτη από ποτέ (sic), σε έναν κόσμο πολέμων, γεωπολιτικού ανταγωνισμού, τεχνολογικών ανατροπών και αυξανόμενης αμφισβήτησης των δημοκρατικών θεσμών. Η ίδια έθεσε ως κεντρικό ζητούμενο μια περισσότερο ανεξάρτητη Ευρώπη, με μεγαλύτερη δυνατότητα αυτόνομης δράσης.
Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο αν η Ευρώπη θα γίνει ισχυρότερη, αλλά και τι είδους ισχύ επιδιώκει και πώς αυτή μεταφράζεται στην καθημερινότητα των Ευρωπαίων πολιτών.
Η Φον ντερ Λάιεν προέβαλε ως επιτεύγματα την ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία, την ενίσχυση της βιομηχανικής και εμπορικής ισχύος και τη σημαντική αύξηση των αμυντικών δυνατοτήτων. Πρόκειται για προτεραιότητες που αντανακλούν το σαφώς δυσμενέστερο γεωπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί πλέον η Ένωση και κυρίως πρόκειται για «επιτεύγματα» στα οποία το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα εξαναγκάστηκε από τις συνθήκες.
Ακριβώς εδώ παρεμβαίνει η κριτική του Κώστα Αρβανίτη. Ο ευρωβουλευτής της Left δεν αμφισβήτησε απλώς επιμέρους επιλογές της Επιτροπής. Έθεσε ένα διαφορετικό ερώτημα για τη συνολική κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής: κατά πόσο η έμφαση στην άμυνα, στην ανταγωνιστικότητα και στη χρηματοπιστωτική οικονομία αφήνει επαρκή χώρο για το κοινωνικό κράτος, τον πρωτογενή τομέα και τη μείωση των ανισοτήτων. Στην παρέμβασή του κατηγόρησε την Επιτροπή ότι επέλεξε, κατά τη δική του διατύπωση, «τον δρόμο του ακραίου νεοφιλελευθερισμού» και ότι έδωσε προτεραιότητα στη στρατιωτικοποίηση αντί σε κοινωνικές και παραγωγικές πολιτικές.
Η πολιτική αυτή οπτική μπορεί να εκφράζει την οπτική της ευρωπαϊκής Αριστεράς αλλά ταυτόχρονα είναι και ένα αυτονόητο συμπέρασμα από μόνο του. Και κυρίως αναδεικνύει πολιτικές επιλογές που αντιτίθεται πλήρως στις ιδρυτικές διακηρύξεις της Ε.Ε. αλλά και μια πραγματική πολιτική ένταση που θα συνοδεύει την Ευρωπαϊκή Ένωση τα επόμενα χρόνια με βασικά ερωτήματα το πόσους πόρους μπορεί να διοχετεύσει στην άμυνα, στην ενεργειακή αυτονομία και στη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, χωρίς να αποδυναμώσει την κοινωνική συνοχή που αποτελεί επίσης θεμέλιο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος;
Το ίδιο ισχύει και για την άνοδο της Ακροδεξιάς. Θέμα εκ νέου επίκαιρο φυσικά Ευρωπαϊκά, αλλά και εγχώρια δεδομένης της «επανεμφάνισης» εγχώριων εκπροσώπων της.
Το τόνισε και Κώστας Αρβανίτης ο οποίος πέραν όλων των άλλων υποστήριξε ότι η ενίσχυση της Ακροδεξιάς συνδέεται και με τις ίδιες τις πολιτικές επιλογές της Επιτροπής και με την υιοθέτηση, όπως ισχυρίστηκε, τμημάτων της δικής της πολιτικής ατζέντας.
Αυτό ίσως είναι και το ουσιαστικότερο σημείο της φετινής συζήτησης. Η Ευρώπη μπορεί πράγματι να χρειάζεται μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, ισχυρότερη άμυνα και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις. Όμως η ανθεκτικότητα μιας πολιτικής ένωσης δεν μετριέται μόνο σε αμυντικές δαπάνες, εμπορικές συμφωνίες ή παραγωγική ισχύ. Μετριέται επίσης στο αν οι πολίτες της αισθάνονται ότι μπορούν να στεγαστούν, να εργαστούν με αξιοπρέπεια, να αντιμετωπίσουν το κόστος ζωής και να συμμετέχουν σε μια κοινωνία που δεν αφήνει μεγάλα τμήματά της στο περιθώριο.
Η αντίφαση, επομένως, που περιέγραψε η ίδια η Πρόεδρος μιλώντας για μια Ένωση «ισχυρότερη» αλλά ταυτόχρονα «πιο ευάλωτη» είναι ακριβώς αυτή. Στο πως η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ενισχύει τη γεωπολιτική της ισχύ και συγχρόνως να παραμένει πολιτικά ευάλωτη, εάν δεν πείσει ότι η ευρωπαϊκή ισχύς μεταφράζεται και σε ασφάλεια, προοπτική και κοινωνική προστασία πρώτα και κύρια για τους ίδιους τους Ευρωπαίους.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
